Η βιταμίνη D σώζει απο καρκίνο αλλά και κατάθλιψη

10 Μαρτίου 2014

Η βιταμίνη D και οι επιδράσεις της στην υγεία. 

Έχει διαπιστωθεί ότι τα υψηλά επίπεδα της βιταμίνης D στο αίμα σχετίζονται με:

- μειωμένη θνησιμότητα από οποιαδήποτε αιτία

-μειωμένη συχνότητα εμφάνισης καρκίνου του μαστού έως και κατά 77%

-μειωμένη συχνότητα εμφάνισης καρκίνου του παχέος εντέρου

- μικρότερη συχνότητα εμφάνισης καρκίνου του προστάτη

- μειωμένη συχνότητα εμφάνισης διαβήτη τόσο σε ενήλικες όσο και σε παιδιά

-μειωμένη συχνότητα εμφάνισης υπέρτασης και καρδιαγγειακών νόσων

-μειωμένη συχνότητα εμφάνισης κατάθλιψης, ιδίως κατά τους χειμερινούς μήνες

-μειωμένη συχνότητα εμφάνισης λοιμώξεων του αναπνευστικού

-μείωση του κινδύνου για σκλήρυνση κατά πλάκας. Μια αύξηση της τάξεως των 20 ng/ml στα επίπεδα της βιταμίνης D στο αίμα μειώνει τον κίνδυνο εμφάνισης της νόσου κατά 45%

-μειωμένη συχνότητα εμφάνισης αυτισμού και αναπτυξιακών διαταραχών

- αυξημένη απώλεια βάρους. Για κάθε μονάδα αύξησης των επιπέδων της βιταμίνης D στο αίμα αντιστοιχεί απώλεια επιπλέον βάρους της τάξεως των 200 γρ., ενώ διατηρείται η ίδια διατροφή

-βελτίωση της ψωρίασης

-τη διαφοροποίηση και ενεργοποίηση των λευκών αιμοσφαιρίων

- την ενεργοποίηση και αντιγραφή 3.005 τουλάχιστον γονιδίων

-την αυξημένη παραγωγή 200 ενδογενών ουσιών με

 αντιβιοτική δράση στο ανθρώπινο σώμα.

 

 Και αυτά είναι μόνο ένα μέρος των συνεισφορών της βιταμίνης D στην υγεία μας. Αν δεν είναι αυτός ο πιο σημαντικός παράγοντας για την υγεία μας, δεν μπορώ να φανταστώ ποιος άλλος θα μπορούσε να είναι. Στην πραγματικότητα, η επιστημονική κοινότητα έχει μεταθέσει μεγάλο μέρος της προσοχής της στην έρευνα των δράσεων και των θεραπευτικών χρήσεων της βιταμίνης D. Κατά τη στιγμή της συγγραφής του παρόντος, βρίσκονται σε εξέλιξη πάνω από 2.000 κλινικές δοκιμές για τη συγκεκριμένη βιταμίνη.

Η ιατρική έχει πλέον εισέλθει στην «μετά βιταμίνης D» εποχή.


Ποια είναι τα ιδανικά επίπεδα;

Ποια είναι τα ιδανικά επίπεδα και πόση βιταμίνη D πρέπει να λαμβάνουμε για να κερδίζουμε όλα τα δυνατά οφέλη; Ακόμη κι αν το θέμα αυτό δεν φαίνεται να έχει επιλυθεί πλήρως από την επιστημονική κοινότητα, σύμφωνα με μελέτη που πραγματοποιήθηκε και δημοσιεύτηκε τον Σεπτέμβριο του 2011 από τον Robert Heaney, παγκόσμια αυθεντία στη βιταμίνη D, χρειαζόμαστε επίπεδα άνω των 48 ng/ml για να μειώσουμε τη συχνότητα εμφάνισης χρόνιων ασθενειών.

Πάντα σύμφωνα με τον Heaney, το ανώτατο φυσιολογικό όριο είναι 90 ng/ml, ενώ η τοξικότητα είναι σπάνια για επίπεδα κάτω των 200 ng/ml. Αυτά είναι τα επίπεδα (48-90 ng/ml) που σημειώνονται στους πληθυσμούς όπου οι άνθρωποι ζουν και εργάζονται στην ανοιχτή φύση, χωρίς προστασία από τον ήλιο και είναι παρόμοια με τα επίπεδα που παρατηρήθηκαν σε πρωτόγονους πληθυσμούς. Για τους λόγους αυτούς, δεν πρέπει να επικεντρωθούμε τόσο στη δόση που πρέπει να λαμβάνεται, όσο στην επίτευξη επιπέδων βιταμίνης D (του τύπου OH25D3) τουλάχιστον άνω των 48 ng/ml.

Σίγουρα, η καλύτερη πηγή είναι η έκθεση στον ήλιο, αλλά αυτό δεν είναι πάντα δυνατό για τους περισσότερους από εμάς, που εκτιθόμαστε στον ήλιο μόνο για 15-30 ημέρες το χρόνο. Θα πρέπει επίσης να έχουμε κατά νου ότι αυτή η έκθεση πραγματοποιείται συνήθως με τη χρήση αντιηλιακού (ένα αντιηλιακό με SPF 15 μπλοκάρει την παραγωγή της βιταμίνης D από τον ήλιο κατά 99%). Στην πραγματικότητα, είναι σπάνιο, ακόμη και στις χώρες της Μεσογείου, να επιτευχθούν επαρκή επίπεδα χωρίς τη λήψη συμπληρωμάτων με βιταμίνη D3.


ΠΗΓΗ: Απόσπασμα απο το βιβλίο "Πως να ζήσετε 150 χρόνια με υγεία",

του Dr Δημήτρη Τσουκαλά,  από τις εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ

 

 

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ! :
ΡΩΤΗΣΤΕ ΤΟΥΣ ΕΙΔΙΚΟΥΣ
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ