Οι ταινίες του Σαββατοκύριακου: Ποιες αξίζει να δω και ποιες όχι;

30 Μαΐου 2014

Από τον κριτικό κινηματογράφου του περιοδικού Αθηνόραμα, Χρήστο Μήτση. 

Maleficent 

Θέλοντας να εκδικηθεί τον παιδικό της φίλο που την πρόδωσε και με δόλο της έκοψε τα φτερά για να γίνει βασιλιάς, η νεράιδα Μαλέφισεντ καταριέται τη νεογέννητη κόρη του με ένα ισχυρό ξόρκι. Ευρηματική σεναριακά, αλλά αναποφάσιστου ύφους live action διασκευή του παραμυθιού της «Ωραίας κοιμωμένης», η οποία βασίζεται στα θεαματικά εφέ και την απολαυστική κακιά Αντζελίνα Τζολί.

 

 

Τα καλά κορίτσια πάνε­ στον παράδεισο, αλλά τα κακά πάνε παντού. Γι’ αυτό και οι διαβολικές ηρωίδες φαντάζουν όλο και γοητευτικότερες στις χολιγουντιανές σταρ, με πρόσφατα παραδείγματα­ τις Τζούλια Ρόμπερτς και Σαρλίζ Θερόν, αμφότερες κακές βασίλισσες στις δύο προπέρσινες διασκευές της «Χιονάτης». 
Έτσι, ύστερα από τέσσερα χρόνια κινηματογραφικής απουσίας, η περιζήτητη Αντζελίνα Τζολί αποφάσισε να επιστρέψει στο πανί σε έναν εμβληματικό ρόλο κακιάς του παραμυθιού, δίνοντας σάρκα και οστά στη Μαλέφισεντ, τη μάγισσα της «Ωραίας κοιμωμένης» που όλοι έχουμε συνδέσει με την απειλητική φιγούρα του ντισνεϊκού animation του 1959. 
Ξεκινώντας από ναπολιτάνικους λαϊκούς θρύλους, ο Τζιαμπατίστα Μπαζίλε έδωσε στις αρχές του 17ου αιώνα μορφή στο γνωστό πλέον μύθο, τον οποίο διασκεύασε λίγο αργότερα ο Σαρλ Περό και κατόπιν οι αδερφοί Γκριμ. Το σενάριο της Λίντα Γούλβερτον, με συγγραφικά credits στον «Βασιλιά των Λιονταριών» και στην «Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων», διατηρεί τους βασικούς χαρακτήρες, αλλά αλλάζει σε μεγάλο βαθμό την πλοκή του παραμυθιού εστιάζοντας στα γεγονότα που οδήγησαν τη Μαλέφισεντ στη «σκοτεινή πλευρά». Γιατί αρχικά εκείνη­ ήταν μια καλοσυνάτη νεράιδα με μακριά και πανίσχυρα φτερά, προστάτιδα του μαγικού βασιλείου του Μουρ από τις άπληστες διαθέσεις των ανθρώπων. 
Ο νεαρός Στέφαν της αλλάζει αρχικά τη γνώμη γι’ αυτούς, χρόνια αργότερα όμως την προδίδει για να κερδίσει το βασιλικό θρόνο. Αφού κανείς δεν μπορεί να τη νικήσει στη μάχη, ο Στέφαν την πλησιάζει με δόλο και καταφέρνει να της κόψει τα φτερά, μετατρέποντάς την έτσι σε μαυροφορεμένη μάγισσα. Και όταν φτάσει η ώρα, η Μαλέφισεντ καταριέται τη νεογέννητη κόρη του με ένα ανίκητο ξόρκι που στα 16 της χρόνια τη βυθίζει σε αιώνιο ύπνο.

 

 

Η εξέλιξη της ιστορίας κρύβει ακόμη αρκετές ανατροπές και όσο αυτή η φαντασμαγορική διασκευή βαδίζει στην οδό του παραμυθιού διατηρεί μια καλοσυνάτη, μετρημένου χιούμορ γοητεία, με την Τζολί να διασκεδάζει στο ρόλο της σαγηνευτικής και κατά βάθος καλόκαρδης κακιάς. Ταυτόχρονα ο βραβευμένος με δύο Όσκαρ («Avatar», «Η Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων» ) σκηνογράφος και πρωτάρης σκηνοθέτης Ρόμπερτ Στόμπεργκ στήνει ένα μαγευτικό τρισδιάστατο ντεκόρ, αλλά δυσκολεύεται να δώσει ενιαίο ύφος στη διαφορετικών ταχυτήτων αφήγησή του, που είναι λίγο ρομαντική, μια δόση περιπετειώδης, κατά στιγμές διδακτική και περιστασιακά κωμική. Με σεκάνς που μοιάζει να έχουν συγκολληθεί χωρίς φινίρισμα, στήνει ένα άνισο κι εντέλει κινηματογραφικά αναποφάσιστο θέαμα, το οποίο προσπαθεί να μετατρέψει σε μπλοκμπάστερ η δυναμική παρουσία τής πάντα απολαυστικής, όχι όμως και θαυματουργής Αντζελίνα Τζολί. Έτσι κι αλλιώς, αυτή θα είναι η μόνη ζωηρή ανάμνηση που θα αφήσει πίσω της αυτή η «Maleficent». 

 

Λευκός Ελέφαντας 

Ο Τζούλιαν και ο Νικολά είναι δυο ιερείς που εργάζονται σε μια φτωχογειτονιά του Μπουένος Άιρες. Συμπαραστέκονται στην προσπάθεια των κατοίκων να κατασκευαστεί ένα νοσοκομείο στην περιοχή, αλλά μπλέκονται σε μια βίαιη εξέγερση όταν, ύστερα από υπουργική απόφαση, οι εργασίες ανέγερσής του σταματούν. Πολλές ιδέες, σκηνοθεσία που δεν φοβάται το σκληρό ρεαλισμό, αλλά μια ταινία η οποία δεν πρωτοτυπεί καθόλου δραματικά, παγιδευμένη σε κοινότοπες διαπιστώσεις.

 

 

Από τους διασημότερους εκπροσώπους του νέου κύματος του αργεντίνικου σινεμά, ο 43χρονος Πάμπλο Τραπέρο ξεκίνησε κιόλας με την πρώτη του ταινία («Κόσμος Γερανός», 1999 ) διεθνή φεστιβαλική καριέρα, η οποία κορυφώθηκε με τη «Λεονέρα» του 2008 και το «Αρπακτικό» του 2010. Ευαίσθητος σε κοινωνικά θέματα από την ανήσυχη καθημερινότητα της χώρας του, διαλέγει για πρωταγωνιστές του «Λευκού Ελέφαντα» δύο διαφορετικής γενιάς και νοοτροπίας ιερείς και μια κοινωνική λειτουργό, οι οποίοι προσπαθούν να βοηθήσουν με κάθε τρόπο τους φτωχούς κατοίκους μιας παραγκούπολης του Μπουένος Άιρες. 
Από τη μια μεριά ο βασανισμένος, συμπονετικός και μαρτυρικά υπομονετικός Τζούλιαν­, ο οποίος σώζει τη ζωή του νεαρού Βέλγου παπά Νικολά, τον παίρνει υπό την προστασία του και προσπαθεί να του μεταδώσει το αλτρουιστικό, σισύφεια ηρωικό πνεύμα του. Από την άλλη ένας δυναμικός, πιστός χριστιανός της νεότερης γενιάς που βασανίζεται από ενοχές και αγωνίζεται μαζί με τη μαχητική Λουτσιάνα, την οποία ερωτεύεται γρήγορα, να διορθώσει με πάθος τις αδικίες του μάταιου τούτου κόσμου.

Η σύγκρουση των ηθικά αποφασισμένων, αλλά ψυχολογικά τραυματισμένων αυτών χαρακτήρων με μια παραδομένη στη βία και τη διαφθορά πραγματικότητα εξελίσσεται γύρω από το «λευκό ελέφαντα», ένα μισοτελειωμένο γιγάντιο κτίριο το οποίο προορίζεται για συνοικιακό νοσοκομείο. Όταν μια υπουργική απόφαση ματαιώσει την ολοκλήρωσή του και οδηγήσει σε μια ανεξέλεγκτη λαϊκή εξέγερση, οι αναγκασμένοι να επιλέξουν τρόπο δράσης ήρωες έρχονται αντιμέτωποι με τις ιδέες τους αλλά και την αληθινή ζωή σε ένα σεναριακά φλύαρο, διασπασμένο σε διασταυρούμενες υποπλοκές ανθρώπινο δράμα το οποίο προσπαθεί να θέσει τόσο υπαρξιακά όσο και πολιτικά ερωτήματα. Χάρη στη στιβαρή παρουσία τριών έμπειρων ερμηνευτών (ο διασημότερος Αργεντινός σταρ Ρ. Νταρίν, ο ηθοποιός-φετίχ των Νταρντέν Ζ. Ρενιέ και η πρωταγωνίστρια της «Λεονέρα» Μ. Γκούσμαν ), καταφέρνει να κερδίσει δραματικό βάρος, όχι όμως πολλά περισσότερα, αγκυλωμένο σε έναν περιγραφικό ρεαλισμό και μερικές ειλικρινείς, μα προβλέψιμες κοινωνικές διαπιστώσεις. 

Απρόσμενος Έρωτας 

Ο Μάθιου Μόργκαν, ένας χήρος καθηγητής πανεπιστημίου που ζει στο Παρίσι και έχει πέσει σε βαριά κατάθλιψη μετά το θάνατο της γυναίκας του, γνωρίζει τυχαία τη δασκάλα του τσα-τσα Πολίν, αρχίζοντας να βλέπει τη ζωή του με άλλο μάτι. Όσο οι υπαρξιακές αναζητήσεις του ηλικιωμένου πρωταγωνιστή είναι σε πρώτο πλάνο, ο πολύπειρος Μάικλ Κέιν καταφέρνει να διατηρήσει το φιλμ στα όρια του συμπαθητικού. Όλα αυτά μέχρι το σενάριο να υποκύψει πλήρως στη συναισθηματική ευκολία.

 

 

Η Γερμανίδα Σάντρα Νέτελμπεκ («Bella Martha» ) διασκευάζει το μυθιστόρημα της Φρανσουάζ Ντορνέρ «La Douceur Assassine» αφηγούμενη μια ιστορία που μιλά για το προχωρημένο γήρας, τις ανθρώπινες σχέσεις, τα τραύματα της απώλειας και την άνιση προσωπική μας μάχη με αυτά. Πρωταγωνιστής στο δράμα, που εκτυλίσσεται στο μεγαλύτερο μέρος του στο κέντρο του Παρισιού, είναι ο Μάθιου­ Μόργκαν, ένας χήρος Αμερικανός καθηγητής πανεπιστημίου που έχει πέσει σε βαριά κατάθλιψη μετά το θάνατο της γυναίκας του. 
Η γνωριμία του με τη δασκάλα χορού τσα τσα Πολίν αλλάζει τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζει τη ζωή του. Ο πολύπειρος Μάικλ Κέιν καταφέρνει –έχοντας απλώς στο ρελαντί την πανίσχυρη ερμηνευτική του μηχανή– να κρατήσει την ταινία στα όρια του συμπαθητικού στο πρώτο μισό παρά τις χτυπητές αδυναμίες (γλυκανάλατα καρτ-ποσταλικά πλάνα, αναίτια αργός ρυθμός, συγκεχυμένα κίνητρα ). Από τη στιγμή όμως που η Νέτελμπεκ μετατρέπει το φιλμ σε ένα τηλεοπτικής λογικής οικογενειακό δράμα, ένα παχύ στρώμα συναισθηματισμού επικαλύπτει κάθε ενδιαφέρουσα υπαρξιακή πτυχή της ιστορίας.  

Μετά το τέλος του εμφυλίου στην Καταλονία, ο 11χρονος Αντρέου ανακαλύπτει δύο πτώματα στο δάσος. Οι αρχές θεωρούν ύποπτο τον αριστερών πεποιθήσεων πατέρα του και ο μικρός προσπαθεί να τον βοηθήσει, αναζητώντας τον πραγματικό ένοχο. Σκοτεινή ιστορία ενηλικίωσης βραβευμένη με εννέα Γκόγια, στην ισπανόφωνη παράδοση της «Ραχοκοκαλιάς του Διαβόλου» και του «Λαβύρινθου του Πάνα».

 Μαύρο Ψωμί 

 

Από το «Πνεύμα του Μελισ­σιού» του Βίκτορ Ερίθε και το «Θρέψε Κοράκια» του Κάρλος Σάουρα της δεκαετίας του ’70 μέχρι τη «Ραχοκοκαλιά του Διαβόλου» και τον «Λαβύρινθο του Πάνα» του Γκιγέρμο ντελ Τόρο, το ισπανικό σινεμά επανέρχεται διαρκώς σε ιστορίες ενηλικίωσης με φόντο σκοτεινά ιστορικά γεγονότα, συχνότερα όλων δε την εποχή του εμφυλίου πολέμου. Αν θυμηθούμε επιπλέον και τα πιο πρόσφατα «Η Τελευταία Ακροβάτις της Μαδρίτης» και «Μέσα Από τα Μάτια τους», θα επιβεβαιώσουμε πως η αντιπαράθεση ανήλικων ηρώων με έναν εχθρικό, βίαιο κόσμο τον οποίο προσπαθούν να καταλάβουν και να γίνουν μέρος του αποτελεί μια αγαπημένη σεναρια­κή συνθήκη για τους Ίβηρες δημιουργούς. 
Λογικό κι εύκολα κατανοητό, καθώς η συγκεκριμένη θεματική ευνοεί τόσο μια ονειρική/τρομακτική ατμόσφαιρα την οποία επιζητά ένα θρίλερ (είδος στο οποίο οι Ισπανοί έχουν δημιουργήσει σχολή ) όσο και μια αλληγορική διάσταση (τις περισσότερες φορές ο πρωταγωνιστής δεν είναι παρά η ίδια η χώρα που ενηλικιώνεται τραυματικά ) πάνω στην οποία μπορεί κάποιος να σχολιάσει την απαγορευμένη μέχρι πρότινος εθνική ιστορία.

Το «Μαύρο Ψωμί», θριαμβευτής πριν από μία τετραετία των Βραβείων Γκόγια, των ισπανικών Όσκαρ (9 από 14 υποψηφιότητες ), είναι η έκτη μεγάλου μήκους ταινία του 61χρονου σκηνοθέτη ταινιών του φανταστικού αλλά και δραματικών θρίλερ Αγκουστί Βιλαρόνγκα. Πιστός στο είδος, επιστρέφει σε ένα ορεινό χωριό της μετεμφυλιακής Καταλονίας αιφνιδιάζοντάς μας κιόλας από την πρώτη σκηνή με ένα βίαιο φόνο. Μάρτυρας της δολοφονίας ενός άντρα και του μικρού παιδιού του είναι ο 11χρονος Αντρέου, ο οποίος δεν βλέπει όμως το πρόσωπο του δράστη. 

Οι αρχές υποπτεύονται τον αριστερών πεποιθήσεων πατέρα του, ο οποίος αναγκάζεται να βρει καταφύγιο στα βουνά, κάτι που ωθεί τον γιο του να αναζητήσει την αλήθεια πίσω από αυτήν τη σκοτεινή ιστορία που έχει κρύψει ο Βιλαρόνγκα μέσα σε μια σειρά ένοχων και σοκαριστικών μυστικών. Αυτά συνδέονται περίτεχνα με τις μεταξύ των ανθρώπων του χωριού σχέσεις και τις πολιτικές διαφορές τους, οι οποίες κρύβουν οικονομικά συμφέροντα, ακόμη και απαγορευμένους έρωτες. 
Καθώς ο Αντρέου προχωρά βήμα βήμα σε αυτόν τον επικίνδυνο λαβύρινθο μαθαίνοντας μια αλήθεια που αναιρεί την αμέσως προηγούμενη, το «Μαύρο Ψωμί» μας παρασύρει βαθιά σε ένα γοητευτικό, υποβλητικά σκηνοθετημένο κινηματογραφικό εφιάλτη. Συνδέοντας έτσι το ψυχολογικό με το ιστορικό, το ονειρικό με το πολιτικό και τη σεξουαλική αφύπνιση με την κοινωνική συνειδητοποίηση, ο Βιλαρόνγκα δίνει υπαρξιακό βάθος και πολλαπλές διαστάσεις σε αυτό το σκοτεινό παραμύθι, βγαλμένο από την αθώα φαντασία ενός μικρού παιδιού και τη ματωμένη πραγματικότητα της ισπανικής γης. 

 

Brick Mansions 

Η προτελευταία εμφάνιση του πρόσφατα χαμένου Καλιφορνέζου σταρ Πολ Γουόκερ είναι στο αμερικανικό ριμέικ της γαλλικής περιπέτειας «Banlieue 13» ερμηνεύοντας έναν μυστικό αστυνομικό που θα σταλεί στο πιο επικίνδυνο γκέτο του Ντιτρόιτ για να απενεργοποιήσει μια βόμβα νετρονίου. Στην υπερπροσπάθειά της να γίνει νεανική και μοδάτη η ταινία θα προσφέρει έναν hip πολιτισμικό αχταρμά που, μαζί με τα ξεκάρφωτα κοινωνικά διδάγματα του τέλους, θα ξεκάνει ακόμη και τους λάτρεις των action movies.

 

 

Για ακόμη μία φορά ο Γάλλος μπλοκμπαστεράς Λικ Μπεσόν βρίσκεται πίσω από μια αγγλόφωνη περιπέτεια υπογράφοντας σενάριο και παραγωγή. Εδώ ο πανούργος Ευρωπαίος μεταφέρει σεναριακά την ιστορία του «Banlieue 13» (2004 ) από τα παρισινά γκέτο στο δυστοπικό Ντιτρόιτ­ του 2018: ένας τοίχος έχει υψωθεί ανάμεσα στο κέντρο της αμερικανικής μεγαλούπολης και το υποβαθμισμένο προάστιο Brick Mansions. Σε αυτό το αυτόνομο άντρο ανομίας θα σταλεί ο σκληροτράχηλος μυστικός αστυνομικός Ντέιμιαν για μια δύσκολη αποστολή. Έχοντας μαζί του τον κατάδικο Λίνο, πρέπει να τα βάλει με τον πανίσχυρο­ στρατό του Τρεμέιν και να απενεργοποιήσει μια βόμβα νετρονίου που θα ισοπεδώσει το μισό Ντιτρόιτ. 
Στην προτελευταία εμφάνισή του στην οθόνη (ακολουθεί το «Fast and Furious 7» ), ο πρόσφατα χαμένος Καλιφορνέζος σταρ Πολ Γουόκερ πρωταγωνιστεί σε μια περιπέτεια που προσπαθεί απεγνωσμένα να μπολιάσει την ακατάσχετη δράση με διάφορες εκφάνσεις της νεανικής κουλτούρας: παρκούρ­, hip hop look, dubstep μελωδίες­, industrial και νεο-γκοθ αισθητική συνθέτουν το hip κάδρο της ταινίας, που προσπαθεί με κάθε τρόπο να γίνει μοδάτη και συμβατή με το νεανικό κοινό των multiplex. Το μεγαλύτερο πρόβλημα της προχειροφτιαγ­μένης περιπέτειας, ωστόσο, δεν είναι τόσο αυτός ο κακόγουστος πολιτισμικός αχταρμάς, αλλά τα ξεκάρφωτα κοινωνικά διδάγματα που πέφτουν ουρανοκατέβατα στις τελευταίες σεκάνς για να ξεκάνουν ακόμη και τους λάτρεις των action movies. 

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ! :
ΡΩΤΗΣΤΕ ΤΟΥΣ ΕΙΔΙΚΟΥΣ
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ