Τι κάνει ένας ψυχίατρος για να αντιμετωπίσει το άγχος;

1 Απριλίου 2014

Από τον ψυχίατρο Παύλο Σακκά. Απόσπασμα από το σύγγραμμά του "Η Ψυχιατρική Αλλιώς" , Ιατρικές εκδόσεις ΒΗΤΑ. 

1.            Η πρώτη κίνηση που κερδίζει τον ασθενή, είναι να του δείξεις ότι τον καταλαβαίνεις. Ότι αυτό που ο ίδιος νομίζει ως δική του, προσωπική ιδιοτροπία, είναι κάτι κοινό, που το έχουν και άλλοι. Μόλις ο ασθενής αρχίσει δειλά να μου διηγείται, τις καταστάσεις που τον κάνουν να αγχωθεί, εγώ προσθέτω μερικές πινελιές στη διήγησή του, για να του δείξω ότι αντιλαμβάνομαι τι μου λέει.

-              Πότε παρουσιάστηκε για πρώτη φορά το πρόβλημα; Τον ρωτάω.

-              Μια μέρα που βρισκόμουν στο λεωφορείο...

-              Αισθάνθηκες δυσφορία;

-              Ναι. Δεν μπορούσα να πάρω αέρα...

-              Είχε κόσμο και έκανε ζέστη;

-              Φοβήθηκα ότι θα λιποθυμήσω...

-              Και κατέβηκες στην πρώτη στάση που έκανε το λεωφορείο.

-Δεν μπορούσα να μείνω. Κατέβηκα σαν κυνηγημένος και πήρα αέρα...

-              Και μετά δεν ξαναμπήκες ποτέ σε λεωφορείο.

-              Προσπαθούσα να το αποφύγω... Τώρα παίρνω ταξί. Είναι μεγάλο έξοδο, αλλά δεν μπορώ να κάνω και αλλιώς. Στο λεωφορείο αισθάνομαι ότι θα πνιγώ, θα λιποθυμήσω...

-              Και θα γίνεις ρεζίλι.

-Ακριβώς.

-              Και με το ταξί δεν αισθάνεσαι δυσφορία, όταν βρίσκεσαι σε μποτιλιάρισμα;

-              Αχ. Έτσι είναι. Μια φορά μάλιστα, που σταματήσαμε κάτω από μια γέφυρα, σε ένα μικρό τούνελ, μου ερχόταν να ανοίξω την πόρτα και να τρέξω. Και το χειρότερο ήταν, όταν κατάλαβα ότι δεν μπορούσα να ανοίξω την πόρτα, γιατί δίπλα μας, κολλητά μας, ήταν άλλα αυτοκίνητα...

 

2.  Το δεύτερο βήμα θεραπείας είναι ο χρονικός συσχετισμός του πρώτου συμπτώματος, της πρώτης κρίσης, με κάποια περίοδο ψυχικής ή σωματικής καταπόνησης. Συνήθως οι πρώτες κρίσεις άγχους, εμφανίζονται κατά τη διάρκεια, ή αμέσως μετά, από μια περίοδο στρες. Μπορεί να είναι χωρισμός ή διαζύγιο, μπορεί απόλυση, ή νέα δουλειά, ή νέα θέση με μεγαλύτερες ευθύνες. Μπορεί μια μετακόμιση, ή η αγορά, ή το κτίσιμο ενός σπιτιού. Συχνά επίσης είναι μια αρρώστια ή ο θάνατος ενός συγγενικού προσώπου. Ακόμα σε ευάλωτα άτομα, οι πρώτες κρίσεις μπορεί να παρουσιαστούν μετά από μικρότερα γεγονότα, όπως οι εξετάσεις στο πανεπιστήμιο, ή η απόρριψη μιας ερωτικής πρότασης.

 

Ο συσχετισμός των κρίσεων με την καταπόνηση, δίνει στον ασθενή μια πρώτη αίσθηση ότι οι κρίσεις άγχους δεν είναι μια προσωπική του ιδιοτροπία, ή μια αδυναμία του, αλλά μια αρρώστια, που οφείλεται σε μια σωματική ή ψυχική καταπόνηση. Αν και μερικές φορές ο ασθενής το αρνείται, λέγοντας ότι έχει και άλλες φορές περάσει μεγαλύτερες καταπονήσεις, χωρίς να εμφανιστούν προβλήματα, θέλοντας προφανώς να τονίσει ότι αυτός είναι δυνατός. Λέει συχνά: Παύλθ5Eqkkqs

-     Εγώ είμαι δυνατός. Έχω περάσει πολύ χειρότερα. Όλοι μου έλεγαν ότι εσύ είσαι δυνατός και δεν πρόκειται ποτέ, να σε πάρει από κάτω. Όλοι μπορεί να πάθουμε κατάθλιψη, εκτός από σένα...

 

-      Η καταπόνηση και η κούραση, πρέπει να ξέρεις ότι είναι αθροιστική. Συσσωρεύεται με τα χρόνια και μετά, με κάτι που φαίνεται μικρό, το σύστημα διαλύεται. Σαν το κερασάκι που μπαίνει πάνω στην τούρτα και προκαλεί την κατάρρευσή της.

 

Τους επισημαίνω συχνά.

Είναι σημαντικό να αποδεχθούν οι ασθενείς αυτή τη συσχέτιση. Μάλιστα πρέπει να σημειώσω ότι πιο εύκολα αποδέχονται τη σωματική καταπόνηση από την ψυχική. Για τον λόγο αυτόν και εγώ δίνω μεγαλύτερο βάρος στην πρώτη. Δεν ξέρω γιατί, αλλά μάλλον η ψυχαναλυτική κουλτούρα, έχει ενοχοποιήσει την ψυχική καταπόνηση. Το ψυχικό στρες συνδέεται στην κοινωνία μας, με «άλυτα προβλήματα», με μη ισορροπημένους ανθρώπους. Με ανθρώπους που χρειάζονται τη βοήθεια του αναλυτή, του θεραπευτή, του ψυχολόγου, ή όπως αλλιώς θέλετε να τον ονομάσετε. Αντιβαίνει με την εικόνα του ανεξάρτητου ατόμου, που στέκεται μόνο του στα πόδια του.

 

3.  Το τρίτο βήμα της αντιμετώπισης είναι η αποδοχή της αρρώστιας. Αυτό προτιμώ να το κάνω παρουσία των συνοών. Είτε είναι γονείς είτε σύζυγοι είτε φίλοι. Όποιος είναι μαζί με τον ασθενή, τον καλώ και αυτόν στο γραφείο και κατά πρώτον τον ρωτάω τη γνώμη του. Τι πιστεύει για τον ασθενή. Έχει κάτι, ή όχι; Η πιο συνηθισμένη απάντηση είναι:

-   Γιατρέ μου, δεν έχει τίποτε. Τον πήγαμε σε πολλούς γιατρούς, του κάναμε άπειρες εξετάσεις, εξαντλητικό έλεγχο και όπως βέβαια σας είπε, δεν του βρίσκουν τίποτε... Όλα είναι στο κεφάλι του...

Τότε γίνομαι σοβαρός. Σαν να πρόκειται να τους ανακοινώσω ένα πολύ δυσάρεστο νέο.

-   Ακριβώς. Έχει μια βλάβη στο κεφάλι του. Είναι μια αρρώστια του εγκεφάλου. Δεν έχει κάτι η καρδιά του, ή το στομάχι του, ή οι πνεύ-μονές του, αλλά ο εγκέφαλος, ο οποίος ρυθμίζει όλες τις λειτουργίες του σώματος...

Και τους αναλύω τον μηχανισμό που δημιουργεί τις κρίσεις άγχους.

Είναι συγκλονιστικό να βλέπετε την έκφραση του ασθενούς εκείνη την ώρα. Αισθάνεται ξαφνικά δικαιωμένος. Έχει γυρίσει διάφορους γιατρούς και νοσοκομεία και από όλα έφευγε με την αίσθηση, ότι του αμφισβητούσαν τα συμπτώματα και την αίσθηση του πανικού, ο οποίος όχι μόνο ήταν δυσάρεστος, αλλά κυριολεκτικά τον παρέλυε. Κανένας μέχρι τώρα δεν του είχε αναγνωρίσει ότι υποφέρει. Ως τώρα όλοι τον κοιτούσαν με συγκατάβαση και του λέγανε να μην ανησυχεί! Κανένας δεν του είχε πει με τόσο σοβαρό ύφος και τόσο κάθετα, ότι πραγματικά υποφέρει. Κανένας γιατρός δεν του είχε αναγνωρίσει τον πόνο του, της ψυχής αλλά και του σώματός του. Στην καλύτερη περίπτωση κουνούσαν το κεφάλι τους και του συνιστούσαν λίγο ηρεμιστικό. Μάλιστα στις περισσότερες περιπτώσεις, οι γιατροί έπαιρναν ιδιαιτέρως τους συνοδούς και τους έλεγαν, κρυφά από τον ασθενή, «...να μην ανησυχούν, δεν είναι τίποτε σοβαρό».

Τώρα επιτέλους ο ασθενής δικαιώνεται, μπροστά στα μάτια των συγγενών και των συνοδών του. Με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο, από τα χείλη ενός γιατρού, ανατρέπεται αυτό που πίστευαν οι συγγενείς γι' αυτόν. Δεν είναι απλώς ένας παραπονιάρης, ή ακόμα χειρότερα, ένας γκρινιάρης. Είναι ένας ασθενής, που πάσχει από μια βαριά νόσο, η οποία μάλιστα του έχει καταστρέψει τη ζωή.

Εγώ μάλιστα υπερθεματίζοντας τους λέω ότι «...η αρρώστια αυτή, σας έχει κάνει ανάπηρο». Συγκλονίζονται στην αρχή, αλλά τους υπενθυμίζω, μπροστά στους συνοδούς πάντα, ότι η αρρώστια, τους έχει επιφέρει κοινωνική αναπηρία. Δεν μπορούν να κυκλοφορήσουν μόνοι. Δεν μπορούν να πάνε όπου θέλουν, ουσιαστικά δηλαδή έχασαν την ελευθερία τους.

Με τη στρατηγική κίνηση αυτή, της αναγνώρισης της αρρώστιας, παρουσία μάλιστα των συγγενών, κερδίζει ο ψυχίατρος την εκτίμηση του ασθενούς. Από κει που συνήθως έχει έρθει στον ψυχίατρο με μεγάλη επιφυλακτικότητα, τώρα ο ψυχίατρος γίνεται ο μεγάλος του σύμμαχος. Και με αυτήν την ισχυρή θεραπευτική συμμαχία, μπορούμε να προχωρήσουμε στο επόμενο βήμα, που δεν είναι άλλο από τα φάρμακα.

 

4.   Το τέταρτο λοιπόν βήμα είναι το ξεδίπλωμα της φαρμακευτικής στρατηγικής. Πρέπει να μιλήσουμε στον ασθενή με τη γλώσσα του, με τον τρόπο που αυτός αντιλαμβάνεται καλύτερα. Πολλές φορές χρησιμοποιώ παραδείγματα από τη δουλειά του, ή τη δουλειά των συνοδών. Έτσι περιγράφω την παθολογία της αρρώστιας και επομένως τους σκο-πούς της φαρμακευτικής αγωγής. Σε έναν μηχανικό αυτοκινήτων χρησιμοποίησα ένα παράδειγμα, που το αναφέρω συχνά από τότε:

-   Με τις αντιξοότητες που σας ήρθαν στη ζωή σας, αλλά και τον χαρακτήρα σας, κουράσατε μια μπαταρία, που έχουμε στο μυαλό μας. Η μπαταρία εξαντλήθηκε και δεν μπορεί να ελέγξει, πόσο εύκολα πατιέται το κουμπί του συναγερμού του οργανισμού σας. Αυτός ο συναγερμός, μας είναι συνήθως άχρηστος, αλλά μας κάνει να αισθανόμαστε μεγάλη αναστάτωση και ανησυχία, μαζί με συμπτώματα από το κυκλοφορικό και άλλα συστήματα, όπου ο καθένας μπορεί να έχει κάποιο μικρό πρόβλημα.

Η θεραπεία επομένως έγκειται σε δύο προσεγγίσεις. Πρώτον να γεμίσουμε τη μπαταρία και δεύτερο να σφίξουμε το κουμπί του συναγερμού, που έχει χαλαρώσει, ώστε να μην πατιέται εύκολα. Το πρώτο γίνεται με τα αντικαταθλιπτικά, ενώ το δεύτερο με τα αγχολυτικά. Ο στόχος επομένως με τα αντικαταθλιπτικά είναι μακροχρόνιος και απαιτείται συνεχής χορήγηση, ώστε η μπαταρία να γεμίσει καλά. Αν σταματήσουμε νωρίς τη θεραπεία, είναι πιθανόν η μπαταρία να μην έχει γεμίσει καλά και έτσι να αδειάσει πάλι εύκολα.

Από την άλλη τα αγχολυτικά θα φρενάρουν το κουμπί του συναγερμού. Για να βοηθήσουμε το γέμισμα της μπαταρίας, δεν θα πρέπει να αφήσουμε να πατιέται συχνά ο συναγερμός. Άρα θα πρέπει να χρησιμοποιήσουμε ισχυρή αγχολυτική αγωγή. Σε περιόδους που έρχεται η κρίση, το δυσάρεστο αίσθημα αυξάνει το άγχος και προκαλεί ανακύκλωση, που συνήθως οδηγεί σε μεγάλες κορυφώσεις του άγχους. Γι'αυτό και η δόση του αγχολυτικού, οφείλει να είναι μεγάλη. Μόνο έτσι θα αποφευχθεί η έκκληση της κρίσης του άγχους και ο πανικός.

Από αυτή την περιγραφή, αντιλαμβάνονται όλοι, τόσο οι ασθενείς όσο και οι συγγενείς ότι οφείλουν να είναι γαλαντόμοι στη δοσολογία των αγχολυτικών, αλλά και να μη βιάζονται να διακόψουν τα αντικαταθλιπτικά. Αυτά είναι συνήθως τα μεγάλα λάθη, που γίνονται στην αντιμετώπιση της ασθένειας του άγχους. Το μεγάλο πρόβλημα βρίσκεται στην κοινή πεποίθηση που επικρατεί, αφενός ότι τα αγχολυτικά είναι «κακά» φάρμακα και επομένως πρέπει να τα μεταχειριζόμαστε όσο γίνεται λιγότερο. Και αφετέρου ότι δεν θα πρέπει να εξαρτόμαστε από ψυχοφάρμακα. Λες και τα ψυχοφάρμακα τα χρησιμοποιούμε για διασκέδαση, όπως το τσιγάρο ή το οινόπνευμα ή το χασίς. Κάποτε πρέπει να ξεφύγουμε από τις προκαταλήψεις του παρελθόντος, τότε που οι κάθε είδους ψυχοθεραπευτές, δαιμονοποιούσαν τα ψυχοφάρμακα, φοβούμενοι ότι θα έχαναν τη δουλειά τους. Κάποτε πρέπει να καταλάβουμε ότι, όπως τα καρδιολογικά φάρμακα σώζουν εκατομμύρια ζωές και χαρίζουν καλύτερο επίπεδο ζωής, έτσι και αυτά που συλλήβδην ονομάζουμε ψυχοφάρμακα, έβγαλαν τους «τρελούς» από τα άσυλα. Επιπλέον τα ψυχοφάρμακα σώζουν ανθρώπους από την αυτοκτονία και χαρίζουν τη χαρά και το χαμόγελο σε δεκάδες εκατομμύρια συνανθρώπους μας, καθημερινά.

Όλο το κλειδί της θεραπείας των κρίσεων του άγχους, βρίσκεται ακριβώς στην όσο μεγαλύτερη δοσολογία χορήγησης των αγχολυτικών και την παρατεταμένη λήψη των αντικαταθλιπτικών. Η δοσολογία των αγχολυτικών πρέπει να είναι όσο γίνεται υψηλότερη, αρκεί να μην προκαλεί υπνηλία και καταστολή. Εξηγώ από την αρχή στους ασθενείς, ότι δεν θέλω να αισθάνονται νυσταγμένοι, αλλά και δεν θέλω όμως να αισθανθούν ξανά άγχος. Τους εξηγώ ότι είναι δυνατόν οι κρίσεις να προληφθούν. Το ζητούμενο είναι να αισθάνονται χαλαρωμένοι και όχι να ζουν συνεχώς «με σφιγμένα τα δόντια».

Οι ασθενείς αντιλαμβάνονται τα λόγια αυτά. Οι μόνοι που συνήθως έχουν αντιρρήσεις είναι οι συγγενείς.

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ! :
ΡΩΤΗΣΤΕ ΤΟΥΣ ΕΙΔΙΚΟΥΣ
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ