Κρίση: Πώς αντιμετωπίζουμε το άγχος για τα χρέη και την ανεργία;

5 Μαρτίου 2014

Κρίση και θεραπευτική σχέση στο  ιδιωτικό γραφείο:

Οι δυσκολίες (και προτεινόμενες διέξοδοι)  στην   διατήρηση του θεραπευτικού πλαισίου σε μια εποχή κοινωνικό- οικονομικών αδιεξόδων' 

Γράφει η Κατερίνα Βαλαβανίδη, ψυχολόγος -μέλος της ψυχοδυναμικής ομάδας ‘Αντίκρισμα’ .

 

Όλοι μας πιστεύω ,ως επαγγελματίες στην ψυχική υγεία, ερχόμαστε καθημερινά αντιμέτωποι με ασθενείς που κινδυνεύουν να χάσουν ή έχουν ήδη χάσει την δουλειά τους, το σπίτι τους και τις οικονομίες τους. Ακόμα και αν δεν υπάρχει τέτοιος κίνδυνος όμως, όλοι μας ζούμε υπό ένα καθεστώς οικονομικής απειλής η οποία έχει τεράστιες κοινωνικές και ψυχολογικές προεκτάσεις. Ακόμα και αν έχουμε παρόμοια βιώματα με τους ασθενείς μας, και συνδεόμαστε μαζί τους με αυτόν τον τρόπο, η ψυχοθεραπευτική μας ιδιότητα μας αναγκάζει αλλά και μας βοηθά να διαφοροποιούμαστε από αυτούς για να μπορούμε να διατηρήσουμε την αντικειμενικότητά μας και να μπορέσουμε να τους ακούσουμε και να τους βοηθήσουμε με ενσυναίσθηση μεν, χωρίς προκαταλήψεις δε.

Στην εποχή που ζούμε, όπου όλοι λίγο πολύ έχουμε υποστεί τις συνέπειες της οικονομικής κρίσης πολλές φορές είναι δύσκολο να μην νοιώσουμε ότι βράζουμε στο ίδιο καζάνι με τους ασθενείς μας όταν και εμείς οι ίδιοι μπορεί να κινδυνεύουμε να χάσουμε την επαγγελματική μας ασφάλεια ανά πάσα στιγμή. Βιώνουμε έναν συλλογικό τραυματισμό.

 Φυσικά αυτό που παίζει ρόλο είναι το πώς νοηματοδοτείται η έλλειψη χρημάτων και η απώλεια από τον καθένα. Το βίωμα αυτό και οι επιπτώσεις του φιλτράρονται και καθορίζονται μέσα από την ψυχική δομή και τις εμπειρίες του κάθε ανθρώπου . Για πολλούς η κρίση δεν βιώνεται μόνο ως οικονομική αλλά και ως μια κρίση κατά την οποία χάνεται η πίστη στο κράτος-μητέρα στο οποίο στηριζόμασταν αλλά και  στον τρόπο που ζούσαμε ως τώρα και που κατανοούσαμε τον κόσμο . Γενικά, το χρήμα εκπροσωπεί την ασφάλεια, την κοινωνική κατάσταση και τις ανέσεις. Η οικονομική κρίση της Ελλάδας, μας έδειξε επίσης πόσο συνδέεται με την "αξιοπρέπεια". Η φτώχεια, ή μάλλον η οικονομική εξαθλίωση, βιώνονται ως μια αποτυχία, μία προσωπική ανικανότητα η οποία αγγίζει τότε την ενοχή και την ντροπή.

Στις καταθλιπτικές καταστάσεις αυτό που βιώνεται ως χαμένο ή κατεστραμμένο είναι ένα τμήμα του εαυτού του ατόμου. Ο Freud στο Πένθος και Μελαγχολία περιγράφει αυτήν την εσωτερικευμένη επιθετικότητα ως ‘ταύτιση του καταθλιπτικού ατόμου με το χαμένο αντικείμενο της αγάπης’ που στην προκειμένη περίπτωση αυτό το αντικείμενο μπορεί να είναι και η πολιτεία -μητέρα που δεν 'λειτούργησε' καλά ως προς τη μητρική της λειτουργία. Ξαφνικά το στήθος που ως τώρα μας έτρεφε, και από το οποίο ήμασταν τόσο εξαρτημένοι, στέρεψε και γίνεται ένα στερητικό αντικείμενο.

Όπως γράφει και η Άιζενστάιν, ο απλούστερος ορισμός του τραύματος είναι μία υπέρμετρη συρροή διεγέρσεων, δυσανάλογες σε σχέση με την αντοχή του ψυχικού οργάνου. Αντοχή, που, παρά τις συλλογικές της πλευρές, ποικίλλει ανάλογα με το άτομο και παραπέμπει πάντοτε σε ένα πρωθύστερο βίωμα. Οι τρόποι επένδυσης του χρήματος, λιγότερο ή περισσότερο ναρκισσιστικοί και σχετικοί με την ταυτότητα ή ακόμη αντικειμενοτρόποι, γενετήσιοι, πρωκτικοί, στοματικοί… είναι ανομοιογενείς και οι συνέπειές τους σε περίοδο κρίσης είναι συχνά απρόβλεπτες και ως συνέπεια μπορεί να οδηγήσουν τους ανθρώπους στους ειδικούς της ψυχικής υγείας.

Η σταθερότητα του θεραπευτικού πλαισίου όπως γνωρίζουμε είναι ένας από τους πολύ σημαντικούς παράγοντες στην ψυχοθεραπευτική διαδικασία. Στην ιδιωτική δουλειά, το τρίπτυχο του θεραπευτικού πλαισίου αποτελείται από τις συνιστώσες χώρος-χρόνος-χρήμα. Είναι οι τρεις παράγοντες που σηματοδοτούν και ορίζουν το πλαίσιο και οι οποίοι είναι κατά κύριο λόγο αμετάβλητοι προκειμένου να δημιουργηθεί η άγραφη συμφωνία ανάμεσα στον θεραπευτή και τον θεραπευόμενο και που θα εξασφαλίσει την σταθερότητα του πλαισίου η οποία αποτελεί ένα μεγάλο μέρος της θεραπευτικής διαδικασίας. Ήδη από το 1913, στα Κείμενα για την Τεχνική της Ψυχανάλυσης, o Freud θεωρεί την πληρωμή αναπόσπαστο μέρος του πλαισίου. Σημειώνει ότι, χωρίς πληρωμή, η αναλυτική σχέση θα ήταν αποκομμένη από τη πραγματικότητα.

Στην περίοδο αυτή της οικονομικής κρίσης όμως το θεραπευτικό πλαίσιο στο ιδιωτικό γραφείο κλονίζεται. Πέρα από το τι συμβολίζουν τα χρήματα στην σχέση του θεραπευτή και θεραπευόμενου αλλά και του πως θα επιλέξει ο θεραπευτής να ερμηνεύσει την σχέση του θεραπευόμενου με τα χρήματα (τι συμβολίζουν για τον ίδιο ψυχικά ), σε περιόδους τέτοιας οικονομικής αναταραχής και κάθετης αλλαγής πολλές φορές ο θεραπευτής χρειάζεται να κοιτάξει και πέρα από το συμβολικό και να διερευνήσει και την πραγματική διάσταση προκειμένου να διαφυλάξει την θεραπευτική του συμμαχία με τον θεραπευόμενο.   Οι θεραπευόμενοι, αντιμετωπίζοντας μεγάλες οικονομικές δυσκολίες μπορεί να ζητήσουν μείωση είτε στην αμοιβή του ψυχοθεραπευτή είτε στις συνεδρίες είτε και την διακοπή της ίδιας της θεραπείας. Εκεί ο θεραπευτής καλείται να σκεφτεί και να δράσει σε πολλά επίπεδα , ασυνείδητα αλλά και συνειδητά και τίθενται διάφορα ερωτήματα ως προς το αδιέξοδο που δημιουργείται όταν κλυδωνίζεται η σταθερότητα του πλαισίου.

Ένα παράδειγμα από την δουλειά μου στο ιδιωτικό γραφείο :

Η Α. είναι 39 χρονών, παντρεμένη εδώ και 12 χρόνια, έχει 2 παιδιά 2 και 6 χρονών. Ο σύζυγός της έχει μια σταθερή δουλειά άλλα υπάρχουν καθυστερήσεις στις πληρωμές, και η ίδια εργάζεται σε μια εταιρία και έχει αρκετά καλή θέση. Κατά τη διάρκεια της θεραπευτικής μας δουλειάς (την βλέπω εδώ και 2 χρόνια) , η Κ, έδειχνε μεγάλη αντίσταση στο να μιλήσει για τι πραγματικά αισθάνεται. Ερχόταν πάντα αγχωμένη και αράδιαζε τα γεγονότα της ημέρας χωρίς να υπάρχει κανένας χρωματισμός ως προς το τι αισθανόταν η ίδια για όλα αυτά. Αυτό κράτησε για αρκετό καιρό μέχρι και πρόσφατα.

Κάποια στιγμή , πριν το καλοκαίρι , έχασε την δουλειά της στην εταιρία που εργαζόταν. Για πολύ καιρό δεν μπορούσε να το πιστέψει. Μάλιστα συνέχιζε να πηγαίνει και να επισκέπτεται τους συναδέλφους της γιατί της έλειπε η επαφή μαζί τους. Ο λόγος της μέσα στις συνεδρίες έγινε πιο καταθλιπτικός και ίσως πιο επενδυμένος με συναισθηματική φόρτιση.

Παρόλο που το εισόδημά της μειώθηκε αρκετά, η Α., πήρε μια μεγάλη αποζημίωση και συνέχισε να δουλεύει ως freelance. Παρόλα αυτά σε μια από τις συνεδρίες μας, μου είπε ότι θα έπρεπε είτε να βρισκόμαστε ανά δεκαπέντε ημέρες είτε να σταματήσουμε την ψυχοθεραπευτική μας δουλειά γιατί λόγω οικονομικών δυσκολιών δεν μπορούσε να ανταπεξέλθει. Μου εξήγησε λεπτομερώς τις οικονομικές δυσκολίες της οικογένειάς της, με τους φόρους, με τα χαράτσια, με τις μειώσεις των μισθών, με την απόλυσή της. Φυσικά και καταλάβαινα την δυσκολία της αφού οι περισσότεροι θεραπευόμενοι μου, ο στενός μου κύκλος, εγώ η ίδια και όλη η Ελλάδα αντιμετωπίζουμε τις ίδιες δυσκολίες. Την ίδια στιγμή όμως έπρεπε να αναρωτηθώ εάν το ότι ζητούσε την αραίωση των συνεδριών μας ή ακόμα και την διακοπή , ήταν μια μορφή αντίστασης στην θεραπεία αλλά και χειρισμού απέναντί μου. Χάθηκε το επαγγελματικό πλαίσιο που τόσο καιρό ήταν αυτό που την οργάνωνε ψυχικά σε μεγάλο βαθμό (πάντα μου έλεγε ότι αν  δεν είχε την δουλειά της δεν θα άντεχε την υπόλοιπη ζωή της) και τώρα θα έπρεπε να στηριχθεί πραγματικά στο δικό μας πλαίσιο, που σήμαινε πιθανόν ότι θα έπρεπε να έρθει σε επαφή με τα πραγματικά της συναισθήματα ως προς την απόλυσή της αλλά και γενικότερα.

Ίσως ήταν μια σκέψη που δεν την άντεχε. Ενώ κατανοούσα απόλυτα την κατάστασή της, θεώρησα ότι έπρεπε να διατηρηθεί η σταθερότητα του πλαισίου γιατί αλλιώς θα επέτρεπα την επανάληψη την διαδικασίας μιας ‘απόλυσης’ και της απώλειας του αντικείμένου.

Πρότεινα έτσι την μείωση της αμοιβής προ κειμένου να συνεχίσουμε την δουλειά που είχαμε ξεκινήσει και που ίσως τώρα να άρχιζε πραγματικά. Εξήγησα και στην ίδια τη σημασία του να συνεχίσουμε. Η Α. το δέχτηκε , και φάνηκε να νοιώθει και μια ανακούφιση, όχι τόσο ως προς την μείωση της αμοιβής μου (γι’αυτήν ακόμα είχε να πει για το πόσο δυσκολεύεται οικονομικά) αλλά για το ότι δεν την άφησα να φύγει έτσι εύκολα όπως έκανε ο διευθυντής της .

Ήρθα αντιμέτωπη και με πολλές άλλες παρόμοιες καταστάσεις που κάποιες αναγκαστικά οδήγησαν στην διακοπή. Δεν κλονίστηκε μόνο το πλαίσιο της δικής τους θεραπείας , αλλά και το δικό μου, εσωτερικό πλαίσιο. Αισθάνθηκα μόνη και αποδιοργανωμένη. Η σκέψη ότι τελικά τους είχα και εγώ πολύ ανάγκη με τρόμαξε. Ανάγκη και ψυχική και πρακτική. Ψυχική γιατί αυτοί ήταν που καθόριζαν την ιδιότητά μου και πρακτική γιατί αυτοί ήταν που με βοηθούσαν να ζήσω.

Μέσα από αυτά τα δύσκολα συναισθήματα προέκυψαν διάφορα ερωτήματα και σκέψεις:

-Σε αυτήν την περίοδο κρίσης που ζούμε η έννοια των χρημάτων μέσα στο αναλυτικό πλαίσιο διατηρεί  ακριβώς την ίδια συμβολική υπόσταση που είχε πάντοτε;

-Κατά πόσο η κρίση γίνεται ένα εύκολο πάτημα για χειριστικότητα και αντίσταση μέσα στο θεραπευτικό πλαίσιο;

-Κατά πόσο η ενοχή που μπορεί να έχει ο θεραπευτής  απέναντι στον θεραπευόμενο ο οποίος μπορεί να πάσχει ψυχικά και οικονομικά μπορεί να επηρεάσει την κρίση του στην θεραπεία;

-Στην ψυχοθεραπεία τα χρήματα ήταν πάντα ένα θέμα ταμπού. Τώρα που έχουν αλλάξει τόσο τα δεδομένα πως μπορούμε να ανοίξουμε την επικοινωνία μας με τον θεραπευόμενο σχετικά με την οικονομική του κατάσταση χωρίς να νοιώσει ντροπή ή απειλή;

-Όταν λόγω κρίσης ο ψυχοθεραπευτής που δουλεύει ιδιωτικά στο γραφείο του και δεν πλαισιώνεται από μια δομή νοιώθει το επαγγελματικό του πλαίσιο να κατακερματίζεται χάνοντας έναν έναν τους θεραπευόμενούς , πως διατηρεί ανέπαφο και σταθερό το εσωτερικό του πλαίσιο; Όταν ο ίδιος αγωνιά για την ίδια του την επιβίωση πως μπορεί να αφήσει τις δικές του αγωνίες έξω από τον θεραπευτικό του χώρο και να προχωρήσει με την θεραπεία;

Ίσως η οικονομική κρίση να μας φέρνει αντιμέτωπους με την ανάγκη να κοιτάξουμε διαφορετικά την ψυχοθεραπευτική δουλειά στο ιδιωτικό γραφείο. Το πώς επικοινωνούμε με τους ασθενείς μας για τα χρήματα. Το πώς ερμηνεύουμε τις αντιστάσεις τους που αφορούν το οικονομικό κομμάτι της θεραπείας. Επίσης η σημασία του να διατηρήσουμε την σταθερότητα του πλαισίου όταν η θεραπεία κινδυνεύει ,να οδηγεί σε μια αναγκαστική προσαρμογή του θεραπευτή στα νέα δεδομένα, όπου προκειμένου να μην μειωθούν οι συνεδρίες ή και να διακοπούν τελείως. να προσπαθήσει να βρει λύσεις για την διευκόλυνση του θεραπευόμενου, μειώνοντας την αμοιβή της θεραπείας και συζητώντας ανοιχτά μαζί του. Κατά την Άιζενστάιν,Η υλική αδυναμία να πληρώνει κανείς δεν συνεπάγεται κατ’ ανάγκην και την ικανότητά του για ψυχική δεκτικότητα, οπότε κανείς θα πρέπει να διερευνήσει κανείς καλά τις δυσκολίες που προκύπτουν από τον θεραπευόμενο.

Τα αποτελέσματα της οικονομικής κρίσης ίσως να φέρνουν και κάποιες θετικές αλλαγές στην επαγγελματική ζωή του θεραπευτή , οι οποίες προκύπτουν μέσα από την ανάγκη του να φροντίσει τον εαυτό του προ κειμένου να μπορεί να επιβιώσει ψυχικά και όχι μόνο, στο απομονωμένο του ιδιωτικό γραφείο. Δημιουργείται μια πιο έντονη ανάγκη για επικοινωνία με τους συναδέλφους, για συζήτηση, για μοίρασμα των εμπειριών, για εποπτεία, για συσπείρωση, για δημιουργία επιστημονικών ομάδων και ομάδων στήριξης αλλά και καινούριες συνεργασίες. Όταν δεν υπάρχει εξωτερικό πλαίσιο, ο θεραπευτής πρέπει να έχει το δικό του επαγγελματικό πλαίσιο πολύ καλά ενδοβλημένο ώστε να μπορεί να είναι ένας τουλάχιστον επαρκής θεραπευτής . Όταν βάλλεται λοιπόν από τον κίνδυνο να χάσει τους ασθενείς του, και αυτό έχει άμεση επίδραση στον ίδιο του τον βιοπορισμό, ο θεραπευτής αντί να παραμείνει καθηλωμένος σε μια κατάσταση, μόνος του, θυμωμένος και απελπισμένος, μέσα στην παντοδυναμία του, μπορεί αντί αυτού να αναζητήσει και αυτός βοήθεια , να προσαρμόσει τις δικές του ανάγκες, να γίνει ίσως πιο ελαστικός και να κάνει ότι μπορεί για να στηρίξει τον εαυτό του και κατ’επέκτασην τους θεραπευόμενούς του. 

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ! :
ΡΩΤΗΣΤΕ ΤΟΥΣ ΕΙΔΙΚΟΥΣ
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ