Οι ταινίες του Σαββατοκύριακου: Ποιες αξίζει να δω και ποιες όχι;

6 Ιουνίου 2014

Aπό τους κριτικούς κινηματογράφου Χρήστο Μήτση και Γιάγκο Αντίοχο 

Περιοδικό Αθηνόραμα 

 

Στα όρια του αύριο

Πολεμώντας στις ακτές της Γαλλίας ενάντια σε εξωγήινους, ένας στρατιώτης σκοτώνεται στην πρώτη του μάχη. Γυρίζει όμως ξανά και ξανά πίσω στο χρόνο ξαναζώντας την ίδια ημέρα, σε μια τρισδιάστατη sci fi περιπέτεια που προσπαθεί –και ως ένα σημείο τα καταφέρνει– να πρωτοτυπήσει σεναριακά.

 

 

Η πίστη στη σαϊεντολογία μπορεί να βοηθά, σίγουρα όμως δεν αρκεί για να σε κρατήσει στη χολιγουντιανή κορυφή τρεις ολόκληρες δεκαετίες. Οι σωστές εμπορικές επιλογές είναι σίγουρα χρησιμότερες και ο Τομ Κρουζ έχει ένα εντυπωσιακό σερί από αυτές, ξεκινώντας κάθε φορά από ένα δεδομένο στάνταρντ παραγωγής και δοκιμάζοντας συχνά σχέδια που δεν φοβούνται το ρίσκο. Μιλάμε, φυσικά­, για τα μπλοκμπάστερ δεδομένα της βιομηχανίας του θεάματος, η οποία επένδυσε 175 εκατ. δολάρια­ στη μεταφορά του μυθιστορήματος­ του Χιρόσι Σακουραζάκα «All you need is kill», διασκευασμένο σεναριακά από τους Κρίστοφερ ΜακΚουάρι (Όσκαρ για τους «Συνήθεις Υπόπτους» ) και Τζον-Χένρι Μπάτεργουορθ, συνεργάτη του σκηνοθέτη Νταγκ Λάιμαν στο πολιτικό θρίλερ «Παιχνίδια Συνωμοσίας». 
Με άνιση φιλμογραφία («Χωρίς Ταυτότητα», «Mr & Mrs Smith», «Jumper» ), ο Λάιμαν είναι ένας φερέγγυος εκτελεστής όταν έχει στα χέρια του το κατάλληλο υλικό και το «Στα Όρια του Αύριο» διαθέτει, αν μη τι άλλο, μια υποσχόμενη ιδέα: ενώ όλη η ηπειρωτική Ευρώπη έχει καταληφθεί από εξωγήινους Μιμητές, κάτι σαν γιγάντια μηχανικά χταπόδια με μεγάλη δύναμη πυρός, ο Αμερικανός ταγματάρχης Γουίλιαμ Κέιτζ αποστέλλεται από το αρχηγείο του Λονδίνου στην πρώτη γραμμή­ της μάχης στις γαλλικές ακτές. Η άρνησή του αναγκάζει τον στρατηγό Μπρίγκαμ να τον υποβιβάσει σε στρατιώτη ο οποίος, φοβισμένος και άπειρος, σκοτώνεται με το που πατάει το πόδι του στην ξηρά. Αιφνιδίως όμως ξυπνά στην… προηγούμενη ημέρα και ξαναζεί την απόβαση ξανά και ξανά, ώσπου η συνάντησή του με την πολεμική ηρωίδα Ρίτα Βρατάσκι του αποκαλύπτει πως, εκπαιδευόμενος κάθε φορά και καλύτερα, μπορεί να αλλάξει τόσο τη μοίρα του όσο και ολόκληρη την έκβαση του πολέμου.

 

 

Η «Μέρα της Μαρμότας», τα «Άλιενς», οι «Στρατιώτες του Σύμπαντος» και η «Διάσωση του Στρατιώτη Ράιαν» μπαίνουν στο μίξερ μιας υπερ-περιπέτειας επιστημονικής φαντασίας, όπου το σασπένς συναγωνίζεται το θέαμα συνδέοντας την εξέλιξη της πλοκής με την ψυχολογική εξέλιξη του ήρωα. Κάθε μέρα όμως που ο Κέιτζ και η Βρατάσκι προχωρούν ένα βήμα μακρύτερα μια καινούργια, ανίκητη απειλή εμφανίζεται και σε λίγο η επιστροφή στο μέλλον μοιάζει όλο και πιο αδιέξοδη. Για να προχωρήσει στη λύση του γρίφου, η ταινία κάνει αρκετές παραχωρήσεις στη χολιγουντιανή ευκολία, τις οποίες διανθίζει τουλάχιστον με χιούμορ και την ελάχιστη δυνατή μελοδραματική σοβαροφάνεια. Κάποιες σεναριακές πονηριές­ αποδεικνύονται περιττές, μερικές σεκάνς δράσης, όπως η «μάχη του Λούβρου», είναι διεκπεραιωμένες χωρίς έμπνευση, το τελικό αποτέλεσμα πάντως καταφέρνει να ορθοποδήσει κινηματογραφικά, δικαιώνει το star power του Κρουζ και ανεβάζει το «…Αύριο» ένα (τόσο δα ) κλικ πάνω από τα συνήθη φαστφουντάδικα επίπεδα των περισσότερων σύγχρονων μπλοκμπάστερ. 

Σκουριασμένη πόλη

Στο Μπράντοκ, μια παρακμάζουσα βιομηχανική πόλη της Πενσυλβάνια, δύο αδέλφια ακολουθούν διαφορετικούς δρόμους. Ο Ράσελ δουλεύει στο τοπικό χαλυβουργείο, όπως έκανε και ο πατέρας του. Αντίθετα, ο μικρός Ρόντνι κατατάσσεται στο στρατό, ενώ παράλληλα ψάχνει το εύκολο κέρδος στο τζόγο και σε παράνομους αγώνες πυγμαχίας. Μετά από ένα τραγικό περιστατικό οι ισορροπίες θα διαταραχθούν στο δραματικό αμερικανικό θρίλερ που εξελίσσεται σε ένα μεστό και βίαια ωμό πορτρέτο μιας χώρας που βρίσκεται σε πλήρη ηθική κρίση.

 

 

Ο αφανισμός της αμερικανικής –και όχι μόνο– εργατικής τάξης ως απόρροια της παγκοσμιοποιημένης οικονομίας είναι ένα φαινόμενο με αλυσιδωτές αντιδράσεις. Από τη μία ένα μεγάλο κομμάτι κόσμου, το οποίο βρίσκεται στη βάση της πυραμίδας, οδηγείται στη φτωχοποίηση και την παραοικονομία δημιουργώντας στρατιές οργισμένων νεο-παριών. Από την άλλη εγείρεται ένα θεμελιακό ζήτημα για την ίδια την ταυτότητα των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής. 
Ο Αμερικανός σκηνοθέτης Σκοτ Κούπερ, μετά το οσκαρικό «Crazy Heart», επιλέγει και πάλι να ακολουθήσει στην οθόνη τα ίχνη απόκληρων πρωταγωνιστών, για να απαντήσει στα ερωτήματα σε σχέση με το παρόν και το μέλλον της πατρίδας του. Στη δεύτερη ταινία του μας μεταφέρει στο Μπράντοκ, μια παρακμάζουσα βιομηχανική περιφέρεια της Πενσιλβάνια, όπου δύο αδέρφια ακολουθούν διαφορετικό δρόμο. Ο Ράσελ δουλεύει στο τοπικό χαλυβουργείο, όπως έκανε και ο πατέρας του. Αντίθετα, ο μικρός Ρόντνι κατατάσσεται στο στρατό, ενώ παράλληλα ψάχνει το εύκολο κέρδος στον τζόγο και σε παράνομους αγώνες πυγμαχίας.

Ένα τραγικό περιστατικό όμως αλλάζει τις ισορροπίες και φέρνει τον Ράσελ πίσω από τα σίδερα. Μετά την αποφυλάκισή του πολλά πράγματα έχουν αλλάξει στη μικρή κοινότητα της Βορειοανατολικής Αμερικής. κάποια άλλα πάλι όχι... Οι αργόσυρτοι ρυθμοί και το διαβρωμένο σκηνικό (πολύ καλή η φωτογραφία του Μασανόμπου Τακαγιανάγκι ) της «Σκουριασμένης Πόλης» παραπέμπουν σε κατάσταση αδράνειας και αργής αποσύνθεσης, με τις καταιγιστικές πλανητικές αλλαγές να μολύνουν υποχθόνια τη μικροοικονομία της αμερικανικής επαρχίας. 

Χωρίς φιοριτούρες και περιττές εντάσεις –αν και με αρκετές χαμένες ευκαιρίες για μια λιγότερο επίπεδη σεναριακή ανάπτυξη–, ο Σκοτ Κούπερ συνθέτει το ωμό πορτρέτο μιας χώρας που βρίσκεται σε πλήρη ηθική κρίση. Απομεινάρι του παλιού κόσμου, ο –για ακόμη μία φορά εξαιρετικός– Κρίστιαν Μπέιλ­ προσπαθεί να αντιμετωπίσει τις δυσκολίες με σύνεση και λαϊκή σοφία. Όμως στο υπόκωφα βίαιο και υλιστικό περιβάλλον της σύγχρονης Αμερικής δεν υπάρχει χώρος για μάρτυρες παρά μόνο για κυνηγούς και θηράματα. ­Διαλέγεις και παίρνεις... 

Yves Saint Laurent

Η ζωή και το έργο του Ιβ Σεν Λοράν από τα νεανικά του χρόνια στην Αλγερία μέχρι τη γνωριμία του με τον σύντροφο και συνεταίρο του Πιέρ Μπερζέ και την καταξίωσή του ως ενός από τους σπουδαιότερους σχεδιαστές μόδας του 20ού αιώνα. Κομψή, γυαλιστερή, αλλά δραματικά άχρωμη και κινηματογραφικά άοσμη βιογραφία.

 

 

«Δεν είχαμε πρόσβαση σε τίποτα. Ούτε καν σε ένα T-shirt», δήλωσε στις Κάνες ο Έρικ Αλτμάγερ, παραγωγός του «Saint Laurent» του Μπερτράν Μπονελό, της άλλης­ κινηματογραφικής βιογραφίας­ του γνωστού μόδιστρου που συμμετείχε στο πρόσφατο φεστιβάλ. Γιατί τη σφραγίδα της «επίσημης ιστορίας» την έχει πάρει η ταινία του Τζαλίλ Λεσπέρ (θυμάστε τις δύο «Κοκό Σανέλ» του 2009; ), στην οποία ο συνεταίρος κι επί χρόνια σύντροφος του αποβιώσαντος το 2008 σχεδιαστή Πιέρ Μπερζέ έδωσε τη συγκατάθεσή του και βοήθησε με κάθε τρόπο την παραγωγή της. Ο ίδιος άλλωστε, ερμηνευμένος­ από έναν πολύ ώριμο Γκιγιόμ Γκαλιέν («Εγώ, ο Εαυτός μου και η Μαμά» ), είναι αυτός που μας αφηγείται εδώ την ιστορία του Σεν Λοράν ως ο κοντινότερός του άνθρωπος αλλά και ως το δραματικό αντίβαρο που εμμέσως σχολιάζει, κρίνει και συγκρίνει τις πράξεις του πρωταγωνιστή.

 

 

Το βασικό πρόβλημα αυτής της κινηματογραφικά άχρωμης και άοσμης βιογραφίας είναι πως ο χαρακτήρας του εσωστρεφούς και ανασφαλούς νέου –που η γιγάντια επιτυχία δεν μπόρεσε να του εξασφαλίσει την εσωτερική ηρεμία– προσεγγίζεται εντελώς επιδερμικά, περιορισμένος στο μοτίβο «παθιασμένα αφοσιωμένος στην έμπνευσή του, κοινωνικά απροσάρμοστος και ψυχολογικά τραυματισμένος καλλιτέχνης». Βασισμένη στο βιβλίο της δημοσιογράφου Λοράνς Μπεναΐμ, η ταινία συναντά τον Σεν Λοράν στο Οράν της Αλγερίας προτού εγκαταλείψει την οικογενειακή εστία για το Παρίσι, τον οίκο Dior και τον βιομήχανο Πιέρ Μπερζέ, με τον οποίο έγιναν γρήγορα ζευγάρι. 
Ακολουθώντας τη διαδρομή μέχρι τη δημιουργία του δικού του οίκου μόδας και την παγκόσμια καταξίωσή του, σταματά στα σημαντικά γεγονότα της ζωής του, νοστιμίζει την αφήγηση με προσωπικές στιγμές, αλλά διατηρεί μόνιμα μια δραματικά επίπεδη αφήγηση, η οποία περιγράφει πολλά και κομψά, αποκαλύπτει όμως ελάχιστα και ουσιαστικά. Στιλάτος, αλλά επιφανειακός και ο θεατρικός Πιέρ Νινέ στον ρόλο του πρωτοπόρου σχεδιαστή, του οποίου οι σκοτεινές στιγμές παραμένουν εν πολλοίς στο σκοτάδι (του Μπερζέ να δείτε… ), ντυμένες με ένα πανάκριβο, μα αδιαφανές κινηματογραφικό συνολάκι. 

 

Τι ξέρεις για τον έρωτα 

Επισκεπτόμενη έναν ψυχαναλυτή για τον υστερικό λόξιγκα που την ταλαιπωρεί, η Τζιλ αρχίζει να αμφισβητεί τη φαινομενική ευτυχία του γάμου της με τον απορροφημένο με τα επαγγελματικά του Λάρι. Η γνωριμία της με έναν εκκεντρικό πιανίστα θα περιπλέξει ακόμη περισσότερο τη συζυγική σχέση, η οποία οδεύει πλέον προς το διαζύγιο. Σικάτη και τσαχπίνικη ρομαντική κομεντί, όχι όμως και η καλύτερη της φιλμογραφίας του Λιούμπιτς («Νινότσκα», «Να Ζει Κανείς ή να μη Ζει;» ).

Στην απόλυτη δημιουργική του ωριμότητα –και αμέσως πριν από το «Να Ζει Κανείς ή να μη Ζει;»– ο μαέστρος της ρομαντικής κομεντί Ερνστ Λιούμπιτς διασκευάζει ξανά το θεατρικό των Σαρντού και Ντε Ναζάκ «Divorcons» 26 χρόνια μετά το βωβό του «Kiss me Again». Προσαρμόζοντας έξυπνα το στόρι στη «νεωτερική» πραγματικότητα των ερωτικών ηθών του ’40, βάζει την πάσχουσα από υστερικό λόξιγκα Τζιλ να επισκέπτεται έναν ψυχαναλυτή, γεγονός που την οδηγεί στο να αρχίσει να αμφισβητεί τη φαινομενική ευτυχία του γάμου της με τον απορροφημένο με τα επαγγελματικά του Λάρι. 

Η γνωριμία της με έναν εκκεντρικό πιανίστα θα περιπλέξει ακόμη περισσότερο τη συζυγική σχέση, δεν θα απογειώσει όμως μια σικάτη, καλο-σκηνοθετημένη («το άγγιγμα Λιούμπιτς» ) κωμωδία καταστάσεων, που πάσχει από σεναριακή αρρυθμία και αναγκάζεται να καταφύγει συχνά σε εύκολα γκαγκ για να κρατήσει σε αστεία πορεία την πλοκή. Το μάλλον εκβιαστικό χάπι εντ δεν αναιρεί τη σαρκαστική, σχεδόν κυνική διάθεση με την οποία ποτίζει ο Λιούμπιτς την μπουρζουά σάτιρά του, που αν και φινετσάτη δεν είναι σίγουρα η καλύτερη της φιλμογραφίας του. 

Η ηθοποιός Ρόμπιν Ράιτ πουλάει τα δικαιώματα της ψηφιακής της εικόνας και αποσύρεται από την υποκριτική. Δύο δεκαετίες αργότερα, κι ενώ παρακολουθεί ένα μελλοντολογικό συνέδριο, αντιδρά δημόσια στην ιδέα να μπορεί ο καθένας να αγοράζει και να ζει εικονικά τη ζωή του σταρ που επιθυμεί, όταν ξεσπά μια εξέγερση. Φιλόδοξη, αλλά άνιση και σεναριακά βραχυκυκλωμένη μεταφορά ενός μυθιστορήματος του Στάνισλαβ Λεμ («Σολάρις» ), η οποία συνδυάζει live action και animation.

 

Πέρα από το όνειρο 
 

Αφήνοντας πίσω τις αυτοβιο­γραφικές του περιπέτειες στην ισραηλινή στρατιωτική εισβολή του 1982 στον Λίβανο, ο Άρι Φόλμαν ανοίγει τώρα τις σελίδες του «The futurological congress», του γραμμένου το 1971 μυθιστορήματος του Πολωνού Στάνισλαβ Λεμ («Σολάρις» ), μιας αλά Φίλιπ Ντικ αλληγορίας πάνω στο καταπιεστικό καθεστώς της άλλης πλευράς του τείχους αλλά και στη σχέση φαντασίας και πραγματικότητας. 
Παραμένοντας πιστός σε ένα μεγάλο μέρος της λογοτεχνικής πλοκής και συνδυάζοντας live action και animation, ο σκηνοθέτης του «Βαλς με τον Μπασίρ» μετατρέπει τον διαστημικό ταξιδιώτη/ήρωα του Λεμ στη Ρόμπιν Ράιτ (την οποία υποδύεται φυσικά η ίδια ), μια αντισυμβατική, έξω από τη μόδα πλέον χολιγουντιανή ηθοποιό που δέχεται να πουλήσει τα δικαιώματα της ψηφιακής της εικόνας στο στούντιο της… Miramount και αποσύρεται από την υποκριτική. Δύο δεκαετίες αργότερα, κι ενώ παρακολουθεί ένα μελλοντολογικό συνέδριο, βρίσκεται μπροστά στην ανεξέλεγκτη εξέλιξη αυτής της τεχνολογίας: ο καθένας μπορεί να αγοράζει και να ζει εικονικά τη ζωή του σταρ που επιθυμεί.

Το σινεμά (ευθεία η επίθεση στις πρακτικές του Χόλιγουντ ) και το φρενήρες κυνήγι της διασημότητας έχουν αντικαταστήσει επιτυχημένα­ τις πολιτικές αναφορές του Λεμ, ενώ το animation κομμάτι της ταινίας, το οποίο αφορά κυρίως τα γεγονότα του συνεδρίου, ενισχύει το παράξενο κινηματογραφικό παιχνίδι ανάμεσα στο ρεαλισμό και στο όνειρο. Η γοητευτική ατμόσφαιρα της ταινίας, ωστόσο, δεν υποστηρίζεται­ ουσιαστικά από μια στερεά σεναριακή βάση, καθώς η διαδρομή της Ράιτ προς ένα σκοτεινό μέλλον, ­αλλά ένα φωτεινό εσωτερικό τοπίο διακλαδώνεται διαρκώς σε μπερδεμένες υποπλοκές, φορτώνεται με συμβολισμούς και χάνει χρόνο σε δραματικές κοινοτοπίες. Η υπαρξιακή οδύσσειά της αποδεικνύεται τελικά λιγότερο ενδιαφέρουσα από το σχόλιο της ταινίας πάνω στο πώς το κυνήγι της εικόνας μας την έχει μετατρέψει σε κάτι σπουδαιότερο από εμάς τους ίδιους, θεμελιακό πρόβλημα ολόκληρου του σύγχρονου δυτικού πολιτισμού. 

Τα δεσμά του διαβόλου 

Τον Μάιο του 1993 τρία οκτάχρονα αγόρια δολοφονούνται στο Γουέστ Μέμφις του Άρκανσο. Λίγο αργότερα οι αρχές συλλαμβάνουν και προσάγουν σε δίκη ως υπαίτιους τρεις νεαρούς σε μια άνευρη, εν είδει τηλεοπτικού δικαστικού δράματος μεταφορά της γνωστής υπόθεσης των West Memphis Three.

Στην πρώτη του καθαρόαιμη­ αμερικανική παραγωγή, ο Καναδοαρμένιος σκηνοθέτης του «Γλυκού Πεπρωμένου» συναντά την υπόθεση των West Memphis Three, μία από τις πλέον γνωστές σύγχρονες περιπτώσεις κακοδικίας στην άλλη άκρη του Ατλαντικού. Αυτή αφορά τη δολοφονία τριών οκτάχρονων αγοριών τον Μάιο του 1993 στο Γουέστ Μέμφις του Άρκανσο, όπως και στην άμεση σύλληψη και προσαγωγή σε δίκη τριών νεαρών ως υπαιτίων. Η μυθοπλαστική προσθήκη έγκειται εδώ στην ανάδειξη της μητέρας ενός εκ των θυμάτων ως πρωταγωνίστριας και στην εφεύρεση του χαρακτήρα ενός ντετέκτιβ/ερευνητή ο οποίος προσπαθεί να αποδείξει την αθωότητα των κατηγορουμένων. 
Σαν τυπική δικαστική τηλεταινία, τα «Δεσμά του Δια­βόλου» περιγράφουν ανακρίσεις, αγορεύσεις κι εξετάσεις μαρτύρων, θυμούνται κατά στιγμές πως έχουν και τη στάμπα του θρίλερ, οσμίζονται τον πανταχού παρόντα κομφορμισμό του αμερικανικού Νότου, αλλά –κινηματογραφώντας με τον πλέον κοινότοπο τρόπο– δεν ανεβάζουν ποτέ την αφηγηματική ένταση και ξεχνούν να ασχοληθούν με τα κίνητρα και την ψυχολογία των πρωταγωνιστών. Η παρουσία της Ρις Γουίδερ­σπουν βοηθά, όχι όμως και αυτή του άνευρου Κόλιν Φερθ, ενώ ο πάλαι ποτέ στιλίστας Ατόμ Εγκογιάν περνά εντελώς απαρατήρητος. 


ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ! :
ΡΩΤΗΣΤΕ ΤΟΥΣ ΕΙΔΙΚΟΥΣ
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ