Γιατί σε πολλούς ασθενείς αποτυγχάνει το μπάι πας;

14 Μαρτίου 2014

 

Την αιτία της  αποτυχίας της επέμβασης  στεφανιαίας παράκαμψης (μπάι πας)σε πολλούς ασθενείς  ανακάλυψαν επιστήμονες. Διεθνής ομάδα επιστημόνων που πραγματοποίησε την μελέτη την οποία δημοσιεύουν στην επιθεώρηση «Science Translational Medicine»,  τόνισαν ότι ο λόγος αποτυχίας αυτών των επεμβάσεων είναι ένας βιολογικός μηχανισμός ο οποίος προκαλεί πάχυνση στα τοιχώματα των φλεβών που χρησιμοποιούνται για να γίνει η παράκαμψη.  

Η πάχυνση των τοιχωμάτων έχει ως συνέπεια να επιβραδύνεται και μερικές φορές να παρεμποδίζεται η ροή του αίματος, με συνέπεια να χρειάζεται ο ασθενής νέο μπάι πας.

Τα μπάι πας γίνονται για να αποκατασταθεί η ροή του αίματος που εμποδίζεται από τη στένωση ή απόφραξη μιας στεφανιαίας αρτηρίας της καρδιάς, εξηγούν οι ερευνητές και προσθέτουν ότι  η φλέβα που συχνά χρησιμοποιείται στο μπάι πας είναι η μείζων σαφηνής φλέβα - η μεγαλύτερη, επιφανειακή φλέβα του σώματος, που εκτείνεται κατά μήκος του ποδιού (είναι αυτή στην οποία εμφανίζονται και οι κιρσοί).

Η επιλογή αυτής της φλέβας οφείλεται στο μέγεθός της και στην ευκολία με την οποία μπορεί να αφαιρεθεί ένα μικρό τμήμα της για να μεταμοσχευτεί στην στεφανιαία αρτηρία της καρδιάς που πρέπει να παρακαμφθεί.

Μετά τη μεταμόσχευση στην στεφανιαία αρτηρία, η εμφυτευμένη φλέβα εκ φύσεως αναδιαμορφώνεται για να γίνει πιο «αρτηριακή», καθώς οι φλέβες έχουν πιο λεπτά τοιχώματα απ’ ό,τι οι αρτηρίες και έτσι φυσιολογικά αντέχουν μικρότερες πιέσεις του αίματος.

Ωστόσο, κάτι μπορεί να πάει λάθος στην αναδιαμόρφωση, με συνέπεια το τοίχωμα της φλέβας να γίνει πολύ παχύ και έτσι να παρεμποδιστεί εκ νέου η ροή του αίματος.

Το πρόβλημα αυτό εμφανίζεται στο 40% των εγχειρήσεων μπάι πας μέσα σε 18 μήνες από την επέμβαση, σύμφωνα με τους ερευνητές, επικεφαλής των οποίων ήταν ο δρ Μάνφρεντ Μπόεμ, επικεφαλής του Εργαστηρίου Καρδιαγγειακής Αναγεννητικής Ιατρικής στο Εθνικό Ίδρυμα Καρδιάς, Πνευμόνων & Αίματος (NHLBI) των ΗΠΑ.

Οι ερευνητές πραγματοποίησαν τη μελέτη τους σε ποντίκια τα οποία είχαν υποβληθεί σε μπάι πας.

 Εξετάζοντας τις μεταμοσχευμένες φλέβες των ζώων, διαπίστωσαν ότι υπεύθυνη για την υπερβολική πάχυνση του τοιχώματός τους είναι μία διαδικασία γωνστή ως ενδοθηλιομεσεγχυματική μετάβαση (EndoMT).

Κατ’ αυτήν, πολλά από τα ενδοθηλιακά κύτταρα που επιστρώνουν την εσωτερική επιφάνεια των φλεβών πολλαπλασιάζονται και μετατρέπονται σε πιο ινώδη κύτταρα, που μοιάζουν με τα μυϊκά (σ.σ. η καρδιά είναι ουσιαστικά ένας μεγάλος μυς).

Αυτά τα μεσεγχυματικά κύτταρα, όπως λέγονται, αρχίζουν να συσσωρεύονται στο εσωτερικό τοίχωμα της φλέβας, προκαλώντας της στένωση.

Την όλη διαδικασία προκαλεί η πρωτεΐνη TGF-Beta, η οποία ελέγχει τον πολλαπλασιασμό και την ωρίμανση πολυάριθμων ειδών κυττάρων.

Οι ερευνητές ανακάλυψαν ότι η TGF-Beta υπερεκφράζεται λίγες ώρες μετά το μπάι πας, γεγονός που υποδηλώνει ότι η αναδιαμόρφωση της φλέβας αρχίζει πολύ σύντομα μετά  την εγχείρηση.

Οι ερευνητές εξέτασαν επίσης ανθρώπινες φλέβες, οι οποίες είχαν ληφθεί από αποτυχημένα μπάι πας, διαπιστώνοντας πως υπήρχαν και σε αυτές ενδείξεις ενδοθηλιομεσεγχυματικής μετάβασης.

Ειδικότερα, στα φλεβικά μοσχεύματα που είχαν αποτύχει έπειτα από λιγότερο από ένα χρόνο από το μπάι πας, πολλά από τα κύτταρα του φλεβικού τοιχώματος επεδείκνυαν τόσο ενδοθηλιακά όσο και μεσεγχυματικά κυτταρικά χαρακτηριστικά.

Αντίστοιχα, στα μοσχεύματα που είχαν αποτύχει έπειτα από τουλάχιστον 6 χρόνια από το μπάι πας, τα κύτταρα του φλεβικού τοιχώματος ήταν κυρίως μεσεγχυματικά.

«Τα ευρήματα αυτά δείχνουν για πρώτη φορά ότι τα ενδοθηλιακά κύτταρα των φλεβών συμβάλλουν απ’ ευθείας στην αγγειακή στένωση έπειτα από μία εγχείρηση στεφανιαίας παρακάμψεως», δήλωσε ο δρ Μπόεμ.

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ! :
ΡΩΤΗΣΤΕ ΤΟΥΣ ΕΙΔΙΚΟΥΣ
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ