Οι ταινίες του Σαββατοκύριακου: Ποια να δω απόψε;

16 Μαΐου 2014

 

Από τον κριτικό κινηματογράφου του περιοδικού Αθηνόραμα Χρήστο Μήτση 

Ρωμαίος και Ιουλιέτα 

Στη Βερόνα του 16ου αιώνα οι νεαροί Ρωμαίος και Ιουλιέτα ερωτεύονται με πάθος, όμως οι οικογένειές τους, οι Μοντέγοι και οι Καπουλέτοι, είναι θανάσιμοι εχθροί. Στη βαριά σκιά του Τζεφιρέλι, μια άνευ νοήματος, φλώρικη και διεκπεραιωτική βερσιόν του κλασικού σαιξπηρικού αριστουργήματος.

 

Ορομαντικότερος νεανικός έρωτας όλων των εποχών και το διασημότερο μαζί με τον «Άμλετ» θεατρικό του Σαίξπηρ. Πολύ λογικά το «Ρωμαίος και Ιουλιέτα» έχει μεταφερθεί αμέτρητες φορές στη μεγάλη οθόνη (υπάρχουν τουλάχιστον τρεις φετινές διασκευές ), πιστά ή εντελώς ελεύθερα, στο 16ο αιώνα ή στο σήμερα, με ρίμα ή προσαρμοσμένη πρόζα. Και αν οι βερσιόν των Τζορτζ Κιούκορ, Φράνκο Τζεφιρέλι και Μπαζ Λούρμαν μπορεί να ερίζουν για τα εύσημα της καλύτερης κινηματογραφικής προσαρμογής, αυτή του τηλεοπτικά έμπειρου Ιταλού Κάρλο Καρλέι είναι απόλυτα σίγουρο πως δεν πρόκειται να τους χαλάσει την παρέα. 
Σε σενάριο του βραβευμένου με Όσκαρ («Έγκλημα στο Γκόσφορντ Παρκ» ) και Χρυσή Σφαίρα («Ο πύργος του Ντάουντον» ) Τζούλιαν Φέλοους, ο Καρλέι προσπαθεί να δώσει μια ακαδημαϊκο-νεανική, σπιρτόζικη μα και σοβαρή εκδοχή του κλασικού έργου. Θεατρικός λόγος, αλλά όχι ακριβώς αυτός του βάρδου, αρκετή πιστότητα στην πλοκή, σκηνικά και κοστούμια φροντισμένης τηλεταινίας­, φρέσκα πρόσωπα ως πρωταγωνιστές. Το αποτέλεσμα, πλακωμένο από τη βαριά σκιά του Τζεφιρέλι, είναι μια άνευ νοήματος, φλώρικη και διεκπεραιωτική μεταφορά του σαιξπηρικού αριστουργήματος, η ουσία του οποίου βρίσκεται σινε-χιλιόμετρα μακριά. 

Μ. Βρετανία, Ιταλία. 2013. Διάρκεια: 118΄. Διανομή: FEELGOOD ENT.

Godzilla

Το μυθικό τέρας Godzilla επιστρέφει στην οθόνη με μια φαντασμαγορική τρισδιάστατη παραγωγή, που δεν εξαντλείται στην υπερκατανάλωση εφέ, αλλά παράλληλα ζουμάρει σε μια τραυματική οικογενειακή ιστορία. Η άνιση περιπέτεια του Βρετανού Γκάρεθ Έντουαρντς, όμως, δεν καταφέρνει να πείσει ούτε ως χορταστική χολιγουντιανή υπερπαραγωγή ούτε ως sci-fi δράμα με βαθύτερες ανησυχίες.

 

 

Η υπερεκμετάλλευση της pop κουλτούρας, η οποία έχει οδηγήσει σε reboots, sequels και franchises ήδη γνωστών ιστοριών όπως αυτή του «Godzilla», έχει βάλει το Χόλιγουντ στη διαδικασία ψαξίματος προκειμένου να ξαναφρεσκαριστεί το ανακυκλωμένο προϊόν του. Με το δόγμα «the bigger the better» να μοιάζει πλέον ξεπερασμένο, η αμερικανική βιομηχανία δείχνει ότι θέλει να εμπλουτίσει την αφήγησή των υπερπαραγωγών της με στοιχεία που ξεπερνούν την εύκολη φαντασμαγορία των ψηφιακών ημερών. Όπως είναι φυσικό λοιπόν, το σύγχρονο «Godzilla» των ’10s θυμίζει ελάχιστα τη συνονόματη ανεκδιήγητη περιπέτεια που σκηνοθέτησε ο φαντεζί καταστροφολόγος Ρόναλντ Έμεριχ το 1998. 
Η επιλογή και μόνο του Γκάρεθ Έντουαρντς είναι ενδεικτική: ο Βρετανός δημιουργός είχε καταφέρει το 2010 να εντυπωσιάσει με το ντεμπούτο του «Monsters», μια «χειροποίητη» sci fi περιπέτεια χαμηλού κόστους που ζουμάρισε περισσότερο στον άνθρωπο παρά στα τέρατα που γεννά η φαντασία του. Εδώ, στο προϋπολογισμού 160 εκατ. δολαρίων «Godzilla», ο Έντουαρντς –παρότι βρίσκεται με ένα σκασμό λεφτά στα χέρια– δεν βγάζει το άχτι του πέφτοντας με τα μούτρα στο βάζο με τα πανάκριβα εφέ! Επιλέγει να φέρει σε πρώτο­ πλάνο μια οικογενειακή τραγωδία που στρώνει το δρόμο για την τρισδιάστατη δράση στο δεύτερο μισό της ταινίας. Πρωταγωνιστής είναι ο πυροτεχνουργός Φορντ Μπρόντι που έχασε τη μητέρα του σε μικρή ηλικία, μετά την μυστηριώδη καταστροφή του ιαπωνικού πυρηνικού εργοστασίου της Τζαντζίρα το 1999. Ο διασωθείς από το δυστύχημα πατέρας του Τζο έχει αφιερώσει τη ζωή του στην επιστημονική εξιχνίαση του μυστηρίου. 
Μετά την καταγραφή άγνωστων υπερηχητικών συχνοτήτων πατέρας και γιος ξαναβρίσκονται στην Τζαντζίρα, όπου ανακαλύπτουν ένα εφτασφράγιστο κυβερνητικό μυστικό που θέτει σε κίνδυνο ολόκληρο τον πλανήτη. Ένα τεράστιων διαστάσεων προϊστορικό παράσιτο που βρίσκεται τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια καταχωνιασμένο στα έγκατα του πυρηνικού εργοστασίου θα μεταμορφωθεί σε ένα M.U.T.O. (Massive Unidentified Terrestrial Organism ) και θα σημάνει συναγερμός στον αμερικανικό στρατό.

 

 

Η προσπάθεια του υπολοχαγού Φορντ να σώσει την οικογένειά του –και κατ’ επέκταση ολόκληρο τον πλανήτη– είναι η κυρίαρχη αφήγηση της sci fi περιπέτειας. Το παιδικό τραύμα της απώλειας της μητέρας είναι αυτό που κάνει τον νεαρό πυροτεχνουργό να κινήσει γη και ουρανό για κρατήσει ζωντανούς τόσο τη γυναίκα του όσο και τον γιο του. Θέλοντας να ανεβάσει το συναισθηματικό φορτίο της περιπέτειας, το σενάριο του Μαξ Μπόρενσταϊν γεμίζει το φιλμ με άχρηστες υποπλοκές (το λεωφορείο με τα παιδιά, το τρένο στη Χαβάη ) και παραμελεί την ίδια στιγμή την ιερή χολιγουντιανή υποχρέωση να κρατά την αδρεναλίνη των θεατών στο κόκκινο. Έτσι η ιστορία διασκορπίζεται σε πολλά πρόσωπα, ενώ «αφυδατώνει» τους πρωταγωνιστικούς ρόλους από κίνητρα, αδυναμίες και προσδοκίες. 
Αυτός είναι και ο κύριος­ λόγος που καμία από τις ερμηνείες του πρωτοκλασάτου καστ (χαρακτηριστικά παραδείγματα ο μόνιμα συνοφρυωμένος Κεν Γουατανάμπε και ο ημίτρελος Μπράιαν Κράνστον ) δεν καταφέρνει να ξεπεράσει το επιφανειακό χολιγουντιανό σχήμα. Ωστόσο, ακόμη και οι σε δεύτερο επίπεδο συμβολισμοί του φιλμ (το πανίσχυρο ένστικτο της μητρότητας, οι οδυνηρές συνέπειες της πυρηνικής ενέργειας, η ματαιόδοξη προσπάθεια του ανθρώπου να τιθασεύσει τη φύση, η υπεροψία της επιστήμης ) που προσπαθούν να βαθύνουν το δεινοσαυρικό τρισδιάστατο υπερθέαμα μοιάζουν εκβιαστικοί και ξεθυμασμένοι. Με αδύναμους χαρακτήρες και λειψή δράση (η χορταστική τελική μάχη δεν καταφέρνει να αναπληρώσει το action έλλειμμα ), το «Godzilla» σε αφήνει με μια αίσθηση ανικανοποίητου και την ευχάριστη ανάμνηση της εξαιρετικής σεκάνς της πτώσης των αλεξιπτωτιστών στην καρδιά του Σαν Φρανσίσκο, γεγονός που σε κάνει να συνεχίσεις να ελπίζεις στο φαινόμενο «Γκάρεθ Έντουαρντς».  
ΗΠΑ. 2014. Διάρκεια: 123’. Διανομή: VILLAGE FILMS.

Μεγαλώνοντας με τον πατέρα της και τη μικρότερη αδελφή της, η Σουζάν μένει έγκυος στην εφηβεία, μπλέκει σε μια ριψοκίνδυνη ερωτική περιπέτεια και προσπαθεί να βρει το δρόμο της στη ζωή μέσα από μια σειρά επώδυνων επιλογών. Τρία βραβεία στη Θεσσαλονίκη και Σεζάρ β΄ γυναικείου ρόλου για το ρεαλιστικό πορτρέτο μιας αυτοκαταστροφικής αντιηρωίδας και τη συγκινητική ιστορία ενηλικίωσής της.

 

Μεγαλώνοντας με τον πατέρα της και τη μικρότερη αδελφή της, η Σουζάν μένει έγκυος στην εφηβεία, μπλέκει σε μια ριψοκίνδυνη ερωτική περιπέτεια και προσπαθεί να βρει το δρόμο της στη ζωή μέσα από μια σειρά επώδυνων επιλογών. Τρία βραβεία στη Θεσσαλονίκη και Σεζάρ β΄ γυναικείου ρόλου για το ρεαλιστικό πορτρέτο μιας αυτοκαταστροφικής αντιηρωίδας και τη συγκινητική ιστορία ενηλικίωσής της.

 

 

H φωνή της Νίνα Σιμόν τραγουδά το «Suzanne» του Λέοναρντ Κοέν και συνοδεύει τα τελευταία πλάνα της ταινίας, αφήνοντας μια ανάλογα νοσταλγική και γλυκόπικρη αίσθηση με αυτήν της πολύπαθης διαδρομής της ηρωίδας της Κατέλ Κιγεβερέ. Γιατί και η δική της Σουζάν είναι μια κοπέλα που αγωνίζεται από την πρώτη στιγμή να καταλάβει τον κόσμο γύρω της, κυρίως όμως τον ακόμη πιο ακατανόητο κόσμο μέσα της. Και αν σε κάτι διαφέρει το ψυχολογικό πορτρέτο της από το θηλυκό στερεότυπο των περισσότερων κινηματογραφικών ιστοριών ενηλικίωσης, είναι ότι εδώ δεν έχουμε ένα συμπαθή, ηθικά (πολλώ δε μάλλον συναισθηματικά ) ξεκάθαρο χαρακτήρα σε τροχιά σύγκρουσης με το περιβάλλον . Αυτή η Σουζάν έχει ως μεγαλύτερο εχθρό τον εαυτό της και θα μπορέσει να τον νικήσει μόνο όταν αναλάβει η ίδια το κόστος των προσωπικών της επιλογών.

 

 

Στην παράδοση του Μορίς Πια­λά και των αδελφών Νταρντέν, η Κατέλ Κιγεβερέ διαθέτει μια καθαρή σκηνοθετική ματιά και μια αφηγηματική αμεσότητα. Παρακολουθεί τη διαδρομή ζωής της Σουζάν απ’ όταν είναι­ 5-6 ετών, μεγαλώνοντας με τον χήρο πατέρα και τη μικρότερη αδερφή της. Τη συναντάμε μαθήτρια δημοτικού και κατόπιν λυκείου, οπότε ο πατέρας της μαθαίνει πως είναι έγκυος. Μητέ­ρα ενός πεντάχρονου αγοριού πλέον, θα γνωρίσει και θα ερωτευτεί τον μικροκακοποιό Ζιλιέν, αιτία να ξεσπάσουν καινούργιοι οικογενειακοί καβγάδες. 
Και η πορεία της προς ένα αβέβαιο αύριο συνεχίζεται μέσα από μικρά και μεγάλα γεγονότα, τα οποία από τη μία δίνουν στο φιλμ την αίσθηση ενός γιγάντιου βιογραφικού βιντεοκλίπ, από την άλλη περιγράφουν με δραματική φυσικότητα και βάθος την αντιφατική, αυτοκαταστροφική, ασταθή, μα γενναία Σουζάν. Μια γυναίκα που ξεπερνά τα κοινωνιολογικά και ψυχαναλυτικά κλισέ και χάρη στη γεμάτη ενέργεια ερμηνεία της Σαρά Φορεστιέ («Πες μου τ’ Όνομά σου» ) μετατρέπεται σε ζωντανή κινηματογραφική ηρωίδα. Τρία βραβεία στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης και Σεζάρ β΄ γυναικείου ρόλου (από συνολικά πέντε υποψηφιότητες ). 

Γαλλία. 2013. Διάρκεια: 94΄. Διανομή: STRADA FILMS.

Suzzane 
  

H φωνή της Νίνα Σιμόν τραγουδά το «Suzanne» του Λέοναρντ Κοέν και συνοδεύει τα τελευταία πλάνα της ταινίας, αφήνοντας μια ανάλογα νοσταλγική και γλυκόπικρη αίσθηση με αυτήν της πολύπαθης διαδρομής της ηρωίδας της Κατέλ Κιγεβερέ. Γιατί και η δική της Σουζάν είναι μια κοπέλα που αγωνίζεται από την πρώτη στιγμή να καταλάβει τον κόσμο γύρω της, κυρίως όμως τον ακόμη πιο ακατανόητο κόσμο μέσα της. Και αν σε κάτι διαφέρει το ψυχολογικό πορτρέτο της από το θηλυκό στερεότυπο των περισσότερων κινηματογραφικών ιστοριών ενηλικίωσης, είναι ότι εδώ δεν έχουμε ένα συμπαθή, ηθικά (πολλώ δε μάλλον συναισθηματικά ) ξεκάθαρο χαρακτήρα σε τροχιά σύγκρουσης με το περιβάλλον. Αυτή η Σουζάν έχει ως μεγαλύτερο εχθρό τον εαυτό της και θα μπορέσει να τον νικήσει μόνο όταν αναλάβει η ίδια το κόστος των προσωπικών της επιλογών.

Στην παράδοση του Μορίς Πια­λά και των αδελφών Νταρντέν, η Κατέλ Κιγεβερέ διαθέτει μια καθαρή σκηνοθετική ματιά και μια αφηγηματική αμεσότητα. Παρακολουθεί τη διαδρομή ζωής της Σουζάν απ’ όταν είναι­ 5-6 ετών, μεγαλώνοντας με τον χήρο πατέρα και τη μικρότερη αδερφή της. Τη συναντάμε μαθήτρια δημοτικού και κατόπιν λυκείου, οπότε ο πατέρας της μαθαίνει πως είναι έγκυος. Μητέ­ρα ενός πεντάχρονου αγοριού πλέον, θα γνωρίσει και θα ερωτευτεί τον μικροκακοποιό Ζιλιέν, αιτία να ξεσπάσουν καινούργιοι οικογενειακοί καβγάδες. 

Και η πορεία της προς ένα αβέβαιο αύριο συνεχίζεται μέσα από μικρά και μεγάλα γεγονότα, τα οποία από τη μία δίνουν στο φιλμ την αίσθηση ενός γιγάντιου βιογραφικού βιντεοκλίπ, από την άλλη περιγράφουν με δραματική φυσικότητα και βάθος την αντιφατική, αυτοκαταστροφική, ασταθή, μα γενναία Σουζάν. Μια γυναίκα που ξεπερνά τα κοινωνιολογικά και ψυχαναλυτικά κλισέ και χάρη στη γεμάτη ενέργεια ερμηνεία της Σαρά Φορεστιέ («Πες μου τ’ Όνομά σου» ) μετατρέπεται σε ζωντανή κινηματογραφική ηρωίδα. Τρία βραβεία στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης και Σεζάρ β΄ γυναικείου ρόλου (από συνολικά πέντε υποψηφιότητες ). 

Γαλλία. 2013. Διάρκεια: 94΄. Διανομή: STRADA FILMS.


Σάλβο 

Ο Σάλβο είναι ο νεαρός μπράβος ενός μαφιόζου, ο οποίος αναλαμβάνει να βγάλει από τη μέση έναν αντίπαλό του. «Μάρτυρας» της δολοφονίας είναι η τυφλή αδελφή του θύματος, στην οποία ο Σάλβο χαρίζει τη ζωή κρύβοντας την αλήθεια από το αφεντικό του. Λιτό αστυνομικό θρίλερ που ρίχνει το βάρος του στους χαρακτήρες και κέρδισε το βραβείο της Εβδομάδας Κριτικής του Φεστιβάλ Κανών.

 

 

Eκτός από υποκοριστικό του Σαλβατόρε, Salvo στα ιταλικά είναι και ο σωσμένος. Με ήρωα έναν Σάλβο λοιπόν, η ταινία των Γκρασαντόνια και Πιάτσα μιλάει για μια διπλή σωτηρία, τυλιγμένη σε μια μελοδραματική όσο κι ελαφρά μεταφυσική χροιά. Το κινηματογραφικό της ύφος, παρόλα αυτά, είναι στεγνά ρεαλιστικό, καθώς η δράση ξεκινά κιόλας από την πρώτη σκηνή, με το αμάξι ενός μαφιόζου και του μπράβου του να προσπαθεί να ξεφύγει από μια ενέδρα θανάτου. Χάρη στην αποφασιστικότητα του Σάλβο θα τα καταφέρει και αμέσως μετά­ αυτός θα αναλάβει να βγάλει από τη μέση τον άνθρωπο που διέταξε την ενέδρα. «Μάρτυρας» της δολοφονίας του όμως θα γίνει­ η τυφλή αδερφή του θύματος Ρίτα, η οποία βλέπει αμυδρά για πρώτη φορά στη ζωή της όταν ακουμπά το πρόσωπο του Σάλβο. 
Αρχικά αμήχανος, ο νεαρός μπράβος αποφασίζει να της χαρίσει τη ζωή, κρύβοντας την αλήθεια από το αφεντικό του. Εμποτίζοντας μια βίαιη γκανγκ­στερική περιπέτεια με τα στοιχεία ενός συγκινητικού μελο­δράματος, το σκηνοθετικό ντεμπούτο του σισιλιάνικου διδύμου φέρνει σε αντιπαράθεση­ δύο ξεχωριστούς κόσμους, δουλεύοντας αντιστικτικά πάνω στις έννοιες του φωτός και του σκοταδιού. Καθώς ο Σάλβο και η Ρίτα­ περιφέρονται σαν παγιδευμένοι σε δαίδαλο στο σπίτι του γκάνγκστερ (εξαιρετικά κινηματογραφημένη σεκάνς ), συνειδητοποιούμε ότι πρόκειται για δύο τυφλούς ήρωες. ο ένας σωματικά και ο άλλος ηθικά. 
Και όταν έρχονται σε επαφή μεταξύ τους, αγγίζοντας ο ένας το πρόσωπο του άλλου, μια (θεία; ) χάρη τούς δίνει τη δυνατότητα­ να επιλέξουν: θα σώσουν αυτόν­ που έχουν απέναντί τους –μαζί και τον εαυτό τους– ή όχι; Θα ανοίξουν τα μάτια τους ή θα παραμείνουν στο σκοτάδι; Πάνω σε αυτήν την απλή πλοκή (μα ωραία ιδέα ), το φιλμ κρατά­ αποστάσεις­ από τα δακρύβρεχτα συναισθήματα, εστιάζει στα διλήμματα των χαρακτήρων του, επιμένει στην κινηματογραφική­ ουσία. Δεν πάει μακριά, αλλά πάει στα σίγουρα, με πυξίδα μια πολύτιμη­ αμεσότητα που του χάρισε το βραβείο της Εβδομάδας ­Κριτικής του περσινού Φεστιβάλ ­Κανών. 

Ιταλία. 2013. Διάρκεια: 110΄. Διανομή: FILMTRADE

Ο Σάιμον είναι ένας συνεσταλμένος και μοναχικός κυβερνητικός υπάλληλος, στον οποίο κανείς δεν δίνει σημασία. Ούτε η Χάνα, η συνάδελφός του με την οποία είναι κρυφά ερωτευμένος. Όλα όμως θα αλλάξουν όταν καταφθάσει ο Τζέιμς, ένας καινούργιος συνάδελφος ολόιδιος με τον Σάιμον, αλλά γοητευτικός, εξωστρεφής και παμπόνηρος. Φουτουριστικό αλληγορικό θρίλερ βασισμένο σε νουβέλα του Φίοντορ Ντοστογιέφσκι. Ατμοσφαιρικό και με έντονα πικρό χιούμορ, αλλά με λιγοστά σεναριακά καύσιμα που γρήγορα εξαντλούνται.

 

Ο Σωσίας 

 

H έννοια του doppelganger, του σωσία/αντίγραφου ενός ανθρώπου, είχε μυθολογικά την έννοια του φαντάσματος και της απόκοσμης ύπαρξης που μια συνάντηση μαζί της ήταν οιωνός θανάτου. Το 18ο αιώνα αρχίζει να επισκέπτεται συχνά ως θέμα τη βορειοευρωπαϊκή –κυρίως αγγλόφωνη– λογοτεχνία του φανταστικού (Λόρδος Βύρωνας, Έντγκαρ Άλαν Πόε, Ρόμπερτ Λούις Στίβενσον, Χέν­ρι Τζέιμς, Τζόζεφ Κόνραντ ), βοηθώντας στην περιγραφή περίπλοκων χαρακτήρων και λειτουργώντας μεταφορικά ως προς τις εσωτερικές ψυχολογικές συγκρούσεις τους. 
Αν και σκοτεινός ρεαλιστής, ο Φιόντορ Ντοστογιέφσκι δημοσιεύει σε αυτό το πνεύμα το 1846 τον «Σωσία», τον οποίο αναθεώρησε στην τελική του μορφή 20 χρόνια αργότερα, ένα επηρεασμένο από το γερμανικό ρομαντισμό και τον Νικολάι Γκόγκολ εκτεταμένο διήγημα, «ό,τι καλύτερο έγραψε ποτέ» σύμφωνα με τον Βλάντιμιρ Ναμπόκοφ. Μετατρέποντας τον ντοστογιεφσκικό Γκολιάντκιν σε Σάιμον, έναν συνεσταλμένο και μοναχικό κυβερνητικό υπάλληλο στον οποίο κανείς δεν δίνει σημασία, ο Βρετανός Ρίτσαρντ Αγιοάντε (της συμπαθέστατης δραμεντί ενηλικίωσης «Submarine» ) διασκευάζει κινηματογραφικά τη διάσημη νουβέλα σαν φουτουριστικό θρίλερ. Σε ένα χρονικά ακαθόριστο οργουελικό μέλλον (; ), ο Σάιμον προσπαθεί να επιβιώσει ως φιλότιμος, πλην «αόρατος» από τους πάντες ανθρωπάκος, περιφρονημένος από τον προϊστάμενό του κ. Παπαδόπουλο (! ) και τους συναδέλφους του, στους οποίους συμπεριλαμβάνεται και η νεαρή Χάνα, που μένει στην απέναντι πολυκατοικία από τη δική του και με την οποία είναι κρυφά ερωτευμένος. Μέχρι τη στιγμή που κάνει την εμφάνισή του ο Τζέιμς, ένας νέος συνάδελφος ολόιδιος με τον Σάιμον (κανείς άλλος δεν παρατηρεί την ομοιότητα ), αλλά γοητευτικός, εξωστρεφής και παμπόνηρος, έτοιμος να κατακτήσει τα πάντα εις βάρος του φιλότιμου ήρωά μας.

 

Βουτηγμένος σε μια καφκική ατμόσφαιρα που θυμίζει έντονα «Μπραζίλ», ο «Σωσίας» ξεκινά σαν σκοτεινή σάτιρα κι εξελίσσεται σε αγχωτικό εφιάλτη, διαχειριζόμενος­ αποτελεσματικά το σαρκαστικό χιού­μορ, την απόκοσμη, απειλητική εικονογραφία και το σασπένς που γεννά η επιθετική συμπεριφορά του Τζέιμς, με τον οποίο ο Σάιμον προσπαθεί αρχικά να γίνει φίλος. 
Η σχέση τους όμως παίρνει εντελώς διαφορετική τροπή όταν μπαίνει ανάμεσά τους η Χάνα, κάτι που αντανακλαστικά συμβαίνει και στην ίδια την ταινία, η οποία από εκείνο το σημείο και μετά μοιάζει να ξεμένει από ιδέες και σεναριακές λύσεις. Το υπαρξιακό άγχος έχει περιγραφεί, το κοινωνικό ντεκόρ έχει στηθεί και οι αναφορές στο alter ego έχουν εξαντληθεί, αφήνοντας τη λαβυρινθώδη διαδρομή του Σάιμον προς την τρέλα (και τον πραγματικό του εαυτό ) χωρίς δραματικό βάρος – σαν ένα κινηματογραφικό διήγημα που «τεντώθηκε» αναίτια σε διαστάσεις σινε-μυθιστορήματος. Ατμοσφαιρικό, μα φλύαρο, κατά στιγμές γοητευτικό αλλά και αφελές, με έναν συναρπαστικό Τζέσι Άιζενμπεργκ («The Social Network» ) σε ρεσιτάλ ερμηνευτικής διπλοπροσωπίας. 

Μ. Βρετανία. 2013. Διάρκεια: 93΄. Διανομή: WEIRD WAVE.




ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ! :
ΡΩΤΗΣΤΕ ΤΟΥΣ ΕΙΔΙΚΟΥΣ
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ