Βάλε όρια: Μάθε να λες ΟΧΙ στις ανάγκες των άλλων

3 Ιουλίου 2014

Για ποιο λόγο δεν μπορούμε να πούμε όχι;

Πολλές φορές ερχόμαστε αντιμέτωποι με διλήμματα, καταστάσεις και με άτομα που μας φέρνουν σε δύσκολη θέση..παρόλα αυτά δεν εκφράζουμε τη δυσαρέσκειά μας.

Για ποιο λόγο να συμβαίνει αυτό;

Τι μας κάνει να μην μπορούμε να πούμε απλά «όχι» στον άλλον και να προστατεύσουμε τον εαυτό μας; Γιατί συνεχίζουμε να ικανοποιούμε τους άλλους και όχι τις δικές μας ανάγκες;

Γράφει η Ρόζα Λάιους, Ψυχολόγος, M.Sc. Κλινικής Ψυχολογίας Παν/μίου Αθηνών, Γνωσιακή Συμπεριφοριστική Ψυχοθεραπεία, Ινστιτούτο Έρευνας και Θεραπείας της Συμπεριφοράς.

Η μοναδική ιστορία ζωής του καθενός ορίζει πως αυτό μπορεί να συμβαίνει λόγω πολλών παραγόντων όπως είναι η ποιότητα της σχέσης με σημαντικά για εμάς πρόσωπα, η δομή της προσωπικότητας και το κατά πόσο μας έχουν μάθει θουμε ﷽﷽﷽﷽ή αποτρέψει να εκφράζουμε τις επιθυμίες, τις ανάγκες, την αντίθεσή μας και να μην αισθανόμαστε άσχημα για το «όχι» που θα πούμε στον άλλον.

Ας δούμε ωστόσο πώς λειτουργεί ένα διεκδικητικό άτομο: εκφράζει λεκτικά και μη λεκτικά τα συναισθήματά του, προστατεύει τον εαυτό του από την εκμετάλλευση των άλλων, αναγνωρίζει και επικοινωνεί τις ανάγκες του και όλα αυτά χωρίς να νιώθει ιδιαίτερο άγχος ή ενοχές και φυσικά χωρίς να αντιβαίνει τα δικαιώματα των άλλων.

Πότε είμαστε διεκδικητικοί;

Όταν η λεκτική και η εξωλεκτική μας επικοινωνία αντιστοιχεί με την κατάσταση, κάτι που σημαίνει πως ο τόνος της φωνής, το βλέμμα, η στάση μας και οι χειρονομίες είναι ανάλογα με την κατάσταση.

Σε ποιες καταστάσεις εκφράζουμε τη διεκδικητική συμπεριφορά μας;

Όταν εκφράζουμε τα θετικά μας συναισθήματα: δεν πάντα εύκολο να εκφράζουμε τα θετικά συναισθήματα στους άλλους λόγω του ότι μπορεί να υπάρχει ο φόβος της παρεξήγησης ή της απόρριψης μιας τέτοιας συμπεριφοράς.

Όταν εκφράζουμε τα αρνητικά μας συναισθήματα: κάτι που δύσκολα γίνεται καθότι από την παιδική μας ηλικία μας έχουν μάθει πως δεν είναι αποδεκτό να θυμώνουμε ή να εκφράζουμε ο,τιδήποτε αρνητικό, αλλά είναι προτιμότερο να το αποκρύπτουμε.

Όταν θέτουμε όρια στους άλλους: εκφράζουμε ποια είναι τα δικά μας όρια και προστατεύουμε τον  εαυτό μας από την καταπάτησή τους. Τα όρια μπορεί να αφορούν την ώρα, τη σωματική επαφή, τις απαιτήσεις που μπορεί να έχει ο άλλος από εμάς αναφορικά με τις επαγγελματικές αλλά και τις διαπροσωπικές σχέσεις.

Όταν λαμβάνουμε μία πρωτοβουλία: το να λαμβάνουμε πρωτοβουλίες και να μην φοβόμαστε να αντιμετωπίσουμε τις νέες αλλαγές στη ζωή μας.

Ωστόσο δε θα πρέπει να παραβλέψουμε το γεγονός πως η διεκδικητική συμπεριφορά συχνά συναντά εμπόδια. Το γεγονός πως διεκδικούμε κάτι για τον εαυτό μας δε σημαίνει απαραίτητα πως θα βρίσκει σύμφωνο τον άλλον, είτε πρόκειται για τα πρόσωπα από το άμεσο οικογενειακό περιβάλλον, είτε πρόκειται για πρόσωπα από το φιλικό, ευρύτερο κοινωνικό και εργασιακό χώρο. Η κοινωνία συνήθως με τους πολλαπλούς κανόνες που θέτει, ουσιαστικά αποτρέπει τη διεκδίκηση, και η οικογένεια ως η πρωταρχική μας κοινωνία θέτει περιορισμούς στη διεκδικητικότητά μας με αποτέλεσμα να μαθαίνουμε πως πρόκειται για κάτι κακό.

 

Καθότι η δομή της προσωπικότητας που έχουμε αναπτύξει καθορίζεται σε μεγάλο βαθμό από τα παιδικά και εφηβικά μας βιώματα, το να έχουμε μάθει πως δεν επιτρέπεται να διεκδικούμε και να κρίνουμε τον εαυτό μας αρνητικά για αυτό δεν μας βοηθάει. Πολλές φορές άτομα απευθύνονται για θεραπεία καθότι προκύπτουν δευτερογενείς δυσκολίες λόγω έλλειψης διεκδικητικότητας, όπως αγχώδεις διαταραχές και διαταραχές διάθεσης. Επομένως, είναι συχνό ένα άτομο να απευθύνεται για θεραπεία προκειμένου να εκπαιδευτεί στη διεκδικητική συμπεριφορά αλλά και για να επεξεργαστεί τις δυσκολίες που δεν του επιτρέπουν να προστατεύσει τον εαυτό του.

 

Τι μπορούμε να κάνουμε για να γίνουμε περισσότερο διεκδικητικοί;

Ένα σημαντικό βήμα στην όλη διαδικασία είναι να νιώθουμε άνετα να εκφράζουμε το αρνητικό μας συναίσθημα. Αυτό δε σημαίνει πως γινόμαστε επιθετικοί με τους άλλους, αλλά θέτουμε όρια και προστατεύουμε τον εαυτό μας. Συνήθως κυριαρχεί ο φόβος πως «εάν εκφράσω την αντίθεσή μου ή τη δυσαρέσκειά μου ο άλλος θα νομίζει πως του επιτίθεμαι».

Ένα επόμενο βήμα είναι να αντιστοιχήσουμε το περιεχόμενο του λόγου μας με αυτό που νιώθουμε, για παράδειγμα «θα χρησιμοποιήσω πρώτο ενικό πρόσωπο για να εκφράσω αυτό που νιώθω για να αποφύγω να φέρω τον άλλον σε θέση αντεπίθεσης». Επιπλέον, τροποποιούμε την εξωλεκτική και λεκτική μας επικοινωνία με βάση το κατά πόσο αυτό που λέμε ακούγεται και γίνεται σεβαστό.

Καθότι θα υπάρξουν περιπτώσεις που θα ασκηθεί κριτική σε αυτό που διεκδικούμε, καλό είναι να είμαστε προετοιμασμένοι να την αντιμετωπίσουμε. Πράγμα που σημαίνει πως είτε αποδεχόμαστε την κριτική χωρίς ωστόσο να απολογούμαστε, είτε εάν είναι άδικη η κριτική, την αντικρούουμε. Η δυσκολία έγκειται στο ότι δεν αναγνωρίζουμε στον εαυτό μας αυτό το δικαίωμα και αποδίδουμε συχνότερα δίκιο στον άλλον παρά σε εμάς.

Υπάρχουν διάφορες τεχνικές για την προστασία του εαυτού τόσο λεκτικές όσο και μη λεκτικές, καθώς και ασκήσεις για την εκπαίδευση στη διεκδικητική συμπεριφορά. Είναι πολύ σημαντικό μία τέτοια εκπαίδευση να συνοδεύεται και από διερεύνηση και εξήγηση του λόγου για τον οποίο ένα άτομο αποφεύγει, φοβάται και δεν μπορεί να διεκδικήσει προκειμένου να εδραιωθεί η νέα συμπεριφορά.

 

 

Βιβλιογραφία

Alberti, R. E., & Emmons, M. L. (1997). Δικαίωμά σας! Ένας οδηγός για περισσότερο ισότιμες σχέσεις. Αθήνα: Πατάκη.

Καλπάκογλου, Θ. (1996). Εκπαίδευση στη Διεκδικητική Συμπεριφορά. Στο Μπουλουγούρης, Γ. (Επιμ.), Θέματα γνωσιακής και συμπεριφοριστικής θεραπείας (28-68). Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.άκες του μμψω ΄ες κ﷽﷽﷽﷽﷽επιθυμχ΄﷽﷽﷽﷽﷽﷽﷽﷽η ιδιοσυγκρασία, η ποισξβωθουμε τόσο αμήμε να

 

 

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ! :
ΡΩΤΗΣΤΕ ΤΟΥΣ ΕΙΔΙΚΟΥΣ
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ