Η απαγορευμένη ταινία της Madonna που η ίδια θέλει να ξεχάσει!

17 Μαρτίου 2014

Πιο εύθραυστη από ποτέ, σέξι και «κακοποιημένη» από τον σκηνοθέτη της, έκανε ότι μπορούσε για να «εξαφανίσει» την ταινία την ώρα που για πρώτη και μοναδική φορά, οι κριτικοί την επαίνεσαν.

Το ξεκίνημα της δεκαετίας του 90 ήταν το πιο περιπετειώδες στην μέχρι τώρα καριέρα της. Ίσως η μοναδική φορά που η ίδια φλέρταρε τόσο έντονα, επίμονα και επικίνδυνα με το να εξαφανιστεί από το mainstream και να εξαφανιστεί στην εναλλακτική, περιθωριακή σφαίρα. Και αιτία για όλο αυτό δεν ήταν άλλη από το τριπλό, προσχεδιασμένο, υπερσεξουαλικό της χτύπημα που, όμως, δεν κύλησε όπως το επιθυμούσε. Ένα φωτογραφικό art porn βιβλίο στα όρια του απαγορευμένου, το περιβόητο (ή κακόφημο, ή αριστουργηματικό, όπως θες το βλέπεις) «Sex». Ένας ανάλογος δίσκος, το «Erotica». Και μια ταινία, το -δεν βλέπεται όμως- κακέκτυπο του «Βασικού Ενστίκτου», «Body of Evidence». Mε την ίδια και τον Γουίλεμ Νταφό σε ερωτικές σκηνές τσίρκο Μεντράνο, σπασμένων γυαλιών και λιωμένων κεριών πάνω σε γεννητικά όργανα που έκαναν όλη την αίθουσα να γελάει. Όλο αυτό το πακέτο τριπλέτα, φυσικά συνοδεύτηκε από ανάλογες συνεντεύξεις και δηλώσεις που έμειναν για τους λάθος λόγους στην ιστορία, όπως πχ: "το μ@@νί μου είναι ένας ναός σοφίας".

Αν και ο δίσκος είναι μία από τις καλύτερες μέχρι σήμερα δουλειές της και το βιβλίο έχει περάσει στην pop ιστορία, η ταινία ήταν η απόλυτη ταφόπλακα στα σχέδια της να εκμεταλλευτεί περισσότερο την εμπορική αξία του «ναού της σοφίας» της. To κοινό αδιαφόρησε κυριολεκτικά και οι κριτικοί την κατακρεούργησαν για μια ερμηνεία που μπροστά της ακόμα και ο γρανίτης φαίνεται πιο ευλύγιστος. Με τα περιβόητα αντανακλαστικά της, η Madonna αποφασίζει να κερδίσει το χαμένο έδαφος και την ποιοτική πατίνα που τόσο χρειαζόταν για το προφίλ της. Και χωρίς να χάσει χρόνο, αμέσως μετά το "Body of Evidence", την ίδια χρονιά, το 1993, προσλαμβάνει τον «καυτό» τότε, καταραμένο, ανεξάρτητο (και χαμένο μέσα στην κόκα) Έιμπελ Φεράρα που μόλις είχε κυκλοφορήσει μια από τις καλύτερες ταινίες της καριέρας του, το αξέχαστο «Bad Lieutenant» με τον Χάρβεϊ Καϊτέλ.

Μέσα από την εταιρεία παραγωγής της, την «Maverick», αποφασίζει να χρηματοδοτήσει την νέα του ταινία με την προϋπόθεση ότι θα πρωταγωνιστούσε σαν ζευγάρι με τον Καϊτέλ. Και κάπου εκεί ανοίγουν οι πύλες της κολάσεως για όλους. Τόσο για τον ίδιο τον σκηνοθέτη, όσο και για τη Madonna που ελέγχει μέχρι και την τελευταία λεπτομέρεια στο δημόσιο image της, όμως, στο «Snake Eyes», όπως λεγόταν αρχικά η ταινία, ή «Dangerous Game» όπως τελικά κυκλοφόρησε, δεν είχε κανένα έλεγχο. Κι αυτό γιατί όπως λένε οι φήμες, η συντριπτική πλειοψηφία των σκηνών της που ο σκηνοθέτης χρησιμοποίησε στο τελικό μοντάζ, γυρίστηκαν εν αγνοία της. Ήταν από τις πρόβες για την ταινία στις οποίες η κάμερα τράβαγε κρυφά, αλλά η Madonna δεν το ήξερε. Γιατί όπως ο κύκλος του Φεράρα λέει, όποτε η Madonna ήξερε πως η κάμερα γυρίζει, «πάγωνε»κυριολεκτικά και επέστρεφε στον γνωστό, ατάλαντο ερμηνευτικά εαυτό της. Πώς μπορεί να συνέβη κάτι τέτοιο;

Για όποιον έχει δει τη ταινία είναι εμφανές εφ' όσον πρόκειται για μια ταινία μέσα στην ταινία που αντανακλά βιογραφικά την κόλαση της ζωής του Φεράρα. Ο Καϊτέλ υποδύεται έναν χαμένο στο σεξ και τα ναρκωτικά νεοϋορκέζο σκηνοθέτη που ετοιμάζει ένα μετά μπεργκμανικό ψυχολογικό δράμα πάνω στην κρίση του γάμου το οποίο φυσικά είναι επίσης τιγκαρισμένο στο σεξ, τα ναρκωτικά, την ψυχολογική αλλά και τη σωματική βία. Έχοντας για πρωταγωνιστές του, ένα ζευγάρι ηθοποιών που το υποδύονται η Madonna και ο Τζέιμς Ρούσο. Ταυτόχρονα ο Καϊτέλ αντιμετωπίζει προβλήματα με τη δική του σύζυγο την οποία υποδύεται η σύζυγος του και στη ζωή, Νάνσι Φεράρα (πιο αυτοβιογραφικό δηλαδή πεθαίνεις) η οποία έχει στραφεί στη θρησκεία αποκηρύσσοντας τον έκλυτο βίο τους. Τα προβλήματα στο γάμο του αρχίζουν και μεταφέρονται στο πλατό και τις πρόβες με τους ηθοποιούς του. Η συμπεριφορά του γίνεται όλο και πιο βίαιη και ανεξέλεγκτη σπρώχνοντας τους στα άκρα και ασκώντας έντονη ψυχολογική βία (όπως ο θρύλος λέει ότι ο Φεράρα άσκησε πραγματικά στους ηθοποιούς του σε αυτήν την ταινία και ειδικά στη Madonna). Kαι σταδιακά, ανάμεσα στην μυθοπλασία και την πραγματικότητα, τις πρόβες για την ταινία, τα γυρίσματα, τις πραγματικές σχέσεις των ηθοποιών και τις σχέσεις των ρόλων που υποδύονται, τα όρια αρχίζουν και χάνονται μέσα σε ένα επικίνδυνο, παραισθησιογόνο παιχνίδι με απρόβλεπτο τέλος οδηγώντας όλους και πιο πολύ από όλους τη Madonna, στην κατάρρευση.

Η οποία από ότι φαίνεται πρέπει να έφτασε και πραγματικά στην κατάρρευση. Τόσο κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων όσο και όταν μετά είδε το τελικό ολοκληρωμένο αποτέλεσμα. Που ήταν μια εντελώς άλλη ταινία από αυτή που πίστευε ότι γύριζε με σκηνές που νόμιζε πως δεν είχαν κινηματογραφηθεί. Ήταν η μοναδική και η τελευταία φορά (αν εξαιρεθεί η "Εβίτα" που όμως είναι εντελώς άλλο πράγμα) που το σινεμά θα έβλεπε μια τέτοια Μadonna. Πραγματικά εύθραυστη, καταρρακωμένη και πολύ πολύ πιο σέξι μέσα στην ευαλωτότητα της, από ότι υπήρξε στα "Sex" και "Βody of Evidence". Ήταν όμως ταυτόχρονα και μια Madonna που δεν είχε τον τελικό έλεγχο της εικόνας της, κάτι που δεν μπορούσε να το δεχτεί.

Η πλειοψηφία των κριτικών έγραψε διθυράμβους. Τόσο για την ταινία όσο και για την απρόσμενα δυναμική ερμηνεία της. "Το 'Dangerous Game' είναι μια εμπειρία δυνατή και οδυνηρή στην οποία αισθάνεσαι τον πόνο. Γεμάτο από πάθος, οργή και ωμή γλώσσα με τη Madonna να αποκαλύπτει όλη της την ευαλωτότητα αλλά και τη δύναμη" έγραψαν ενδεικτικά οι New York Times. Όμως η ίδια η σταρ τους είχε προλάβει αποκηρύσσοντας την ταινία, και λέγοντας παντού ότι είναι μια φρικτή εμπειρία που δεν θέλει να θυμάται, η οποία κατέληξε σε ένα άθλιο φιλμ.

Η καθολικά αρνητική στάση της απέναντι στην ταινία έκανε τη δουλειά της, εξαφανίζοντας ουσιαστικά το φιλμ από τις αίθουσες κι αποτρέποντας τους fan της από το να το δουν. Ο ίδιος ο Φεράρα δήλωσε χαρακτηριστικά: "H Madonna σκότωσε την ταινία. Νόμιζε πως έτσι θα προλάβει τους κριτικούς πριν της επιτεθούν ξανά και αποφάσισε να την αποκηρύξει πρώτη. Μόνο που ήταν η πρώτη φορά στην καριέρα της που πήρε καλές κριτικές ακόμα κι από τους New York Times. Δε θα τη συγχωρήσω ποτέ γι αυτό".

Πιθανότατα τώρα που μεγάλωσε, κι έχει περάσει η μόδα του "ναού της σοφίας" όπως κάποτε η ίδια αποκαλούσε το χουχούνι της, να μη συγχωρεί κι αυτή τον εαυτό της γι αυτό. Αλλά δεν είναι εύκολο πράγμα, όταν είσαι όχι απλώς η μεγαλύτερη σταρ του πλανήτη, αλλά και μια γυναίκα που έχεις χτίσει ένα σοφιστικέ προφίλ καλλιτεχνικής ανησυχίας, να παραδεχτείς ότι κάποτε, 20 χρόνια πριν, μέσ στην έπαρση σου, έκανες ένα από τα μεγαλύτερη λάθη της καριέρας σου, κατυαστρέφοντας την καλύτερη δουλειά σου.



ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ! :
ΡΩΤΗΣΤΕ ΤΟΥΣ ΕΙΔΙΚΟΥΣ
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ