Θες να παντρευτείς αλλά δε βρίσκεις σύντροφο; Ποια λάθη κάνεις

12 Μαρτίου 2014

Ο No 1 γυναικείος φόβος: Και αν δεν παντρευτώ ποτέ;

Γράφει ο ψυχολόγος, ειδικός σε θέματα σχέσεων John Gray

Μετά από αμέτρητες γενιές στον πυρήνα της ανθρώπινης ύπαρ­ξης, ο γάμος είναι κάτι περισσότερο από νόμος. Είναι μια κοινω­νική σύμβαση. Αυτό σημαίνει ότι είναι ένα αποδεκτό έθιμο - κά­τι που ο καθένας (ή σχεδόν ο καθένας) συμφωνεί ότι είναι σωστό (να παντρεύεται). Μερικές φορές υποτιμούμε τους ανθρώπους όταν λέμε: “Α!, είναι πολύ συντηρητικοί”. Κατά τη γνώμη μου δεν είναι κακό να είναι κανείς συμβατικός. Το θυμόμαστε αυτό όταν κάποιος σπάει έναν κοινωνικό κανόνα που εμείς συμφωνούμε μ’ αυτόν, όπως π.χ. όταν κάποιος μας παίρνει τη σειρά καθώς περι­μένουμε.

Οι περισσότεροι από μας συμφωνούμε, ότι το να παντρευτεί κάποιος στα νιάτα του είναι σωστό. Αυτό μας δίδαξαν από την παιδική μας ηλικία στην κοινωνία που μεγαλώσαμε. (Είναι χρή­σιμο για την κοινωνία να πιστεύουμε κάτι τέτοιο, γιατί έτσι έχου­με περισσότερες πιθανότητες να παντρευτούμε, και αυτό διατη­ρεί την κοινωνική τάξη). Επίσης μας έχουν διδάξει ότι το να παντρευτούμε δείχνει πολλά για το ποιοί είμαστε. Δείχνει ότι εμείς και όχι μόνο τα παιδιά μας) είμαστε νόμιμοι, ότι είμαστε προσαρμοσμένοι στην κοινωνία. Με το να παντρευτούμε εγκαθι­δρύουμε τους εαυτούς μας ως μέρος της ομάδας των ενήλικων ανθρώπων.

Ως ζευγάρια, γινόμαστε αναγνωρίσιμοι σ’ ένα κοινω­νικό περιβάλλον μ’ έναν τρόπο επιβεβαιωτικό, μη απειλητικό. Το να παντρευτούμε σημαίνει ότι έχουμε επιτύχει (κι ότι και οι γονείς μας πέτυχαν). Έχουμε πετύχει ένα στόχο ζωής, και τώρα έχουμε να προχωρήσουμε σε εξίσου σημαντικούς στόχους, όπως να κάνουμε παιδιά και να δημιουργήσουμε ένα σπιτικό. Τέλος, αν είμαστε θρησκευόμενοι -όποια και να είναι η θρησκεία που ασπαζόμαστε- το να παντρευτούμε σημαίνει να ολοκληρώσουμε τον προορισμό που μας έχει δώσει ο Θεός.

Έχουμε προσδοκία να παντρευτούμε. Οι γονείς, τα αδέρφια, οι φίλοι προσδοκούν να παντρευτούμε. Νωρίτερα ή αργότερα, μετά την ενηλικίωσή μας, αρχίζουμε να αισθανόμαστε αυτή την κοινή προσδοκία, την πίεση για γάμο. Επειδή οι γυναίκες μπορούν να κάνουν παιδιά μέχρι μια ηλικία, νιώθουν αυτή την πίεση νωρίτερα από τους άντρες. Γενικότερα οι γυναίκες αι­σθάνονται αυτή την πίεση ισχυρότερα από τους άντρες. Κι αυτό γιατί το κοινωνικό μήνυμα ότι πρέπει να παντρευτείς για να γί­νεις κάποιος, έχει περαστεί πιο ισχυρά στις γυναίκες. (Έχετε δει ποτέ περιοδικό για μέλλοντες γαμπρούς;). Όμως και οι άντρες νιώθουν πίεση. Ο γάμος είναι σημαντικός για την εικόνα και την κοινωνική θέση όλων των ανθρώπων.

Οι γυναίκες νιώθουν την πίεση για γάμο. Οι άντρες νιώθουν την πίεση για γάμο. Έτσι λοιπόν, μετά την ενηλικίωση αρχίζουμε ν’ αναζητούμε κάποιον όχι για να περνάμε απλώς όμορφα και ρομαντικά, αλλά για να παντρευτούμε.

Οι Δύο Τακτικές Επιλογής Συντρόφου

Όταν αρχίζουμε να νιώθουμε την πίεση για γάμο, έχουμε μια αί­σθηση βιασύνης, κι αρχίζουμε ν’ αναζητούμε κάποιον για να πα­ντρευτούμε. Και την ίδια στιγμή νιώθουμε ότι οι επιλογές μας εί­ναι περιορισμένες. Υπάρχουν οι άνθρωποι που βλέπουμε στη δουλειά, στις σχολές μας, οι φίλοι των φίλων. Όλοι αυτοί δεν είναι να είναι πολλοί. Κι αν δεν νιώθουμε και πολύ σίγουροι τη γοητεία μας, μπορεί να αισθανόμαστε ότι οι επιλογές μας αι ακόμα πιο περιορισμένες. Αρχίζουμε να πιστεύουμε ότι δεν έχει χρόνος να περιμένουμε μέχρι να βρούμε τον άνθρωπο  θα ήταν ιδανικός για μας, γιατί μπορεί αυτός ο άνθρωπος να βρεθεί ποτέ στο δρόμο μας.

Λογαριάζουμε λοιπόν, ότι ένας άνδρας που έχει κάποια θετικά στοιχεία, βρεθεί μπροστά μας, πρέπει να κάνουμε ό,τι μπορούμε για να μείνουμε μαζί του, έστω κι αν αυτός δεν είναι ιδανικός για μας. Με λίγα λόγια, η μανία για γάμο μάς οδηγεί στο ν’ ακολουθήσουμε μια βιαστική τακτική λήψης αποφάσεων σε σχέση με την επιλογή συντρόφου, αντί να χρησιμοποιήσουμε άλλη, mo συνειδητή τακτική, αυτή που χρησιμοποιούμε συνήθως όταν χουμε σοβαρές αποφάσεις.

Για να καταλάβετε πόσο διαφορετικές είναι οι δύο αυτές τακτικές, φανταστείτε πώς εσείς κι ο σύντροφός σας θέλετε να αγοράσετε ένα διαμαντένιο δαχτυλίδι αρραβώνων. Δεν θ’ αγοράσετε το πρώτο όμορφο δαχτυλίδι που θα βλέπατε. (Αν το κάνατε ό, θα ήταν μια βιαστική απόφαση). Αντί γι’ αυτό, θα πηγαίνατε σε διαφορετικά μαγαζιά για να κάνετε σύγκριση. Αφού θα βλέπατε  αρκετά δαχτυλίδια, θα συνειδητοποιούσατε ότι υπάρχει ένα συγκεκριμένο είδος διαμαντιού που προτιμάτε, ή ένα είδος δεσίματος που σας αρέσει περισσότερο από τ’ άλλα. Μπορεί και να διαβάζατε κάποια πράγματα για τα διαμάντια, για να είστε βέβαιοι ότι θ' αγοράσετε την καλύτερη ποιότητα ανάλογα με τα χρήματα που διαθέτετε. Αυτή είναι η τακτική της συνειδητής επιλογής.

Λεν επιλέγουμε συνήθως συνειδητά όταν ψάχνουμε για ένα σύντροφο. . Συνήθως συμβαίνει το εξής: Ψάχνουμε για κάποιο σύντροφο με απώτερο σκοπό το γάμο, και κάποιος άλλος ψάχνει το ίδιο πράγμα. Συναντιόμαστε, και βρίσκουμε ο ένας τον άλλο ελ κυστικό, τόσο ελκυστικό ώστε να μας τραβήξει το ενδιαφέρον.

 Τότε ανακαλύπτουμε ότι

 α) ο άλλος φαίνεται ένας καλός άν­θρωπος, και

β) τον ελκύουμε.

Αυτά τα δύο είναι ό,τι χρειάζεται για ν’ αρχίσει η διαδικασία σεξουαλικής έλξης και επιβεβαίωσης, και έτσι ερωτευόμαστε. Όταν ερωτευτούμε, ο σύντροφός μας, μας φαίνεται τέλειος σε όλα. Κι αν, καθώς η σχέση εξελίσσεται, συνεχίζουμε να πιστεύουμε ότι ο άλλος είναι ένας καλός άν­θρωπος και συνεχίζουμε να νιώθουμε σεξουαλική έλξη, αρχίζου­με τότε να σκεφτόμαστε ότι μπορεί αυτός να είναι ο σωστός σύ­ντροφος για μας. Κι αν τα δημογραφικά του χαρακτηριστικά -ηλικία, μόρφωση, επάγγελμα, θρησκεία, κ.τ.λ- είναι αποδεκτά (σ’ εμάς, στην οικογένειά μας και στους φίλους μας), μπορούμε να προχωρήσουμε στο γάμο.

Ο Μπιλ και η Ντόνα, το ζευγάρι στο δεύτερο κεφάλαιο, παντρεύτηκαν κατ’ αυτό τον τρόπο. Τα περισσότερα ζευγάρια δεν ακολουθούν τη στρατηγική της σύ­γκρισης και της συνειδητής επιλογής. Δεν διαλέγουν ανάμεσα σε διάφορες επιλογές, παρά αποφασίζουν ότι η μία και μοναδική επιλογή που βρίσκεται μπροστά τους, είναι αρκετά καλή ώστε να την επιλέξουν για όλη τους τη ζωή. Το σημαντικότερο πράγμα εί­ναι το εξής: Παρόλο που οι σύντροφοι δεν επιλέγουν συνειδητά μετά από σύγκριση, το ερωτικό αίσθημα τούς οδηγεί να νομίζουν ότι το κάνουν συνει­δητά, κι έτσι νιώθουν πεπεισμένοι ότι παίρνουν τη σωστή απόφαση.

Όταν οι άνθρωποι παντρεύονται ακολουθώντας την τακτική της πρώτης επιλογής που θα τους τύχει, είναι ευτυχισμένοι στην αρχή. Οι σύντροφοί τους είναι ευτυχισμένοι, όπως επίσης οι συγ­γενείς και οι φίλοι, γιατί φαινομενικά φαίνονται ταιριαστοί μετα­ξύ τους. Οι σύντροφοι ανακαλύπτουν πόσο ταιριάζουν μεταξύ τους, μόνο όταν η σεξουαλική έλξη του ρομαντικού έρωτα έχει μειωθεί - σε τρεις μέρες, τρεις μήνες ή τρία χρόνια μετά το γάμο. (Δεν κρατά συνήθως πάνω από τρία χρόνια). Σ’ αυτό το ση­μείο, αν είναι τυχεροί, οι σύντροφοι ανακαλύπτουν ότι δεν έτυχε να παντρευτούν κάποιον που τους έμοιαζε μόνο τυπικά, αλλά και στις τρεις διαστάσεις της αρμονίας, έτσι ώστε να έχουν απεριόριστo απόθεμα ενέργειας για επιβεβαίωση και για μια αγάπη που θα κρατήσει. Αν δεν είναι τυχεροί, αρχίζουν να νιώθουν ότι δεν αγαποΰν ο ένας τον άλλο όσο στην αρχή. Μπορεί ν’ αναγνωρίζουν ότι η αγάπη έσβησε επειδή δεν υπήρχε αρμονία μεταξύ ους. Ή μπορεί και να μην το αναγνωρίζουν, και να νιώθουν απογοήτευση και αμηχανία.

Θα ήταν καλύτερα γι’ αυτά τα άτυχα ζευγάρια να μην είχαν παντρευτεί εξ’ αρχής. Και ίσως να μην είχαν παντρευτεί αν δεν νιωθαν την πίεση για γάμο. Η ρομαντική τους ιστορία θα έφτανε στο τέλος της και δεν θα είχαν ν’ αντιμετωπίσουν τα νομικά προβλήματα, το στίγμα της κοινωνίας, και τον πόνο του χωρι­κού (ειδικά αν έχουν και παιδιά), που είναι το αποτέλεσμα ενός αποτυχημένου γάμου.

Σ’ αυτό το σημείο, μπορεί και να διαφωνείτε μ’ αυτά που είπα για τις δύο τακτικές επιλογής συντρόφου. Άλλωστε, πρακτικά οι άν­θρωποι δεν μπορούν να συγκρίνουν πολλούς πιθανούς συντρόφους, πως μπορούν να κάνουν μ’ ένα δαχτυλίδι αρραβώνων. Όταν σχετιζόμαστε με κάποιον, δεν υπάρχουν και πολλοί τριγύρω για να συ- κρίνουμε και τελικά να επιλέξουμε. Κι αν υπήρχαν, δεν θα το θέλαμε, απλά επειδή είμαστε ερωτευμένοι με το σύντροφό μας. Περιστασιακά, μπορεί να τύχει να ερωτευθούμε με δύο ανθρώπους ταυτόχρονα και να πρέπει ν’ αποφασίσουμε. Η διαδικασία να διαλεξουμε μεταξύ των δύο, δεν γίνεται με τόσο καθαρό μυαλό, κυριαρχούμαστε απ’ την αγωνία, γιατί είμαστε ερωτευμένοι.

Αλλά, το να επιλέγουμε συνειδητά ανάμεσα σ’ εναλλακτικούς συντρόφους, προϋποθέτει να ξέρουμε τι ακριβώς ζητάμε από ένα συντροφο. (Θυμηθείτε το παράδειγμα με το διαμαντένιο δαχτυλίδι ι που αποφασίζετε ποιό δέσιμο σας αρέσει περισσότερο, και σ σκόπιμα ανακαλύπτετε, τι κάνει ένα διαμάντι διαφορετικό  από τ’ άλλα, πριν κάνετε την επιλογή σας). Οι περισσότεροι άνθρωποι δεν έχουν μια ξεκάθαρη αίσθηση για το τι αναζητούν σ’ ένα μελλοντικό σύζυγο. Συχνά, απλά συγκρίνουν τον τωρινό τους σύντροφο με τυχόν προηγούμενους, και βλέπουν αν αυ­τή η σχέση είναι σχετικά καλύτερη. Αλλά, αν οι προηγούμενες σχέσεις είναι κακές, το γεγονός ότι η τωρινή σχέση είναι καλύτε­ρη δεν σημαίνει και πολλά. Το μόνο που μπορεί κανείς να πει, είναι ότι αυτή η σχέση είναι καλύτερη απ’ τις προηγούμενες. Αυτό είναι το πρόβλημα με την τακτική της βιαστικής επιλογής. Όταν πρόκειται να διαλέξεις αυτόν που θα παντρευτείς, το να εί­ναι απλά καλός, δεν είναι αρκετό.

Ο τρόπος για να επιλέξετε συνειδητά το μελλοντικό σας σύζυγο, είναι να έχετε μια ξεκάθαρη αίσθηση για το αν βρίσκεστε κοντά με το σύντροφό σας στις διαστάσεις της αρμονίας. Αυτό που πρέπει ν’ αναζητήσετε είναι η ομοιό­τητα στις βασικές διαστάσεις. Αν κάνετε μια επιλογή σύμφωνα με το πόσο όμοιοι είστε σε κάποια ζητήματα που θεωρείτε σημαντικά για την επικοινωνία , επιλέγετε συνειδητά και όχι βεβιασμένα.

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ! :
ΡΩΤΗΣΤΕ ΤΟΥΣ ΕΙΔΙΚΟΥΣ
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ