Η Αθήνας είναι μια μεγάλη πίστα -Δείτε γιατί

10 Μαρτίου 2014

Μαστορέματα μετά μουσικής

Στη Διονυσίου Αεροπαγείτου πέσαμε πάνω σε αυτό το εκ Βουλγαρίας προερχόμενο τρίο να ειδικεύεται  στη μουσική των Βαλκανίων και των ελληνικών πανηγυριών, όπως το μήλο μου κόκκινο, στου παιδιού μου τη χαρά και ό,τι χορεύεται συρτό στην τελική. Ο Ιβάν χτυπάει με τη βίτσα του το τουμπερλέκι, ο Νίκος παίζει με το δοξάρι του λύρα και Ανδρέας κρατάει το ακορντεόν. Εκεί όμως που παίζουν εύθυμα σταματούν έναν περαστικό με θήκη κιθάρας στην πλάτη του και διαπληκτίζονται μαζί του για το που θα σταθεί ο καθένας. Ο πιο ήρεμος της παρέας, Ιβαν, μας πιάνει την κουβέντα με αφορμή τον τσακωμό που συμβαίνει μπροστά μας.” Δεν έχουμε που δεν έχουμε δουλειά, έρχεται και κάθεται στα πενήντα μέτρα από εμάς και δεν ακουγομάστε καλά. Αλλά δεν βαριέσαι, έτσι είναι εδω γύρω τα πράγματα. Όταν δεν βγαίνουμε να παίξουμε μουσική, εμείς οι τρεις μπορούμε να σου ανακαινίσουμε το σπίτι, ο ένας πιάνει τα ηλεκτρολογικά, ο άλλος τα πλακάκια και εγώ το βάψιμο. Και στον γάμο σου μπορούμε να παίξουμε, μας φώναζαν κάθε βδομάδα μια περίοδο σε τέτοια γλέντια εκείνα τα τέσσερα χρόνια που μείναμε στη Θεσσαλονίκη. Στην Αθήνα μένουμε μόνο τρεις μήνες αλλά καταλάβαμε ότι περνάει ωραία εδώ μόνο όποιος έχει λεφτά.”. Δέχονται και παραγγελιές πάντως, μην το ντραπείς.

Μαδριλένια ταξιδεύτρια

 
 

Περπατώντας πιο κάτω ακούμε έναν εντελώς διαφορετικό ήχο που θα μπορούσε κάλλιστα να είναι τραγούδι από σάουντρακ του Γιαν Τιρσέν. Φτάνοντας μπροστά από το Ηρώδειο αντικρύσαμε την καλοσυνάτη Αλμού και το σαν στολίδι λευκό της ακορντεόν. ” Κατάγομαι από τη Μαδρίτη, αλλά έχω ζήσει κατά περιόδους σε όλη σχεδόν την Ισπανία παίζοντας πάντα μουσική. Για δέκα χρόνια μάθαινα κρουστά και πριν δύο περίπου ξεκίνησα το ακορντεόν, δεν είναι πανέμορφο; Επάγγελμα μου είναι το να ταξιδεύω, γυρίζω μόνη μου τον κόσμο ή βρίσκω φίλους σε κάποιο μέρος, μένω εκεί λίγες μέρες και  γνωρίζω την πόλη. Όπου πάω προσπαθώ να μάθω ένα ντόπιο τραγούδι ώστε να το παίξω όταν πλέον γυρίζω στην έδρα μου. Εδώ βρίσκομαι πέντε μέρες και δεν ξέρεις πόσο στενοχωρήθηκα που έβρεχε και δεν μπορούσα να βγω για περπάτημα, να χαρώ τον ήλιο σας και να δω την πόλη που τόσα έχω ακούσει για την αρχαία ιστορία της. Τώρα φεύγω, θα πάω να γνωρίζω την Σαντορίνη, την Λέσβο και θα καταλήξω στην Κωνσταντινούπολη που μου έχουν πει πως είναι εξίσου όμορφη με εδώ.” Αυτό θα πει ταξιδιάρα ψυχή.

Τα λαϊκά παιδιά

Οι μικρότεροι επίδοξοι μουσικοί που συναντήσαμε και απευθύνονται σε κοινό με πιο λαϊκά γούστα ήταν ο δεκαεξάχρονος Αλέξανδρος, αυτόδικακτος στο ακορντεόν και το τραγούδι και ο δεκατετράχρονος Γιάννης που συνοδεύει στα φωνητικά τον μεγαλύτερο αδερφό του, όποτε βέβαια του κάνει αυτός νόημα. Δίπλα τους  ακριβώς διαδραματίζεται ένα απίστευτο σκηνικό μεταξύ ενός ζευγαριού (μάλλον) που έχει επιδοθεί σε μια ακατάσχετη υβρεολογία, αλλά οι πιτσιρικάδες δεν πτοούνται και συνεχίζουν να τραγουδούν, αφού όπως λένε έχουν δει πολλά τα μάτια τους στο κέντρο που ζουν και δουλεύουν. ” Μένουμε στο Μεταξουργείο αλλά ερχόμαστε συνήθως στο Μοναστηράκι για να βγάλουμε κανένα φράγκο. Δεν πηγαίνουμε σχολείο, εγώ σταμάτησα πριν δυο χρόνια νομίζω και ο μικρός τώρα. Έτσι και αλλιώς δεν είμασταν καλοί μαθητές, να τραγουδάμε ξέρουμε.”. Όνειρο του Αλέξανδρου είναι κάποια στιγμή να τραγουδήσει μαζί με τον Σταμάτη Γονίδη, αφού έτσι και αλλιώς ξέρει όλα τα τραγούδια του απ’ εξώ και ανακατωτά, με αγαπημένο του το με ”Με πιάνουν τα κλάμματα”, στο οποίο ισχυρίζεται ότι δίνει ρέστα.

Αφρικάνικα κρουστά

Λίγο πιο πέρα, ακριβώς πάνω στην πλατεία στο Μοναστηράκι,άνθρωποι όλων των ηλικιών έχουν σχηματίσει έναν τεράστιο κύκλο ενώ πολλοί από αυτούς κουνιούνται δειλά υπό τους ήχους  των κρουστών που χτυπάει ασταμάτητα μια παρέα Σενεγαλέζων. Στο κέντρο του κύκλου βρίσκεται ο Τζέφρι που αν σε δει να μπαίνεις στον ρυθμό, έρχεται προς το μέρος σου και σε τραβάει από το χέρι για να τον συνοδεύεις στον ξέφρενο χορό του. Αν πάλι δεν θέλεις και ντρέπεσαι, σε αγκαλιάζει φιλικά και συνεχίζει ακάθεκτος. ” Είμαι τρία χρόνια εδώ και από όσες χώρες έχω βρεθεί κατά καιρούς, η Ελλάδα νομίζω ότι μου ταιριάζει περίσσοτερο. Πως να φύγω από εδώ, έχετε τόσο ωραίες γυναίκες, ερωτεύομαι συνέχεια, έχω μάθει να λέω ”μώρο μου”, ”ζωή μου”, ”αγάπη μου”, καλά δεν τα πάω; Όσον αφορά τη μουσική και το χορό όμως, η γλώσσα τους είναι κοινή όπου και να βρεθώ, οπότε μάλλον δεν χρειάζεται να μάθω παραπάνω λέξεις στα Ελληνικά. Το μόνο που θέλω είναι να μείνω στην πανέμορφη Αθήνα, να χορεύω, να τραγουδάω, να γνωρίζω ανθρώπους, να είμαι ελεύθερος και καλλιτέχνης.” Εραστής της ζωής, της τέχνης και όχι μόνο από ότι φαίνεται.

Οι ψυχίατροι

Στους Αέριδες της Πλάκας πέσαμε πάνω σε ένα ντουέτο την πρώτη μέρα επανένωσής του, που ισχυρίζεται ότι έχει ελεύθερη σχέση, μουσικά πάντα .” Είμαι ο Δημήτρης και παίζω με την κιθάρα μου τους στίχους που γράφω εμνευσμένος από την καθημερινότητα. Μαζί μου πλέον θα κουβαλάω και τον τρομπετίστα μου, τον Αντώνη. Τον ξαναβρήκα μετά την διάλυση του συκροτήματός μας, ήμασταν κάποτε ” Οι γλάροι”, αλλά κάποια στιγμή εγώ πέταξα μακριά για να λειτουργώ σόλο. Δεν έχω κάποιο μουσικό πρότυπο, αρμονία βρίσκω στους ήχους που κάνουν τα κλειδιά μου, στα βήματα που ακούγονται στο πλακόστρωτο του δρόμου, στην φωνή ενός παιδιού που θα μου πει δυο λογάκια. Επίσης δεν βρίσκω καμιά παραφωνία σε όσους φωνάζουν στις λαϊκές αγορές, η φωνή τους είναι σθεντόρια και σταθερή και αν έκανα άλλη δουλειά θα ήμουν και γω πωλητής και πολύ πετυχημένος μάλιστα.”. Το γουστόζικο δίδυμο που αρέσκεται στο να σταματά ζευγαράκια και να τα παροτρύνει να εκδηλώσουν την αγάπη τους στο μικρόφωνο, θα ξεκινήσει εμφανίσεις με πρώτη τους στάση στην Θεμιστοκλέους 31 των Εξαρχείων το βράδυ του ερχόμενου Σαββάτου τις οποίες ονομάζουν ” Ψυχοθεραπεία” και όποιος λάχει να πίνει εκεί το ποτό του θα του δίνουν τη δυνατότητα να ανεβαίνει μαζί τους στη σκηνή, να λέει κανένα τραγούδι ή την ιστορία της ζωής του υπό την μουσική τους υπόκρουση πάντα.

Ρεμπέτικο πιάνο

Αν σεργιανίζεις τα μεσημέρια στην Αποστόλου Παύλου χαζεύοντας την Ακρόπολη, είναι πολύ πιθανό να ακούσεις στίχους γνώριμους βγαλμένους από την εποχή του Τσιτσάνη και του Καλδάρα, αλλά μάλλον η μουσική που τους συνοδεύει είναι αυτή που θα σου κάνει εντύπωση. Παρότι έχεις συνηθίσει να ακούς ένα μπουζούκι ή ένα μπαγλαμά να γρατζουνιέται και να συνοδεύει αυτά τα βαριά ρεμπέτικα τραγούδια, θα βρεθείς προ εκπλήξεως όταν δεις τον Σπύρο να τα τραγουδά με την μπάσα του φωνή και τα πλήκτρα του. «Αγαπώ τη λούμπεν κουλτούρα του ρεμπέτικου όσο αγαπώ και το πιάνο, γι’ αυτό παίρνω τα πλήκτρα μου αφού δεν μπορώ να κουβαλήσω ένα ολόκληρο πιάνο και βγαίνω στο δρόμο για να έρθω κοντά με ένα κοινό που ίσως δεν μπορεί να έρθει σε ένα μαγαζί να με ακούσει. Έτσι και αλλιώς και εγώ σταμάτησα να εμφανίζομαι, δεν έβρισκα εύκολα μαγαζάτορες που να συμφωνούν με τα δικά μου μουσικά γούστα. Ο κόσμος που σταματάει να με ακούσει και δεν με προσπερνά είναι συνήθως μεγαλύτερης ηλικίας, άνθρωποι που η μουσική μου τους ξυπνάει μνήμες από τα περασμένα. Πιο πολύ όμως χαίρομαι όταν βλέπω πιτσιρικάδες να σταματούν κοντά μου ή όταν πλησιάζουν και με ρωτούν τι είναι αυτό που τραγουδάω», λέει και παίζει μόνο για εμάς το «Τα τσαχπίνικα σου μάτια” που είχε πρωτοτραγουδήσει ο Γιώργος Κάβουρας.

Από την Κύπρο, με αγάπη (για την παράδοση)

Ο Γιώργος είναι φρέσκος  ακόμη στην τέχνη του δρόμου, καθώς έχει μόλις δύο εβδομάδες που βγαίνει έξω για να παίξει τη μουσική του. Είχε περάσει σε ΤΕΙ μουσικολογίας αλλά το μετάνιωσε και εγκατέλειψε την σχολή. ”Η προσέγγιση των καθηγητών μου ήταν πολύ θεωρητική για τα γούστα μου. Δέχομαι φυσικά ότι είναι ναι μεν ακαδημαϊκοί οι άνθρωποι, άρα ειδικοί στο είδος τους, αλλά στους περισσότερους από αυτούς έλειπε το απαραίτητο μεράκι που χρειάζεται για να μεταδώσουν σε έναν φοιτητή την τέχνη της μουσικής.  Παίζω ούτι μόλις δύο χρόνια αλλά έχω μια έφεση στα έγχορδα, μιας και έχω τουλάχιστον ολοκληρώσει τις σπουδές μου στην κλασσική κιθάρα. Κατάγομαι από την Σάμο και την Κύπρο, αγαπώ την μουσική σε όλες της τις εκφάνσεις. Ακόμη και τα τραγούδια που παίζουν στα σημερινά μπουζούκια, παρότι δεν είναι της αρεσκείας μου, έχουν ένα συγκεκριμένο κοινό, άρα έχουν και λόγο ύπαρξης. Απλά εντοπίζω πως το μεγάλο λάθος που παρατηρώ να συμβαίνει είναι ότι όσο περνούν τα χρόνια και η γενιές απομακρυνόμαστε  ολοένα και πιο πολύ από την παράδοση μας και τη μουσική που μας έχει κληρονομηθεί, η οποία είναι πολύ σημαντική για την ανάπτυξη της μουσικής μας παιδείας.”. Όσοι λοιπόν αναγνωρίζεται τον εαυτό σας στις απόψεις του περί μουσικής, μπορεί να τον βρείτε κάπου κοντά στον σταθμό του ηλεκτρικού στο Θησείο και να σας ταξιδέψει με τη μελωδική φωνή του στα σμυρνέικα τραγούδια ως τον παλιό προσφυγικό Πειραιά.

Fanfare gipsy band

Η μπάντα που ξεσηκώνει την πλατεία Συντάγματος με τους οχτώ μουσικούς της έφτασε εδώ από ένα χωριό της Ρουμανίας, αφού πρώτα πέρασε από την Γαλλία, την Αγγλία, την Πορτογαλία και πολλές άλλες ευρωπαϊκές πόλεις. Κανείς λοιπόν από τους αλέγρους αυτούς συγχωριανούς δεν κάνει κάποια άλλη δουλειά, αφού δηλώνουν μουσικοί από τα γεννοφάσκια τους, ενώ δεν αρνούνται να παίξουν σε κάποιο κέντρο ή ακόμη και στην τηλεόραση αν κάποιος τους πλησιάσει με μια τέτοιου είδους πρόταση. Αν κοντοσταθείς να τους ακούσεις και κάποιος από το μουσικό παρεάκι σου κλείσει το μάτι για να πας πιο κοντά, φρόντισε να ξέρεις Ιταλικά ή Ισπανικά και θα τα πείτε φίνα, διαφορετικά η συνεννόηση θα είναι βατή αν κινηθεί η κουβέντα στο πόσο θα αγοράσεις τη δισκογραφική τους απόπειρα που περιέχει 14 τραγούδια. Εν τέλει, μοναδικό τους παράπονο είναι ότι στο εξωτερικό το κοινό είναι πιο δεκτικό, ενώ εδώ τους προσπερνά. Και πραγματικά είναι δύσκολο να μην ξελογιαστείς, έστω και στιγμιαία, από τον παλμό τους.

Ένας σύγχρονος καουμπόης

Έξω έβρεχε καρέκλες αλλά ο ευχάριστα εκκεντρικός Boris Voutsinas βρισκόταν απτόητος κάτω από το υπόστεγο του σταθμού μετρό στο Μοναστηράκι. Δεν εμφανίζεται απλά με ένα οργανάκι, αλλά πηγαινοφέρνει μαζί του ένα ξύλινο μπαούλο, το φορητό του πάλκο όπως το ονομάζει, το οποίο κρύβει μέσα του τον αυτοσχέδιο εξοπλισμό που τον βοηθάει στο σόου που δίνει καθημερινά (γιατί μόνο έτσι μπορεί να το χαρακτηρίσει κανείς) και το σκουπάκι που χρησιμοποιεί για να καθαρίζει το σημείο που θα επιλέξει να παίξει κάθε φορά. «Ξεκίνησα ως φοιτητής να παίζω μουσική στους δρόμους της Ζυρίχης για να βγάζω χαρτζιλίκι και να καλύπτω τα έξοδα μου. Για να καταλάβεις, σου μιλάω για το ’81 τώρα, έβγαινα με άλλους πέντε μες το χιόνι και να φανταστείς εγώ δεν είχα καν όργανο τότε, τα χέρια μου χτυπούσα για να βγάζω ήχο. Από τότε έχω περάσει από πολλές μπάντες και έχω φύγει από όλες αυτές όταν άρχιζαν να σκοτώνονται μεταξύ τους για τα σταριλίκια του κιθαρίστα, του ντράμερ ή του τραγουδιστής. Πλέον ζω με αυτό τον τρόπο την οικογένεια μου, αν και στην Ελλάδα και πόσο μάλλον στην Αθήνα την πρωτεύουσα του μπαχαλιστάν σε περνούν για ζητιάνο, δεν κατανοούν εύκολα ότι η τέχνη και οι μουσικοί δεν πρέπει να εγκλωβίζονται μόνο σε μαγαζιά για να έχουν την προστασία μπράβων. Στο εξωτερικό θα βρεις πολλούς σαν εμένα, σοβαρούς καλλιτέχνες που δεν δίνουν σημασία στα παράπονα των περαστικών ή τις υποδείξεις των αστυνομικών, όπως κάνω και εγώ άλλωστε. Μου αρέσει ότι αντέχει στο χρόνο όπως είναι η σόουλ, η μπλουζ και η τζαζ και εκτιμώ ακόμη και τους λαϊκούς τραγουδιστές που αποπνέουν κάτι το αυθεντικό». Αν τον πετύχεις, ακόμη και η μουσική του να μην είναι στα ακούσματα σου, θα σου τραβήξει με βεβαιότητα το ενδιαφέρον το vintage ντύσιμο του.

Νίκος, ο έμπειρος

Ο Boris αλλάζει πόστο και κατευθύνεται προς την Ερμού για να βρει κανένα υπόστεγο κλειστού πολυκαταστήματος και να αράξει. Την θέση του όμως την παραχωρεί σε ένα στενό του φίλου, τον Νίκο, με τον οποίον γνωρίστηκαν αφού στεκόντουσαν στα ίδια μέρη για να βγάλουν το μεροκάματο. Ο Νίκος που αγαπά τον Χανκ Μαρβιν, την Μίμη Πλέσσα και τον Γιώργο Κατσαρό, κουβαλά πάντα μαζί του το μεγάλο ηχείο του, ένα mp3, μια φθαρμένη από την πολυετή χρήση κιθάρα και ένα τασάκιπου μάλλον είναι το πιο απαραίτητο εργαλείο του, αφού δηλώνει αμετανόητα φανατικός καπνιστής. ” Ό,τι και να μου πουν οι γιατροί, δεν μπορώ να το κόψω ή τουλάχιστον ας μην μου ζητάνε λεφτά για να με βοηθήσουν. Γουστάρω να κάπνιζω και το έχω συντροφιά μου όταν βγαίνω για δουλειά, μέσα στο άγχος μου μην μου την πέσουν καραβανάδες, λες και η Αθήνα είναι τέλεια και εγώ είμαι αυτός που της χαλάω τη μόστρα. Δεν καταλαβαίνουν ότι είμαι αναγκασμένος να το κάνω, είχα μια επιχείρηση κάποτε, κατασκεύαζα παπούτσια αλλά ευτυχώς ήμουν προνοητικός και έβλεπα μπροστά. Την έκλεισα πριν δεκαπέντε χρόνια γιατί δεν πήγαινε καλά τότε, φαντάσου πως θα ήταν τώρα τα πράγματα. Τα χρέη όμως τρέχουν και από εκεί που έπαιζα στα νιάτα μου με μπάντες για την πλάκα μου και στο τέλος τους τα χάριζα τα λεφτά, τώρα φοβάμαι μην μου φέρουν την εφορία για να με διώξουν από τη θέση μου. Όσο ρομαντικό και αν φαίνεται σε μερικούς το να παίζεις μουσική στο δρόμο, άλλο τόσο επικίνδυνο και ψυχοφθόρο μπορεί να γίνει. Αυτό που με γλυκαίνει καμιά φορά είναι πως σε αυτό το σημείο που κάθομαι παιρνούν συνέχεια νέα παιδιά, ακούν κανένα τραγούδι που ξέρουν από τους γονείς τους και έτσι πιάνουμε φιλίες.”. Αν καπνίζεις  φανατικά λοιπόν, ο Νίκος μπορεί να γίνει ο νέος φίλος σου.

 

Πηγή: www.popaganda.gr 

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ! :
ΡΩΤΗΣΤΕ ΤΟΥΣ ΕΙΔΙΚΟΥΣ
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ
Νέα επίθεση του ISIS αναμένει η ΕΕ
Τα νέα της ημέρας
11:39 Νέα επίθεση του ISIS αναμένει η ΕΕ