Πάμε σινεμά απόψε; Ναι, αλλά ποια ταινία θα δούμε;

7 Μαρτίου 2014

Ο κριτικός κινηματογράφου από το περιοδικό Αθηνόραμα είδε και μας μιλά για τις καινούργιες ταινίες που παρουσιάζονται στις αθηναικές αίθουσες. 

300: Η Άνοδος της Αυτοκρατορίας

Παράλληλα με τη μάχη των Θερμοπυλών, ο γιγαντιαίος περσικός στόλος, υπό τις διαταγές της αδίστακτης ναυάρχου Αρτεμισίας, συγκρούεται στα στενά της βόρειας Εύβοιας με τον ελληνικό, τον οποίο διοικεί ο ήρωας της μάχης του Μαραθώνα Θεμιστοκλής. Ελαφρύτερου –έως και… παρωδιακού– ύφους, αλλά εξίσου πολεμοχαρής και αιματολάγνα συνέχεια των «300», από την οποία απουσιάζει σαφώς η σκηνοθετική υπογραφή του Ζακ Σνάιντερ.

 

 

Αν και οι «300» αποδείχτηκαν γιγαντιαία εμπορική επιτυχία και μια κόμικς σινε-περιπέτεια αναφοράς, παραδόξως πώς η Warner Bros χρειάστηκε επτά ολόκληρα χρόνια για να επιστρέψει στα ένδοξα εδάφη των μηδικών πολέμων, κάτι που μπορεί να μην αφήσει ανεπηρέαστη την εισπρακτική καριέρα του πολυαναμενόμενου σίκουελ. Κι αυτό γιατί πολλοί ήρωες με χλαμύδα, σανδάλια και φωτοσοπαρισμένους κοιλιακούς μεσολάβησαν από τη θυσία του βασιλιά Λεωνίδα στις Hot Gates ως τη ναυμαχία του Αρτεμισίου και η θεαματική σκηνοθετική έμπνευση του Ζακ Σνάιντερ (τα layouts του Φρανκ Μίλερ να ’ναι καλά ), άτσαλα κοπιαρισμένη από κάθε λογής μιμητές, δεν εντυπωσιάζει πια όπως την πρώτη φορά. Ακόμα χειρότερα, ο ίδιος έχει κρατήσει εδώ το ρόλο σεναριογράφου και παραγωγού, αφήνοντας στη θέση του πίσω από την κάμερα τον σκηνοθέτη διαφημιστικών Νόαμ Μούρο, ο οποίος απλώς τον αντιγράφει χωρίς την παραμικρή έμπνευση. 
Έτσι, το όλο εγχείρημα θυμίζει ξαναζεσταμένη σούπα με λίγο περισσότερο αλάτι και πιπέρι, που στην περίπτωσή μας συνίστανται σε μερικές ελάχιστα διακριτικές νότες παρωδιακού χιούμορ. Η αρχή της συνέχειας των «300» βρίσκεται στο graphic novel του Φρανκ Μίλερ «Xerxes», το οποίο ανακοινώθηκε από το 2008, αλλά παραμένει ανέκδοτο. Το σενάριο της «Ανόδου της Αυτοκρατορίας», παρ’ όλα αυτά, στηρίζεται σε αυτό και παρακολουθεί τα γεγονότα πριν, ταυτόχρονα και αμέσως μετά από τη μάχη των Θερμοπυλών. Έτσι, μαθαίνουμε ότι ο Θεμιστοκλής πλήγωσε θανάσιμα τον Δαρείο στη μάχη του Μαραθώνα(! ), ότι η κακιασμένη όσο δεν πάει πολέμαρχος Αρτεμισία έσπρωξε τον νεαρό Ξέρξη να εκδικηθεί τους Έλληνες και ότι, την ώρα που ο τελευταίος τα έβρισκε σκούρα στην ξηρά από τους Σπαρτιάτες του Λεωνίδα, εκείνη, ως δεινή ναύαρχος, οδηγούσε τον πολυάριθμο περσικό στόλο στα στενά της βόρειας Εύβοιας και σε σύγκρουση με τον υποδεέστερο ελληνικό, επικεφαλής του οποίου ήταν ο ατρόμητος και πολυμήχανος Θεμιστοκλής.

 

 

Κατά τα απαράβατα χολιγουντιανά ήθη η ναυμαχία του Αρτεμισίου, αλλά και εκείνη της Σαλαμίνας που ακολουθεί, είναι απλώς υπόθεση δύο ηρώων –ενός πολύ πολύ καλού και μιας πολύ, μα πολύ κακιάς–, οι οποίοι ξεπαστρεύουν με το… σπαθί τους το μισό τουλάχιστον αντίπαλο στράτευμα. Η μεταξύ τους ερωτική σκηνή ξεσηκώνει, εσκεμμένα, θύελλα γέλιου στην αίθουσα και απ’ αυτή την άποψη το όλο θέαμα φαντάζει λιγότερο… χρυσαυγίτικο από εκείνο της πρώτης ταινίας, η οποία έπαιρνε τον εαυτό της απόλυτα στα σοβαρά. Κι εδώ βέβαια οι ρατσιστικές αναφορές περισσεύουν (υπάρχουν μέχρι και Πέρσες βομβιστές αυτοκτονίας ), η βία ξεχειλίζει από γραφικότητα και τα πάντα εξυμνούν μια ασυγκράτητη μιλιταριστική αφέλεια, με σαφώς περισσότερο χιουμοριστικό, αλλά και φανερά λιγότερο εντυπωσιακό και πρωτότυπο τρόπο από εκείνον του Σνάιντερ. 
ΗΠΑ. 2014. Διάρκεια: 102΄. Διανομή: VILLAGE FILMS.

Ξενοδοχείο Grand Budapest


Ο αινιγματικός κ. Μουσταφά αφηγείται σε ένα νεαρό συγγραφέα την ιστορία του και το πώς ξεκίνησε να δουλεύει στην περίοδο του Μεσοπολέμου ως bell boy στο πολυτελές αλπικό ξενοδοχείο «Grand Budapest», του οποίου είναι τώρα ιδιοκτήτης. Η ευρωπαϊκή ιστορία του πρώτου μισού του 20ού αιώνα αναβιώνει μέσα από μια ντελικάτη, παραμυθένια σάτιρα που ξαναδιαβάζει τον Στέφαν Τσβάιχ με σουρεαλιστική διάθεση. Αργυρή Άρκτος Σκηνοθεσίας στο Φεστιβάλ Βερολίνου.

 

 

'Ενας από τους διασημότερους λογοτέχνες κατά την περίοδο του Μεσοπολέμου, ο εβραϊκής καταγωγής Αυστριακός Στέφαν Τσβάιχ («Αμόκ», «Το γράμμα μιας άγνωστης», «Σκακιστική νουβέλα» ) αντιπροσώπευε με το μετα-ρομαντικό πνεύμα του, τα ουμανιστικά πιστεύω του και τον απέριττο, αν και συχνά μελοδραματικό τρόπο γραψίματός του μιαν Ευρώπη, η οποία ετοιμαζόταν ν’ αλλάξει δραματικά, πατώντας και με τα δυο της πόδια στον 20ό αιώνα. Προερχόμενος από ένα εντελώς διαφορετικό σύμπαν, ο Τεξανός σκηνοθέτης Γουές Άντερσον («Οικογένεια Τενενμπάουμ», «Ο Έρωτας του Φεγγαριού» ) τον συναντά σε ένα παράξενο ταξίδι στις Άλπεις της δεκαετίας του ’30, αντλώντας από το έργο του γερμανόφωνου συγγραφέα την έμπνευση για το «Ξενοδοχείο Grand Budapest». 
Σ’ αυτό το πολυτελές κατάλυμα, ο αινιγματικός ιδιοκτήτης του κ. Μουσταφά αφηγείται σε έναν συγγραφέα την ιστορία του και το πώς ξεκίνησε να δουλεύει εκεί ως bell boy κατά την περίοδο του Μεσοπολέμου. Νεαρότατος Ινδός μετανάστης στη Δημοκρατία της Ζουμπρόφσκα, μεθοδικός κι αθόρυβος, ο Ζίρο Μουσταφά δεν άργησε να γίνει ο έμπιστος βοηθός του Γκουστάβ Η., του απαιτητικού, μπον βιβέρ, αλαζόνα, extra cool και απίστευτα εύγλωττου υπεύθυνου υποδοχής του ξενοδοχείου. Κι ενώ οι πολιτικοκοινωνικές αλλαγές γύρω τους είναι καταιγιστικές, ο Ζίρο και ο κ. Γκουστάβ θα βρεθούν μπλεγμένοι σε μια επικίνδυνη σκευωρία, η οποία περιλαμβάνει μια γιγαντιαία κληρονομιά, έναν σπανιότατο πίνακα, μερικούς βίαιους θανάτους και τελικά τον εγκλεισμό του Γκουστάβ Η. στη φυλακή για φόνο εκ προμελέτης.

 

 

Ο Στέφαν Τσβάιχ προμηθεύει το σκηνικό και τη μελαγχολική αύρα της περιόδου, ενώ οι κομψές προπολεμικές κομεντί του κλασικού Χόλιγουντ (από αυτές του Ερνστ Λιούμπιτς και του Φρανκ Κάπρα ως εκείνες του Χάουαρντ Χοκς και του Λίο ΜακΚάρεϊ ) δίνουν τον κινηματογραφικό τόνο σε μια ντελικάτη, παραμυθένια σάτιρα που αναβιώνει μια προ πολλού χαμένη εποχή, για να την αποχαιρετήσει συγκινητικά. Πρωταγωνιστές της είναι μια πινακοθήκη εξαιρετικά εκκεντρικών χαρακτήρων (ερμηνευμένων από 15 πρωτοκλασάτους σταρ ), οι δυσλειτουργικές σχέσεις των οποίων στριμώχνονται σε γεωμετρικά συμμετρικά πλάνα, με το «ακανόνιστο» χιούμορ να εντείνει την αίσθηση της πικάντικης παραξενιάς. 
Ο γνωστός και αγαπητός μας Γουές Άντερσον είναι εδώ, ανακατεύοντας δεξιοτεχνικά εποχές (πάντα του άρεσαν οι μοντέρνοι αναχρονισμοί ), παστέλ χρώματα, λογοτεχνικές και σινεφίλ αναφορές, σχολιάζοντας ταυτόχρονα μια ήπειρο που κουβαλά την ιστορία της σαν πολιτιστικό θησαυρό –όλα περιστρέφονται γύρω από έναν πίνακα ζωγραφικής– αλλά και σαν ιδεολογικό βαρίδι. Το υπερβολικά ελαφρύ ύφος κρατά μεγάλο μέρος της αλληγορίας σε ένα πρώτο και ευανάγνωστο (μερικοί θα πουν ρηχό ) επίπεδο, ο σπιρτόζος ρομαντισμός του Άντερσον, όμως, είναι πάντα καλοδεχούμενος και συγκινητικός, ενώ η αφηγηματική επιδεξιότητά του τού χάρισε την Αργυρή Άρκτο Σκηνοθεσίας στο πρόσφατο Φεστιβάλ Βερολίνου. 

Μ. Βρετανία, Γερμανία. 2014. Διάρκεια: 99΄. Διανομή: ODEON.

Φως Μετά το Σκοτάδι



Ο ευκατάστατος αρχιτέκτονας Χουάν και η τετραμελής οικογένειά του ζουν σε μια απομονωμένη έπαυλη του επαρχιακού Μεξικού, όπου τα όνειρα, οι αναμνήσεις και οι επιθυμίες τους δημιουργούν μια γοητευτική όσο και απειλητική «πραγματικότητα». Βραβείο σκηνοθεσίας στις Κάνες για μια εσωστρεφή, μυστικιστική, take it or leave it κινηματογραφική εμπειρία που αψηφά τους κανόνες της παραδοσιακής αφήγησης.

 

 

Τολμηρό κινηματογραφικό εγχείρημα που ζητά την άνευ όρων παράδοση του εκπαιδευμένου σινεφίλ, το «Φως Μετά το Σκοτάδι» προχωρά την προβληματική του τολμηρού Κάρλος Ρεϊγάδας ένα βήμα μακρύτερα από τα «Silent Light», «Battle in Heaven» και «Japon». Αν και λάτρης του «Japon», του σκηνοθετικού του ντεμπούτου το 2002, ομολογώ πως «έμεινα απ’ έξω» από το μυστικιστικό κλίμα και την εσωστρεφή λογική της τελευταίας του ταινίας, μιας ερμητικά κλειστής αλληγορίας πάνω στα αδιέξοδα της σύγχρονης ορθολογιστικής κοινωνίας, αλλά και στην αιώνια διαμάχη καλού και κακού, ενστίκτου και πολιτισμικών κανόνων, ονείρου και πραγματικότητας. Χωρίς καμία παραχώρηση στους κανόνες της γραμμικής αφήγησης, η ταινία πηγαινοέρχεται στις αναμνήσεις, τις επιθυμίες, τους εφιάλτες και στο εναλλακτικό μέλλον της τετραμελούς οικογένειας του ευκατάστατου αρχιτέκτονα Χουάν, η οποία προσπαθεί να αντιμετωπίσει τους εσωτερικούς δαίμονές της, αλλά και την απειλητική «πραγματικότητα» που την περιβάλλει.

 

 

Το φως και το σκοτάδι (μόνιμη θεματική του σκηνοθέτη ) συγκρούονται με φόντο μια ζωντανή φύση, η βία ξεπηδά απροειδοποίητα, ο διάβολος κάνει την εμφάνισή του αυτοπροσώπως (φωσφορίζων και με μια εργαλειοθήκη στο χέρι ) και ο Ρεϊγάδας κάνει το μεταφυσικό συμβολισμό μανιέρα, θυμίζοντας έναν πιο άκαμπτο και αυτάρεσκο «Θείο Μπούνμι…». Όπως και στην περίπτωση της ταινίας του Απιτσατπόνγκ Ουερασεθάκουλ, πρόκειται για μια take it or leave it μοναδική σινεφίλ εμπειρία, η οποία απέσπασε το βραβείο Σκηνοθεσίας στο προπέρσινο Φεστιβάλ Κανών. 

Μεξικό, Γαλλία. 2012. Διάρκεια: 115΄. Διανομή: AMA FILMS.


Πέρα Από τη Λογική



Η Βελγίδα Μιριέλ και ο Μαροκινός Μουνίρ ερωτεύονται και παντρεύονται, συνεχίζουν όμως να ζουν στο σπίτι του πλούσιου γιατρού Αντρέ Πινζέ, ο οποίος έχει υιοθετήσει τον Μουνίρ. Ύστερα από κάποιο καιρό, όμως, κι αφού είναι πλέον μητέρα τεσσάρων παιδιών, η Μιριέλ νιώθει να ασφυκτιά μέσα στην παράξενη αυτή σχέση. Με σοκαριστική ειλικρίνεια, η ιστορία μιας σύγχρονης Μήδειας αποτυπώνει τις ταξικές και πολιτιστικές αντιθέσεις που διέπουν τις ανθρώπινες σχέσεις.

 

 

«Ποιος τα ξεκίνησε όλα, οι θεοί το ξέρουν», λέει η Μήδεια στην επιθετική απολογία της προς τον Ιάσονα και σε ένα από τα τολμηρότερα λογοτεχνικά κείμενα που έχουν γραφτεί ποτέ – υπεράσπιση του σκληρότερου πιθανού εγκλήματος αλλά και του χωρίς όρια ανθρώπινου πάθους. Παίρνοντας αφορμή από ένα αληθινό περιστατικό, ο Βέλγος σκηνοθέτης Γιοακίμ Λαφός («Η Ιδιοκτησία» ) ξανασυναντά την ηρωίδα του Ευριπίδη στο πρόσωπο της νεαρής Μιριέλ, για την οποία μαθαίνουμε εξαρχής ότι νοσηλεύεται σε καταστολή έχοντας σκοτώσει τα τέσσερα παιδιά της. Έτσι, το «Πέρα Από τη Λογική» ξεκαθαρίζει γρήγορα γρήγορα πως δεν θα ποντάρει σε ένα μελοδραματικό και εκβιαστικό σασπένς, αφού αυτό που το ενδιαφέρει κινηματογραφικά είναι όχι το τι, αλλά το γιατί. Γιατί ο άνθρωπος μπορεί να φτάσει ως εκεί όπου δεν υπάρχουν πλέον απαντήσεις για να τον φέρουν πίσω;

 

 

Η Βελγίδα Μιριέλ και ο Μαροκινός Μουνίρ ερωτεύονται και παντρεύονται ευτυχισμένοι, ζώντας στο σπίτι του πλούσιου γιατρού Αντρέ Πινζέ, ο οποίος έχει υιοθετήσει τον Μουνίρ. Ύστερα από κάποιο καιρό, όμως, κι αφού είναι πλέον μητέρα τεσσάρων παιδιών, η Μιριέλ νιώθει να ασφυκτιά μέσα στην παράξενη αυτή σχέση, η οποία δημιουργεί περίπλοκες οικονομικές και ψυχολογικές εξαρτήσεις. Με ψύχραιμο βλέμμα, ο Λαφός υπογραμμίζει τα παιχνίδια εξουσίας που στήνονται καθώς το ζευγάρι βιώνει την ανέμελη ευτυχία του, επισημαίνει διακριτικά τις πολιτισμικές διαφορές των μελών του και φέρνει σε πρώτο πλάνο τις ταξικές αντιθέσεις οι οποίες διαμορφώνουν τη συμπεριφορά όλων των εμπλεκομένων. 
Με κάμερα στο χέρι, κάδρα που τεμαχίζονται εσωτερικά από κάθετους άξονες και μια κλειστοφοβική γεωμετρία που εγκλωβίζει τους ήρωες, χαρτογραφεί μια ασφυκτική πραγματικότητα η οποία αποδεικνύεται αναπόδραστα εφιαλτική. Χωρίς ψυχαναλυτικές ερμηνείες, αλλά και χωρίς την αποστασιοποίηση ενός φαινομενολογικού σινεμά, ο νεαρός συμπατριώτης των αδελφών Νταρντέν ξεδιπλώνει μέσα από ένα κουβάρι καλών προθέσεων (δεν υπάρχει κανένας ορατός ένοχος εδώ ) ένα αποτρόπαιο ξέσπασμα βίας και μας ζητά επιτακτικά να αναρωτηθούμε «ποιος τα ξεκίνησε όλα αυτά». 

Βέλγιο, Γαλλία. 2012. Διάρκεια: 111΄. Διανομή: ONE FROM THE HEART.


ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ! :
ΡΩΤΗΣΤΕ ΤΟΥΣ ΕΙΔΙΚΟΥΣ
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ
Νέα επίθεση του ISIS αναμένει η ΕΕ
Τα νέα της ημέρας
11:39 Νέα επίθεση του ISIS αναμένει η ΕΕ