Τραυλισμός: Ποια παιδιά κινδυνεύουν, πώς αντιμετωπίζεται;

30 Ιουνίου 2014

Από τον Αναπτυξιακό Εργοθεραπευτή Στέλιο Μαντούδη 

Μαντούδης Στέλιος

Η περίοδος της γλωσσικής ανάπτυξης του παιδιού χαρακτηρίζεται ως περίοδος αυξημένης προσπάθειας και μεγάλης ψυχολογικής έντασης τόσο που συχνά εμφανίζονται δυσχέρειες στη φυσιολογική ροή της ομιλίας.

Τα αίτια του τραυλισμού δεν μας είναι εντελώς ξεκάθαρα ακόμη. Οι έρευνες, πάντως, έχουν δείξει ότι πρόκειται για διαταραχή του λόγου και της ομιλίας που μπορεί να οφείλεται σε εγγενείς αλλά και περιβαλλοντικούς παράγοντες.

Η συνηθέστερη εμφάνιση του τραυλισμού είναι μεταξύ των 2-5 χρόνων, σε κάποιες περιπτώσεις από τους 18 μήνες, όταν, δηλαδή, έχουμε ραγδαία ανάπτυξη του λόγου και της ομιλίας του παιδιού. Στην πλειονότητα των παιδιών, τα συμπτώματα αρχόμενου τραυλισμού αλλά και της φυσιολογικής δυσχέρειας στην ομιλία θα εξαφανιστούν από μόνα τους. Υπάρχουν, ωστόσο, κι εκείνες οι περιπτώσεις που θα χρειαστούν την παρέμβαση εξειδικευμένου λογοθεραπευτή, προτού το παιδί αντιμετωπίσει κοινωνικά και συναισθηματικά εμπόδια εξαιτίας της δυσχέρειας αυτής.

Οι βασικότεροι παράγοντες που, σε συνάρτηση μεταξύ τους και όχι ο καθένας από μόνος του, καταδεικνύουν την ύπαρξη χρόνιου προβλήματος και όχι μια απλή διαταραχή, ικανή να ξεπεραστεί από μόνη της, είναι οι εξής:

1.Το οικογενειακό ιστορικό: η ύπαρξη ενός συγγενή που τραύλιζε ως παιδί ή συνεχίζει να τραυλίζει ως ενήλικος.

2. Η ηλικία κατά την έναρξη: ο τραυλισμός που εμφανίζεται πριν από τα 3 ½ χρόνια έχει αυξημένες πιθανότητες να εξαφανιστεί μόνος του.

3. Ο χρόνος που μεσολαβεί από την έναρξη: παιδιά που τραυλίζουν έξι μήνες και πάνω, έχουν λιγότερες πιθανότητες να το ξεπεράσουν μόνα τους.  

4. Το φύλο: Τόσο λόγω εγγενών διαφορών μεταξύ των δύο φύλων, όσο και εξαιτίας διαφορετικής αντιμετώπισης από το οικογενειακό και φιλικό περιβάλλον, τα κορίτσια φαίνεται ότι ξεπερνούν ευκολότερα τον τραυλισμό από τα αγόρια.

5. Άλλοι γλωσσικοί παράγοντες: τα παιδιά που δεν κάνουν γλωσσικά λάθη, έχουν περισσότερες πιθανότητες να ξεπεράσουν τον τραυλισμό χωρίς τη βοήθεια ειδικού.

Σημαντικό ρόλο στη διάγνωση του τραυλισμού έχει ο παιδίατρος, ο οποίος είναι αυτός που κρίνει συνήθως αν θα παραπέμψει ή όχι ένα παιδί σε ειδικό λογοθεραπευτή. Η διάγνωση είθισται να γίνεται βάση παρατήρησης αλλά και πληροφοριών που δίνουν οι γονείς.

Δεν θα πρέπει κανείς να συγχέει τη φυσιολογική δυσχέρεια στη ροή της ομιλίας με τον τραυλισμό. Συνήθεις ενδείξεις ήπιου τραυλισμού είναι οι άνω των δύο επαναλήψεις συλλαβών και οι επιμηκύνσεις ήχων, συχνά συνοδευόμενων από σωματικές αντιδράσεις, όπως πετάρισμα βλεφάρων, σφίξιμο στόματος, αποστροφή βλέμματος, κ.ά. Στις περιπτώσεις ήπιου τραυλισμού οι δυσχέρειες επιμένουν αλλά και προκαλούν αμηχανία ή/και απογοήτευση στο παιδί.

Τα συμπτώματα κλιμακώνονται και εμπλουτίζονται στις περιπτώσεις σοβαρού τραυλισμού: παρατηρούνται έντονες δυσχέρειες στην ομιλία αλλά και σωματικές αντιδράσεις, όπως στις περιπτώσεις ήπιου τραυλισμού, ψυχολογικές προεκτάσεις για τα παιδιά , όπως ντροπή, απογοήτευση, φόβο για την ομιλία αλλά ακόμη και ενοχές από μέρος των γονέων για τη δυσκολία του παιδιού.

Τι μπορούν να κάνουν οι γονείς, λοιπόν;

Στις περιπτώσεις φυσιολογικής δυσχέρειας στην ομιλία, οι γονείς με απλά τεχνάσματα μπορούν να βοηθήσουν το παιδί να βελτιώσει την ομιλία του. Δεν πρέπει να ξεχνούν ότι το παιδί σε κάθε νέα κατάκτησή του μπορεί να κάνει λάθη μέχρι να εγκαθιδρυθεί εντελώς η νέα γνώση.

Στις περιπτώσεις ήπιου τραυλισμού συνίσταται ψυχραιμία, υπομονή, αποφυγή κριτικής των λαθών, ευκαιρίες για προσωπικές συζητήσεις και ένα ήρεμο περιβάλλον ομιλίας για το παιδί. Για συμπτώματα που επιμένουν για 4-6 εβδομάδες και πάνω ή οι γονείς δεν μπορούν να ακολουθήσουν τους κανόνες, το παιδί πρέπει να παραπεμφθεί σε λογοθεραπευτή.

Στις περιπτώσεις σοβαρού τραυλισμού, απαιτείται άμεση παραπομπή του παιδιού σε ειδικό λογοθεραπευτή, ο οποίος θα βοηθήσει το παιδί τόσο ψυχολογικά όσο και πρακτικά. Επιπλέον, θα κατευθύνει τους γονείς στη δημιουργία του κατάλληλου περιβάλλοντος αποδοχής και μετάδοσης άνετης ομιλίας.

Σε κάθε περίπτωση, ο παιδίατρος είναι αυτός που πρώτος θα αποφανθεί αν το παιδί πρέπει να παραπεμφθεί σε ειδικό. Ας μην ξεχνάμε ότι η έγκαιρη αναγνώριση των παιδιών με κίνδυνο χρόνιου τραυλισμού, μπορεί να αποδειχτεί σωτήρια, δεδομένου ότι όσο πιο νωρίς ξεκινήσει η θεραπεία τόσο μειώνονται ή και εξαλείφονται οι κοινωνικές και ψυχολογικές επιπτώσεις που μπορεί να έχει ο τραυλισμός πάνω στο παιδί.

 
ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ! :
ΡΩΤΗΣΤΕ ΤΟΥΣ ΕΙΔΙΚΟΥΣ
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ