Οι ταινίες του Σαββατοκύριακου: Ποιες αξίζει να δούμε και ποιες όχι;

21 Φεβρουαρίου 2014

Οι κριτικοί κινηματογράφου Χρήστος Μήτσης και Γιάγκος Αντίοχος από το περιοδικό Αθηνόραμα γράφουν για τις ταινίες που θα δούμε αυτό το Σαββατοκύριακο στο σινεμά ...

Nymphomaniac Μέρος B

Η σεξουαλική οδύσσεια της Τζο και του Λαρς Φον Τρίερ συνεχίζεται στο ίδιο λίγο πολύ μοτίβο, ολοκληρώνεται όμως με έναν απρόοπτο, ανατρεπτικό τρόπο, ο οποίος επιβεβαιώνει την ακραία κινηματογραφική πονηριά του τολμηρού Δανού, του μοναδικού auteur που μπορεί να κάνει σινεμά ιδεών με τόσο απολαυστικό τρόπο.

 

 

Ξαναπιάνοντας το νήμα της αφήγησης από εκεί που το είχε αφήσει στο «Μέρος Α΄», η κλινήρης Τζο συνεχίσει να διηγείται στον συνεπαρμένο Σέλιγκμαν τις ερωτικές­ της περιπέτειες, οι οποίες τώρα δοκιμάζονται από το γεγονός της μητρότητας. Οι γονικές ευθύνες όμως δεν θα κάμψουν τη θέλησή της για αναζήτηση της χαμένης σεξουαλικότητάς της (σε μόνιμη σχέση πλέον με τον Ζερόμ ), οδηγώντας την αρχικά στα μονοπάτια του πόνου και στις πρωτότυπες τεχνικές διέγερσης του Κέι (Τζέιμι Μπελ ) και κατόπιν στην οδό της παρανομίας, ως υπάλληλο ενός κυνικού εισπράκτορα χρεών (Γουίλεμ Νταφόε ). Στην τελική ευθεία παραμονεύει η γνωριμία της με τη νεαρή προστατευόμενή της Πι (Μία Γκοθ ), ιστορία η οποία μας θα οδηγήσει στα ημιφωτισμένα σοκάκια της αρχής και στο περιστατικό του τραυματισμού της. 
Ανάμεσα στη σαρκαστική κωμωδία­ (αποκορύφωμα η σκηνή με τους δύο Αφρικανούς εραστές ) και το σκοτεινό υπαρξιακό δράμα, ο Λαρς φον Τρίερ προσθέτει επιπλέον τρία κεφάλαια στην ερωτική οδύσσεια της ηρωίδας του, η οποία όσο πλησιάζει το παρόν τόσο περισσότερο βασανίζεται ψυχικά, αν και φαίνεται να έχει αποδεχτεί την πολιτικά μη ορθή ταυτότητα της νυμφομανούς. 
Μετά τη χαριτωμένη αρχή, όπου τα παιχνιδιάρικα τρικ ελαφραίνουν το κλίμα­, το «Μέρος Β΄» μοιάζει να συγκεντρώνεται δραματουργικά (πολύ πιο εστιασμένο και πυκνό από την πρώτη ταινία ), σοβαρεύοντας τους τόνους και αποκαλύπτοντας τον πραγματικό εσωτερικό κινηματογραφικό του εαυτό. Μπορεί ο Τρίερ να διασκεδάζει περνώντας από τη βυζαντινή εικονοποιία στο ομαδικό σεξ και από το σαδομαζοχισμό σε σχόλια για τους ορειβατικούς κόμπους, αυτό όμως που τον ενδιαφέρει αληθινά είναι να διηγηθεί την πρωτότυπη, οδυνηρή και τελικά λυτρωτική­ πορεία ενηλικίωσης μιας νεαρής κοπέλας, στην οποία το σεξ είναι­ απλώς το αφηγηματικό όχημα. ­Χαρακτηριστικό είναι ότι αυτό γίνεται προφανέστερο στη hardcore εκδοχή του πρώτου μέρους (προβλήθηκε στο Φεστιβάλ Βερολίνου ), ακόμη κι αν οι ερωτικές σκηνές ­είναι «σκληρότερες».

 

 

Πιστός σε ένα σχεδόν δοκιμιακό σινεμά που δοκιμάζει διαρκώς τα όρια της αποστασιοποίησης (άλλοτε με την τεχνική του Δόγματος, άλλοτε με μπρεχτικά τρικ και άλλοτε­, όπως εδώ, με τον προσχηματικό διά­λογο-σχόλιο ), ο Τρίερ φιλοσοφεί με προφανή ειρωνική διάθεση και συγκινεί βαθιά την ώρα που υπονομεύει το εξελισσόμενο δράμα, μια άσκηση σκηνοθετικής ισορροπίας την οποία μόνο αυτός μπορεί να εκτελέσει με τέτοια κομψή ακρίβεια. 
Το φινάλε έρχεται να επιβεβαιώσει τη σταθερή πίστη του στη γυναικεία «φυσική» υπεροχή και την πεσιμιστική οπτική του πάνω στο ανθρώπινο είδος συνολικά, σβήνοντας και την παραμικρή ελπίδα πραγματικού εκπολιτισμού του. Ποιος θα περίμενε άλλωστε κάτι περισσότερο παρηγορητικό από τον δημιουργό του «Dogville», του «Χορεύοντας στο Σκοτάδι» και του «Αντίχριστου»; 
Δανία, Γερμανία. 2013. Διάρκεια: 123΄. Διανομή: ΣΠΕΝΤΖΟΣ FILM, SEVEN FILMS.


Γρηγόρης Λαμπράκης: Μαραθώνιος Μιας Ημιτελούς Άνοιξης 

Η ζωή και η πολιτική σταδιοδρομία του γιατρού, βαλκανιονίκη στίβου και βουλευτή της ΕΔΑ Γρηγόρη Λαμπράκη μέσα από ανέκδοτο υλικό και συνεντεύξεις συνεργατών του. Προσεγμένη ιστορικά και κινηματογραφικά στη λεπτομέρειά της δουλειά από έναν έμπειρο ντοκιμαντερίστα, ο οποίος προχωρά ένα βήμα παραπέρα από την τηλεοπτικής λογικής βιογραφία.

 

 

Αν κι έχει υπογράψει δύο ταινίες μυθοπλασίας («Άδης», «Η Υπογραφή» ), ο Στέλιος Χαραλαμπόπουλος παραμένει ένας από τους σπουδαιότερους Έλληνες ντοκιμαντερίστες, με ιδιαίτερη ματιά στον τρόπο με τον οποίο βιογραφεί ανθρώπους του πνεύματος και της τέχνης («Ημερολόγια Καταστρώματος - Γιώργος Σεφέρης», «Ι. Μόραλης», «Τη Νύχτα που ο Φερνάντο Πεσσόα Συνάντησε τον Κωνσταντίνο Καβάφη» ). Για πρώτη φορά τώρα στρέφει το φακό του σε ένα πολιτικό σύμβολο της μεταπολεμικής Ελλάδας, το οποίο διατηρεί το πλεονέκτημα της διαχρονικής συγκινητικής ιστορίας, από την άλλη πλευρά όμως είναι μια προσωπικότητα με λιγοστά ιδιωτικά μυστικά, καθώς η ηρωική εικόνα­ του έχει φτάσει μέχρι τα... ξενόγλωσσα Όσκαρ («Ζ» ). 
Ο Χαραλαμπόπουλος έχει βρει παρόλα αυτά πλούσιο ανέκδοτο υλικό, κυρίως από γραπτές προσωπικές μαρτυρίες – ημερολόγιο του φτωχόπαιδου από την Αρκαδία που κατάφερε να σπουδάσει γυναικολόγος και να γίνει βαλκανιονίκης στο άλμα εις μήκος. Έχοντας δομήσει σωστά τον αφηγηματικό κορμό της ταινίας του, δεν μπαίνει στον πειρασμό να χρησιμοποιήσει αυτές τις εξομολογήσεις ως κουτσομπολίστικο υλικό μιας συγκινητικής βιογραφίας. Αντίθετα, τις ενσωματώνει σε έναν ευρύτερο καμβά, όπου η προσωπική διαδρομή ενός ευαίσθητου ανθρώπου (ο οποίος περιέθαλπε δωρεάν τους απόρους ) συναντά τις ιστορικές ανάγκες μιας κρίσιμης εποχής και γεννά έναν εθνικό ήρωα. Αναζητώντας το υλικό από το οποίο αυτός είναι φτιαγ­μένος, αποσπά τις μαρτυρίες γνωστών, συναγωνιστών και συγγενών του αλλά και τις απόψεις ιστορικών επιστημόνων, αναβιώνοντας με τρόπο άμεσο –και όσον αφορά τη δράση του δεξιού παρακράτους, σχεδόν ανατριχιαστικό– τη μετεμφυλιακή ελληνική πραγματικότητα, στο κέντρο της οποίας ο νεαρός γυναικολόγος μετατρέπεται σιγά σιγά σε συνειδητοποιημένο αριστερό και θαρραλέο κοινωνικό αγωνιστή.

 

 

Ιστορικά ντοκουμέντα, προσωπικό­ ημερολόγιο, συνεντεύξεις: τα κατασκευαστικά υλικά της ταινίας παραπέμπουν σε ένα τηλεοπτικό βιογραφικό χρονικό και αυτός ο «Λαμπράκης» είναι αλήθεια πως δεν μπορεί να απομακρυνθεί πολύ από αυτήν τη φόρμουλα. Διαθέτει όμως, εκτός της ενδελεχούς έρευνας που έχει προηγηθεί και της στερεάς «εσωτερικής» ιδεολογικής άποψης, μια ρέουσα, έξυπνα ενορχηστρωμένη αφήγηση η οποία γεμίζει με σασπένς τα γεγονότα. 
Ξεκινώντας από την κηδεία-λαϊκό προσκύνημα του δολοφονημένου βουλευτή της ΕΔΑ, η ταινία πιάνει κατόπιν το νήμα της ιστορίας από την αρχή, διηγούμενη σε «παράλληλο μοντάζ» τα γεγονότα της 27ης Μαΐου 1963 στη Θεσσαλονίκη. Το κουβάρι ενός συγκινητικού δράματος, προσωπικού κι εθνικού, ξετυλίγεται, το παρελθόν γίνεται ζωντανή μνήμη, ενώ ο ανθρώπινος παράγων είναι πάντα παρών, καθοριστικό σημείο αναφοράς. Το σύνολο συγκροτεί το πολύπλευρο και ειλικρινές (αν και αναγκαστικά αγιογραφικό ) πορτρέτο μιας συναρπαστικής προσωπικότητας μαζί και μιας εθνικής πραγματικότητας με πολλές αναλογίες στο εδώ και τώρα. 

Ελλάδα. 2014. Διάρκεια: 114΄. Διανομή: FEELGOOD ENT.

The Deep


Τον Μάρτιο του 1984 ένας ψαράς προσπαθεί να επιβιώσει στον παγωμένο ωκεανό, όταν το σκάφος του ανατρέπεται λίγο έξω από τις ακτές της Ισλανδίας. Ρεαλιστική δραματική περιπέτεια βασισμένη σε αληθινά γεγονότα, η οποία έφτασε ως τη short list (εννέα υποψηφιότητες ) των ξενόγλωσσων Όσκαρ.

 

 

Μία από τις φορές τις οποίες η πραγματικότητα αποδεικνύεται πιο παράξενη και από την πλέον άγρια φαντασία αφορά την περίπτωση του Γκούλι Φρίντθορσον, ενός νεαρού ψαρά ο οποίος τον Μάρτιο του 1984 απέπλευσε­ με ένα αλιευτικό κι εξαμελές πλήρωμα ανοιχτά των Νήσων Γουέστ­μαν, στα νότια της Ισλανδίας. Λόγω εμπλοκής των διχτυών σε έναν ύφαλο κι ενός σουέλ που αναποδογύρισε το σκάφος, το πλήρωμα θα βρεθεί ξαφνικά στη μέση της παγωμένης θάλασσας, με τον Γκούλι να απομένει μέσα­ σε λίγη ώρα ο μόνος ζωντανός. Χαμένος στο νυχτερινό πέλαγος, θα αρχίσει να κολυμπά προς τα εκεί από όπου έρχονται οι γλάροι, για να φτάσει το ξημέρωμα στην απόκρημνη ακτή και ­ύστερα από 2 χιλιόμετρα ποδαρόδρομο ξυπόλητος πάνω σε πετρώδες έδαφος στα πρώτα σπίτια του λιμανιού.

 

 

Αυτή είναι μόνο η… μισή ιστορία­ του κατορθώματος του Γκούλι­, τον οποίο το «The Deep» αντιμετωπίζει με διαφορετικό τρόπο από το χολιγουντιανό κλισέ­ του καθημερινού ανθρώπου που αναγκάζεται υπό ακραίες συνθήκες να υπερβεί τον εαυτό του, να επιδείξει πρωτόγνωρο θάρρος (ή εφευρετικότητα ή αντοχή ή όλα αυτά μαζί ) και να μας αποδείξει τα όρια των ανθρώπινων δυνατοτήτων. Η ταινία του Μπαλτάσαρ Κορμακούρ πηγαίνει βαθύτερα, ξεκινώντας από την ορατή επιφάνεια: το στενό περιβάλλον του ήρωα, ο οποίος περνά το τελευταίο βράδυ πριν από την αλιευτική εξόρμηση πίνοντας με τους φίλους και συναδέλφους του – εισαγωγή που θυμίζει την ανάλογη­ εναρκτήρια σκηνή του «Das Boot», της αριστουργηματικής υποβρύχιας πολεμικής περιπέτειας του Βόλφγκανγκ Πέτερσεν. 
Θα μεσολαβήσουν τα γεγονότα του δυστυχήματος, η περιπετειώδης σωτηρία και κατόπιν το τελευταίο και δραματικά πυκνότερο κομμάτι του φιλμ, όπου ο Γκούλι θα έρθει αντιμέτωπος με το θαυμασμό, τη δυσπιστία, τις ενοχές και τη μοναξιά (οι ηθογραφικές πληροφορίες της αρχής αποκτούν στερεές ψυχολογικές και κοινωνικές διαστάσεις ), καθώς τόσο ο ίδιος όσο και ολόκληρος ο περίγυρός του προσπαθούν να αντεπεξέλθουν ενός τραγικού γεγονότος κι ενός επιστημονικού θαύματος. Πώς ο Γκούλι κολύμπησε έξι ολόκληρες ώρες στον παγωμένο ωκεανό όταν είναι αδύνατο να αντέξει κάποιος πάνω από μισή ώρα σε ανάλογη θερμοκρασία; 
Ρεαλιστής, χωρίς συναισθηματισμούς (χαρακτηριστική η λιτή χρήση της μουσικής ), με μονοχρωματική φωτογραφία που υποβάλλει μια διάχυτη μελαγχολία και με ένα σενάριο που τονίζει διακριτικά τις κρίσιμες ψυχολογικές λεπτομέρειες, ο Μπαλτάσαρ Κορμακούρ («101 Reyjavik», «Jar City», «2 Guns» ) μετατρέπει την επική ιστορία ενός ήρωα κατά λάθος σε μινιμαλιστικό κοινωνικό δράμα για την πίστη, την αφοσίωση, τη μνήμη και τα παράξενα παιχνίδια της μοίρας. Συγχρόνως σε ένα ταξίδι στην «εσωτερική» Ισλανδία, μια γωνιά της Γης όπου το θαύμα είναι ανθρώπινη υπόθεση. 

Ισλανδία. 2012. Διάρκεια: 95΄. Διανομή: ODEON, VIDEORAMA FILMS.

Lustlands


Τρεις κοπέλες αφήνουν πίσω τους το αστικό καμίνι και πάνε διακοπές στο αγρόκτημα της φίλης τους Τερψιχόρης. Εκεί, το θηλυκό κουαρτέτο θα προσπαθήσει να ξορκίσει τα προβλήματα και ιδιαίτερα τον πονοκέφαλο της ανεργίας, σε ένα αγροτικό θρίλερ που παρουσιάζει εικαστικό ενδιαφέρον, αλλά πάσχει από φανερές μυθοπλαστικές αδυναμίες.

 

 

Πιο γνωστοί από την ενασχόλησή τους με τη μουσική μέσω του indie συγκροτήματος The Callas, οι αδερφοί Ιωνά αποφασίζουν να κάνουν το κινηματογραφικό τους ντεμπούτο εξερευνώντας τη θηλυκή σεξουαλικότητα με ένα μεταμοντέρνο αγροτικό θρίλερ που εκτυλίσσεται σε μια φάρμα. Τρεις κοπέλες αφήνουν πίσω τους το αστικό καμίνι και πάνε διακοπές στο αγρόκτημα της φίλης τους Τερψιχόρης. 
Εκεί θα προσπαθήσουν να ξορκίσουν τα προβλήματά τους – και ιδιαίτερα την ανεργία. Μόνο που η ευεργετική απομόνωση για το θηλυκό κουαρτέτο δεν θα κρατήσει πολύ, αφού μια σειρά ύποπτων επισκεπτών θα αρχίσουν να εμφανίζονται στη φάρμα. Το no bugdet ελληνικό φιλμ, φτιαγμένο με φιλικές συμμετοχές και την ανιδιοτελή βοήθεια φίλων, θα παρουσιάσει στο νωχελικό του ξεκίνημα ένα εικαστικό ενδιαφέρον, εξερευνώντας με ένα αμακιγιάριστο μετα-φεμινιστικό βλέμμα τη θηλυκότητα στον 21ο αιώνα. Πότε με Super 8 αισθητική, πότε με την κάμερα­ κολλημένη στο χώμα και πότε με πλάνα-κάδρα, το «Lustlands» εγκλωβίζει τη βαριεστημένη σύγχρονη λαγνεία με μια χαριτωμένη παραδοξότητα – ξεχωρίζει η ιδέα με τα σωματικά υγρά και το χταπόδι. 
Το όλο εγχείρημα όμως θα βαλτώσει όταν θα προσπαθήσει να εξελιχτεί σε ταραντινικό αγροτικό γουέστερν με «πειραγμένη» ελληνικότητα, κάτι που θα χρειαζόταν σίγουρα μεγαλύτερο προϋ­πολογισμό και μια μυθοπλασία περισσότερο δουλεμένη και λιγότερο προσχηματική.  

Ελλάδα. 2013. Διάρκεια: 73΄.


Φωτιά Πάνω Από την Πομπηία


Άλλο ένα τρισδιάστατο χολιγουντιανό peplum που προσπαθεί ανεπιτυχώς να μιμηθεί τον «Μονομάχο», θυμίζοντας περισσότερο τηλεοπτικό επεισόδιο του «Σπάρτακου» (χωρίς το σεξ ).

 

 

Είτε Έλληνας είτε Ρωμαίος, για το Χόλιγουντ κάθε χλαμυδοφόρος πολε­μιστής δεν μπορεί παρά να είναι «Μονομάχος» (του Ρίντ­λεϊ Σκοτ ). Πολλοί επίδοξοι Ράσελ Κρόου έχουν προκύψει τελευταία, αφού μετά τον Ηρακλή του Κέλαν Λουτζ σειρά έχει τώρα ο Βρετανός Μάιλο, ο οποίος ως παιδί είδε την οικογένειά του να σφαγιάζεται από τους στρατιώτες του αδίστακτου Ρωμαίου­ αξιωματικού Κόρβους και ο ίδιος­ πουλήθηκε ως σκλάβος. 
Δεκαεπτά χρόνια αργότερα, το σωτήριο έτος 79 μ.Χ., καταφθάνει στην Πομπηία ως διάσημος μονομάχος με το προσωνύμιο «Κέλτης». Εκεί θα γνωρίσει και θα ερωτευτεί την όμορφη κόρη του έπαρχου Κάσια, τον αήττητο «συνάδελφό» του Άτικους, τον οποίο πρέπει να αντιμετωπίσει σε αγώνα μέχρι θανάτου, και φυσικά τον γερουσιαστή πλέον Κόρβους, ακόμη πιο αιμοβόρο και διεφθαρμένο απ’ ό,τι τον άφησε. Και όλα αυτά με φόντο τον ανήσυχο Βεζούβιο, ο οποίος ετοιμάζεται να κλέψει απ’ όλους την τρισδιάστατη ­παράσταση.

 

 

Περιμένοντας (αμήν και ) πότε το διάσημο ηφαίστειο θα γίνει πυρ και μανία για την τελευταία και θεαματική σκηνή, που θα λύσει εν μέσω ψηφιακής καταστροφής όλες τις δραματικές εκκρεμότητες, παρακολουθούμε μια αλά «Σπάρτακος» (χωρίς το σεξ ) τηλεοπτική σαπουνόπερα εκτός αρένας κι έναν δευτεροκλασάτο «Μονομάχο» εντός αυτής: όχι μόνο η κερδισμένη με αίμα­ φιλία του ήρωα με τον Αφρικανό αντίπαλό του, αλλά ακόμη και η αντιστροφή της νικηφόρας μάχης των Ρωμαίων έναντι των Καρχηδόνιων έχουν κοπιαριστεί. Γεμάτη CGI εφέ, αξιοπρεπής χωρίς να είναι μεγαλειώδης, η παραγωγή αναβιώνει μια γραφικότατη, clean cut Πομπηία των τελευταίων ημερών και ο σαματατζής Πολ Γ.Σ. Άντερσον («Resident Evil», «Άλιεν Εναντίον Κυνηγού», «Οι Τρεις Σωματοφύλακες» ) ξεπετά το άνοστο, αφόρητα προβλέψιμο στόρι μόνο και μόνο για να γκαζώσει χωρίς καμιά έμπνευση στο πανδαιμόνιο του φινάλε. Το οποίο –αλά «Τιτανικός»– δεν κρύβει και πολλές εκπλήξεις, εκτός ίσως από το πόσο αξιομνημόνευτα άσχημα μπορεί να υποδυθεί ο Κίφερ Σάδερλαντ τον σατανικό κακό σε έξαλλη κατάσταση. 

ΗΠΑ. 2014. Διάρκεια: 105΄. Διανομή: ODEON.


Άλλο ένα τρισδιάστατο χολιγουντιανό peplum που προσπαθεί ανεπιτυχώς να μιμηθεί τον «Μονομάχο», θυμίζοντας περισσότερο τηλεοπτικό επεισόδιο του «Σπάρτακου» (χωρίς το σεξ ).

 

 

Είτε Έλληνας είτε Ρωμαίος, για το Χόλιγουντ κάθε χλαμυδοφόρος πολε­μιστής δεν μπορεί παρά να είναι «Μονομάχος» (του Ρίντ­λεϊ Σκοτ ). Πολλοί επίδοξοι Ράσελ Κρόου έχουν προκύψει τελευταία, αφού μετά τον Ηρακλή του Κέλαν Λουτζ σειρά έχει τώρα ο Βρετανός Μάιλο, ο οποίος ως παιδί είδε την οικογένειά του να σφαγιάζεται από τους στρατιώτες του αδίστακτου Ρωμαίου­ αξιωματικού Κόρβους και ο ίδιος­ πουλήθηκε ως σκλάβος. 
Δεκαεπτά χρόνια αργότερα, το σωτήριο έτος 79 μ.Χ., καταφθάνει στην Πομπηία ως διάσημος μονομάχος με το προσωνύμιο «Κέλτης». Εκεί θα γνωρίσει και θα ερωτευτεί την όμορφη κόρη του έπαρχου Κάσια, τον αήττητο «συνάδελφό» του Άτικους, τον οποίο πρέπει να αντιμετωπίσει σε αγώνα μέχρι θανάτου, και φυσικά τον γερουσιαστή πλέον Κόρβους, ακόμη πιο αιμοβόρο και διεφθαρμένο απ’ ό,τι τον άφησε. Και όλα αυτά με φόντο τον ανήσυχο Βεζούβιο, ο οποίος ετοιμάζεται να κλέψει απ’ όλους την τρισδιάστατη ­παράσταση.

 

 

Περιμένοντας (αμήν και ) πότε το διάσημο ηφαίστειο θα γίνει πυρ και μανία για την τελευταία και θεαματική σκηνή, που θα λύσει εν μέσω ψηφιακής καταστροφής όλες τις δραματικές εκκρεμότητες, παρακολουθούμε μια αλά «Σπάρτακος» (χωρίς το σεξ ) τηλεοπτική σαπουνόπερα εκτός αρένας κι έναν δευτεροκλασάτο «Μονομάχο» εντός αυτής: όχι μόνο η κερδισμένη με αίμα­ φιλία του ήρωα με τον Αφρικανό αντίπαλό του, αλλά ακόμη και η αντιστροφή της νικηφόρας μάχης των Ρωμαίων έναντι των Καρχηδόνιων έχουν κοπιαριστεί. Γεμάτη CGI εφέ, αξιοπρεπής χωρίς να είναι μεγαλειώδης, η παραγωγή αναβιώνει μια γραφικότατη, clean cut Πομπηία των τελευταίων ημερών και ο σαματατζής Πολ Γ.Σ. Άντερσον («Resident Evil», «Άλιεν Εναντίον Κυνηγού», «Οι Τρεις Σωματοφύλακες» ) ξεπετά το άνοστο, αφόρητα προβλέψιμο στόρι μόνο και μόνο για να γκαζώσει χωρίς καμιά έμπνευση στο πανδαιμόνιο του φινάλε. Το οποίο –αλά «Τιτανικός»– δεν κρύβει και πολλές εκπλήξεις, εκτός ίσως από το πόσο αξιομνημόνευτα άσχημα μπορεί να υποδυθεί ο Κίφερ Σάδερλαντ τον σατανικό κακό σε έξαλλη κατάσταση. 

ΗΠΑ. 2014. Διάρκεια: 105΄. Διανομή: ODEON.


ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ! :
ΡΩΤΗΣΤΕ ΤΟΥΣ ΕΙΔΙΚΟΥΣ
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ
 Γιόχαν Βόλφγκανγκ φον Γκαίτε
Η Σκέψη της ημέρας
14:58 Γιόχαν Βόλφγκανγκ φον Γκαίτε