Οι ανεκτικοί γονείς: Μήπως κακομαθαίνεις το παιδί σου;

28 Απριλίου 2014

Oι ΑΝΕΚΤΙΚΟΙ-ΕΠΙΕΙΚΕΙΣ ΓΟΝΕΙΣ 

Τα χαρακτηριστικά αυτής της συγκεκριμένης κατηγορίας γονέων είναι τα ακόλουθα:

α) Οι γονείς αυτοί δεν ασκούν έλεγχο, αφήνουν το παιδί να ρυθ­μίσει μόνο του τη συμπεριφορά του και δεν το ενθαρρύνουν να υπα­κούει σε εξωτερικά προσδιορισμένους κανόνες.

β) Προσπαθούν να χρησιμοποιήσουν τη λογική και όχι την ε­ξουσία τους για να επιτύχουν στόχους.

γ) Δεν είναι απαιτητικοί, έχουν λίγες απαιτήσεις όσον αφορά στις δουλειές του σπιτιού και στη διατήρηση της τάξης, δ) Δεν είναι τιμωρητικοί. ε) Αποδέχονται τις παρορμήσεις του παιδιού, στ) Συζητούν με το παιδί τις τακτικές που ακολουθούν και πα­ρέχουν εξηγήσεις σχετικά με τους κανόνες της οικογένειας.

Οι ανεκτικοί-επιεικείς γονείς είναι εκείνοι που, όπως εύκολα καταλαβαίνουμε, δυσκολεύονται να πουν «όχι» στα παιδιά τους. Είναι οι γονείς που δε στερούνται ζεστασιάς και στοργής αλλά ε­λέγχου. Επιδεικνύουν μεγάλη ανταπόκριση στα παιδιά τους, αλλά έχουν ελάχιστες έως μηδαμινές απαιτήσεις από αυτά. Ενώ οι αυταρχικοί γονείς ασκούν έλεγχο στον υπέρτατο βαθμό, οι ανεκτικοί- επιεικείς γονείς δεν ασκούν καθόλου έλεγχο, δε θέτουν επαρκή όρια στη συμπεριφορά των παιδιών τους. Χωρίς να είναι καθόλου καθοδηγητικοί, αφήνουν τα ίδια τα παιδιά να ορίσουν το πλαίσιο μέσα στο οποίο θα διαμορφωθεί η συμπεριφορά τους. Με δύο λόγια, τα θέλω των παιδιών τους ικανοποιούνται άμεσα και άκριτα από τους ίδιους, γιατί θεωρούν ότι οι γονείς υπάρχουν για να ανταποκρίνονται σε αυτές τις επιθυμίες, παραγκωνίζοντας τα δικά τους θέλω, τις δικές τους ανάγκες.

Αφήνουν μεγάλη ελευθερία, δεν ελέγχουν τις αρνητικές συμπε­ριφορές των παιδιών και συνήθως γίνονται απλώς θεατές αυτών των συμπεριφορών. Οι γονείς αυτοί είναι περισσότερο ανεκτικοί ως προς την παρορμητική συμπεριφορά των παιδιών τους (συμπεριλαμβανο- μένης και της επιθετικής συμπεριφοράς), ενθαρρύνουν τα παιδιά να κάνουν τις επιλογές τους χωρίς να τους παρέχουν το πλαίσιο μέ­σα στο οποίο μπορούν να γίνουν αυτές οι επιλογές και δεν οριοθε­τούν το χρόνο του παιδιού (ώρα για ύπνο, ώρα για φαγητό, ώρα που θα δει τηλεόραση). Θέτουν ελάχιστους περιορισμούς και έχουν πολύ μικρές απαιτήσεις για ώριμη συμπεριφορά (Maccoby & Mar­tin, 1983).

Οι γονείς αυτοί τείνουν να αποφεύγουν την ευθεία αντιμετώπι­ση σε όλες τις περιπτώσεις. Είναι συνήθως ζεστοί και υποστηρι­κτικοί, αλλά είναι αδύναμοι να θεσπίσουν και να τηρήσουν κανό­νες και όρια όσον αφορά στη συμπεριφορά των παιδιών τους. Οι α- νεκτικοί-επιεικείς γονείς είναι συνήθως πιστοί στα παιδιά τους και τα συμπονούν. Έχουν έντονη ανάγκη να διατηρούν στενή σχέση με τα παιδιά τους. Ωστόσο, βάζουν πολύ λίγους περιορισμούς σε αυτά και σπάνια ασκούν οποιονδήποτε έλεγχο στη συμπεριφορά τους (Maccoby & Martin, 1983). Τείνουν να αποδέχονται άκριτα τις πα ρορμήσεις, τις επιθυμίες και τις πράξεις των παιδιών και των εφή βων (Santrock, 1993).

«Το παιδί πρώτα και πάνω απ’ όλα», «Ό,τι θέλει το παιδί», ή «Ό,τι πει το παιδί», οι ανεκτικοί-επιεικείς γονείς αφουγκράζονται τις ανάγκες των παιδιών και σπεύδουν να τις ικανοποιήσουν άμεσα και με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, χωρίς να τις κρίνουν. Συ­χνά όμως ξεχνούν ότι έχουν και οι ίδιοι ανάγκες, με αποτέλεσμα να καταλήγουν να ζουν αποκλειστικά για τα παιδιά. Η ικανοποίη­ση των αναγκών και των επιθυμιών των παιδιών τους αποτελεί ύψιστη προτεραιότητά τους. Συνεπώς, η συμπεριφορά τους χαρακτη­ρίζεται από υπερβολική ενασχόληση με τα παιδιά τους, από υπερ­προστασία, από υπερβολική δοτικότητα και -φυσικά-· από σημα­ντική -έως και παντελή- έλλειψη ορίων.

Όταν το παιδί είναι βρέφος, η στάση αυτή των ανεκτικών γο­νέων είναι η απολύτως ενδεδειγμένη, εφόσον δημιουργεί ένα πλαί­σιο ασφάλειας και στοργής για το παιδί, μέσα στο οποίο όλες οι αντιδράσεις των γονέων είναι προβλέψιμες. Κατά τη διάρκεια ιδιαί­τερα του πρώτου χρόνου ζωής, το βρέφος έχει ανάγκη την άμεση και πλήρη ικανοποίηση των αναγκών του -φυσικών και ψυχολογι­κών- η οποία διαμορφώνει μια ασφαλή προσκόλληση, απαραίτητη για τη μετέπειτα εξέλιξή του και καθοριστική για την προστασία της ψυχικής του υγείας. Επομένως, η ανεκτικότητα και η επιείκεια των γονέων κατά τη βρεφική ηλικία και ιδιαίτερα κατά τον πρώτο χρόνο της ζωής του παιδιού όχι μόνο δεν είναι κατακριτέα, αλλά αντιθέτως είναι η πλέον κατάλληλη και επιθυμητή συμπεριφορά. Στη βρεφική ηλικία η διαθεσιμότητα του γονέα έχει μεγάλη σημα­σία για τη μετέπειτα συναισθηματική και κοινωνική ανάπτυξή του.

Είναι προφανές ότι η ανεκτική-επιεικής συμπεριφορά θα πρέ­πει να διαφοροποιείται σημαντικά κατά τη νηπιακή ηλικία. Αυτό βέβαια δε γίνεται απότομα και ξαφνικά αλλά σταδιακά. Δεν είναι δυνατόν οι γονείς, ενώ είναι επιτρεπτικοί, ξαφνικά να γίνουν απο­λύτως απαγορευτικοί. Η συμπεριφορά τους θα πρέπει να αρχίσει να διαφοροποιείται σιγά σιγά: καθώς το παιδί μεγαλώνει, ωριμάζει γνωστικά και συναισθηματικά, κοινωνικοποιείται, αντιλαμβάνε­ται περισσότερα πράγματα και οι απαιτήσεις των γονέων από αυτό αυξάνονται. Όσο όμως το παιδί μεγαλώνει και η συμπεριφορά των γονέων δε διαφοροποιείται, συχνά το παιδί μετατρέπεται σε «βα­σανιστικό τύραννο», που νομίζει ότι όλα και όλοι αντιδρούν σύμ­φωνα με τις επιταγές του. Τότε οι γονείς, εξακολουθώντας να ικα­νοποιούν όλες τις ανάγκες του, ουσιαστικά δεν αφήνουν το παιδί να μεγαλώσει, να προσπαθήσει να καταφέρει πράγματα μόνο του, να αναλάβει πρωτοβουλίες, να αυτονομηθεί. Κατά τη νηπιακή ηλικία, το παιδί διανύει τη φάση του γνωστικού εγωκεντρισμού, την «πρώ­τη κρίση προσωπικότητας»,* κατά την οποία νομίζει ότι είναι το κέντρο του κόσμου, θεωρεί αυτονόητο ότι όλες του οι επιθυμίες θα πρέπει να ικανοποιούνται και διακατέχεται από μεγάλο πείσμα και ισχυρογνωμοσύνη. Είναι η εξελικτική περίοδος, που σηματο- δοτείται από την ανακάλυψη του «εγώ» του, το οποίο προβάλλε­ται μαζικά και έντονα. Αν οι γονείς δεν έχουν αρχίσει να θέτουν ό­ρια, να θέτουν περιορισμούς, να διαφοροποιούν τη συμπεριφορά τους απέναντι στα παιδιά τους, τότε σημειώνονται οι πρώτες «παρε­κτροπές» και το πρώτο στοίχημα ως προς τη διαμόρφωση μιας υ­γιούς σχέσης και επικοινωνίας έχει χαθεί. Οι γονείς άλλοτε δεν ε­νοχλούνται από αυτή τη συμπεριφορά, άλλοτε ενοχλούνται, αλλά παραιτούνται εύκολα θεωρώντας ότι «έχουν χάσει το παιχνίδι».

Οι ανεκτικοί γονείς εκδηλώνουν υψηλό βαθμό ανταπόκρισης, αλλά χαμηλό βαθμό απαιτήσεοσν και ασκούν πολύ μικρό έλεγχο. Πιστεύουν ότι με αυτό τον τρόπο τα παιδιά τους είναι δημιουργικά και επι­δίωξή τους είναι να ανακαλύπτουν τον κόσμο με έναν τρόπο με τον οποίο αποφεύγουν να θέτουν όρια στη συμπεριφορά τους. Χρησιμοποιούν πολύ λίγο την πειθαρχία και την οριοθέτηση. Αδιαφορούν για τους κανόνες, τόσο για την ύπαρξη όσο και για την τήρησή τους. Απαιτούν μικρή ωριμότητα, δε θεωρούν σημαντικό παράγοντα προσ­διορισμού της συμπεριφοράς των παιδιών τους τις κοινωνικές συμ­βάσεις και γενικά αποφεύγουν την αντιμετώπιση της προβλημα­τικής συμπεριφοράς. Δεν τους ενδιαφέρει να παρέχουν καθοδήγη­ση, συνήθως δεν παρέχουν δομή στα παιδιά και δεν ενθαρρύνουν την τήρηση ορίων, όταν τίθενται. Είναι μη παραδοσιακοί γονείς και επιεικείς, αφήνουν σημαντική δυνατότητα αυτορρύθμισης στα παι­διά τους, αποφεύγουν δε να έρθουν σε αντιπαράθεση μαζί τους (Baumrind,1991 a, b).

Σε αντίθεση με τους αυταρχικούς γονείς, οι ανεκτικοί-επιεικείς γονείς έχουν πολύ μικρές απαιτήσεις από τα παιδιά, θέτουν ελάχι­στους κανόνες και καθόλου συνεπή όρια. Δεν ασκούν έλεγχο, δεν έχουν προσδοκίες και ενδίδουν εύκολα στις απαιτήσεις των παιδιών τους. Ακόμα και όταν ορίσουν έναν κανόνα, αποτυγχάνουν να τον θέσουν σε ισχύ. Αυτός ο τύπος γονέα προκαλεί χάος στις οικογε­νειακές σχέσεις και στη ζωή του παιδιού. Οι ανεκτικοί γονείς δεν χουν καμία εμπιστοσύνη στον εαυτό τους όσον αφορά στη διαχεί­ριση του νοικοκυριού και την επίδραση που μπορούν να έχουν στη συμπεριφορά του παιδιού. Η έλλειψη σταθερών στη διαμόρφωση και τη διαδραμάτιση του ρόλου τους δημιουργεί αβεβαιότητα, α­νασφάλεια και αμφιθυμία.

Η συμπεριφορά του ανεκτικού- επικεικούς γονέα δε χαρακτηρίζε­ται από δομή και κάνει υπερβολική χρήση της αποδοχής. Ωστόσο, θα πρέπει να διευκρινίσουμε το εξής: Η συμπεριφορά πλήρους απο­δοχής αυτών των γονέων δεν είναι απαραίτητο να συνάδει με τις α­πόψεις και τα πιστεύω τους, με τις αξίες και τις αντιλήψεις τους. Συχνά, οι γονείς υιοθετούν μια συμπεριφορά πλήρους αποδοχής χω­ρίς να έχουν πειστεί γι’ αυτήν. Την υιοθετούν είτε γιατί πιστεύουν ότι αυτό ενδείκνυται, ότι αυτό είναι το σωστό, είτε γιατί θεωρούν ότι δεν έχουν άλλη επιλογή. Πρόκειται για ((διαστρεβλωμένη» εφαρ­μογή μιας συμπεριφοράς αποδοχής, που μεταδίδει «διπλά μηνύματα» στα παιδιά: άλλα λένε και άλλα δείχνει η γλώσσα του σώματός τους. 'Οταν συμβαίνει αυτό, όταν τα λεκτικά μηνύματα που μεταδίδουν δε συμφωνούν με τα μη λεκτικά, τα παιδιά μπερδεύονται και η σύγχυ­ση που νιώθουν αντανακλάται στη συμπεριφορά τους (Gordon, 1994).

Σε μια ανεκτική οικογένεια τα παιδιά είναι επικεφαλής. Εκ­φράσεις όπως ((Θα πάει για ύπνο όταν κουραστεί» ή ((Του αρέσει να τρώει τούρτα για πρωινό», (('Ο,τι θέλεις, αγάπη μου» είναι χα­ρακτηριστικές εκφράσεις που χρησιμοποιούν οι ανεκτικοί γονείς. Επειδή τα παιδιά που μεγαλώνουν με ανεκτικούς γονείς είναι συ­νηθισμένα να κάνουν ό,τι τους αρέσει, να παίρνουν μόνα τους απο­φάσεις σχετικά με το πότε θα φάνε, πότε θα πάνε για ύπνο κτλ., δυσκολεύονται να τα πάνε καλά με τους άλλους. Είναι κακομαθημένα και εγωιστικά. Γίνονται παρορμητικά, επιθετικά, εξαρτημέ­να και δεν αναλαμβάνουν πρωτοβουλίες και ευθύνες.

Όσον αφορά στην επιλογή επαγγέλματος, οι γονείς αυτοί φαίνε­ται ότι δεν μπορούν να αποδειχθούν χρήσιμοι και λειτουργικοί, εί­τε, γιατί δεν μπορούν να δώσουν κατευθυντήριες γραμμές είτε γιατί δεν έχουν ενδιαφέροντα που περιλαμβάνουν χώρους και άτομα εκτός οικογενειακού πλαισίου. Με αυτό τον τρόπο τα παιδιά αναπτύσσουν πολύ πιο δύσκολα αυτογνωσία και δύσκολα διαφοροποιούν τους δι κούς τους επαγγελματικούς στόχους από εκείνους των γονέων τους.·

Οι γονείς που επιλέγουν αυτό τον τύπο διαπαιδαγώγησης μπο­ρεί να συμπεριφέρονται έτσι για διάφορους λόγους. Μπορεί να με­γάλωσαν οι ίδιοι με αυστηρούς, αυταρχικούς γονείς και γι’ αυτό απο­φασίζουν να επιλέξουν το άλλο άκρο, όπου δεν εφαρμόζουν καθόλου πειθαρχία. Η ανεκτικότητά τους είναι μια αντίδραση στη σκληρή και αυταρχική μέθοδο διαπαιδαγώγησης που είχαν εφαρμόσει οι δικοί τους γονείς όταν ήταν παιδιά. Ένας άλλος λόγος για τον οποίο επιλέγουν αυτό τον υπερ-επιεική τρόπο διαπαιδαγώγησης είναι ότι μπορεί να διακατέχονται από υπερβολικό άγχος, με αποτέλεσμα να βρίσκονται σε σύγχυση και να μην μπορούν να θέσουν κανόνες και όρια, πολύ δε περισσότερο να φροντίσουν για την εφαρμογή τους.

 Από την ψυχολόγο Βασιλική Παππά. Απόσπασμα από το σύγραμμα Επάγγελμα γονέας- Ευχαριστούμε τις Εκδόσεις Καστανιώτη 

 

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ! :
ΡΩΤΗΣΤΕ ΤΟΥΣ ΕΙΔΙΚΟΥΣ
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ