Τόνι: Το παιδί των φαναριών που το πούλησαν οι γονείς του μιλά για τη ζωή του σήμερα

21 Ιουλίου 2014

Στα τέλη της δεκαετίας του 1990 τα παιδιά των φαναριών, Ρομά και αλβανικής καταγωγής τα περισσότερα, υπολογίζονταν σε 3.000 μόνο στην Αθήνα. Κάποιες εκατοντάδες από αυτά -τα πιο τυχερά θα υπέθετε κανείς- εντάχθηκαν σε πρόγραμμα προστασίας ανηλίκων των υπουργείων Δημόσιας Τάξης και Υγείας και Πρόνοιας. Στόχος ήταν η βραχύβια παραμονή των παιδιών σε δομές φιλοξενίας, η εξακρίβωση των στοιχείων τους και η συνένωση με τις οικογένειές τους.

Το ρεπορτάζ της εφημερίδας «Καθημερινή» για το πού βρίσκονται σήμερα τα παιδιά των φαναριών των δεκαετιών 1990 και 2000 είναι αποκαλυπτικό.

Οι ιστορίες καθενός από αυτούς μοναδικές, αλλά και τόσο ίδιες...

«Με πουλούσαν οι γονείς μου»

Ο Τόνι, 21 ετών πλέον, ζει στη Θεσσαλονίκη. Μένει σε ένα διαμέρισμα μαζί με τη γυναίκα του και τον τεσσάρων μηνών γιο τους. Έχει τα μάτια της μητέρας του. Το πρόσωπό του όμως, ακόμα και ο τρόπος που στέκεται ρίχνοντας το βάρος του στο ένα πόδι, θυμίζουν έντονα τον πατέρα του, γράφει ο Γιάννης Παπαδόπουλος στο ρεπορτάζ του.

 

O Τόνι με τον τεσσάρων μηνών γιο του στην αγκαλιά

Στις παλάμες του έχει χτυπήσει σε τατουάζ τη φράση «ο κόσμος είναι στα χέρια σου» και στο στέρνο το σχέδιο μιας διπρόσωπης γυναίκας που συμβολίζει το κακό και το καλό που συνυπάρχουν στους ανθρώπους. «Με πουλούσαν οι γονείς μου. Έβλεπα ότι έδιναν λεφτά για να με πάρουν οι Τσιγγάνοι», λέει.

 

Το τατουάζ του Τόνι

Οι μετακινήσεις του Τόνι από την Αλβανία στην Ελλάδα ξεκίνησαν στα έξι του χρόνια, όπως συνέβη και με πολλά άλλα παιδιά της ηλικίας του. Κάποιες φορές ήταν μόνος, άλλες μαζί με τα αδέρφια του. «Μας έπαιρναν από την Αλβανία, από τα βουνά, και μόλις φτάναμε στην Αθήνα μάς έβαζαν στα φανάρια», λέει. Θυμάται να μένει σε διαμέρισμα κοντά στην Ομόνοια. Αυτός, τα δύο αδέλφια του και τέσσερα κορίτσια. Τους φυλούσε ένα ζευγάρι. Κρεβάτια δεν υπήρχαν, παρά μόνο ένας καναπές για τους διακινητές τους.

«Με έπνιγαν μέσα σε ένα κουβά με νερό, όταν δεν έφερνα λεφτά»

«Μια φορά που δεν είχα φέρει τα λεφτά στο σπίτι, γέμισαν έναν κουβά με νερό και με πνίγαν μέσα», λέει ο Τόνι. «Αμα αντιδρούσαμε, μπορεί και να μας σκότωναν κιόλας. Δεν έχουν ψυχή. Τους ενδιέφερε μόνο το χρήμα».

Περνούσε όλη την ημέρα στον δρόμο. Δεν ήξερε ελληνικά. Συνεννοούνταν με λίγες λέξεις και κινήσεις. Θυμάται μια μέρα να τον κυνηγούν κάποιοι άγνωστοι για τους οποίους τα άλλα παιδιά των φαναριών έλεγαν ότι έκαναν εμπόριο οργάνων.

Γιατί το έσκαγε από το κέντρο προστασίας ανηλίκων «Αγία Βαρβάρα»

Στο «Αγία Βαρβάρα» ο Τόνι βρέθηκε αρκετές φορές. «Με πιάναν από την Αστυνομία από εδώ», λέει και σηκώνει τον γιακά του. «Δεν μου βάζαν χειροπέδες γιατί τα χέρια μου ήταν μικρά, και έβγαιναν». Στο ίδρυμα του έλεγαν να μη δραπετεύσει ξανά. «Μικρό παιδί εγώ, μου φωνάζανε, νόμιζα ότι θέλουν το κακό μου και το έσκαγα. Ανοίγαμε το παράθυρο, πηγαίναμε προς το γήπεδο, σκαρφαλώναμε μια σιδερένια πόρτα και τρέχαμε», λέει.

Μεταφραστής δεν υπήρχε στο ίδρυμα, αν και τα περισσότερα παιδιά ήταν αλβανικής καταγωγής. Τα εργαστήρια ραπτικής, που λειτουργούσαν παλαιότερα στο ίδρυμα για τα κορίτσια που φιλοξενούνταν εκεί, είχαν καταργηθεί και οι δασκάλες εργάζονταν πλέον ως επιμελήτριες χωρίς να έχουν τις απαραίτητες γνώσεις. Οι περισσότεροι εργαζόμενοι του προγράμματος είναι σήμερα συνταξιούχοι και δεν θέλουν να αναφερθούν σε εκείνα τα χρόνια. Μία ψυχολόγος και μία επιμελήτρια που μίλησαν ανώνυμα στην «Καθημερινή» τονίζουν ότι βασικά προβλήματα του προγράμματος ήταν η υποστελέχωση, η ακαταλληλότητα του κτιρίου και η απουσία διερμηνέων.

«Η συμπεριφορά των παιδιών ήταν άγρια. Δεν ήταν να τους πεις κάτι και να κάτσουν φρόνιμα. Θα σε τρώγανε. Ήταν και οι συνθήκες. Ήταν άγριες οι συνθήκες», λέει ο Τόνι.

«Αυτό δεν είναι βάρδια, είναι η Κόλαση του Δάντη»

Σε μια από τις πιο επεισοδιακές νύχτες στο ίδρυμα, στις 26 Ιουνίου 1999, μια επιμελήτρια της βραδινής βάρδιας γράφει στο ημερολόγιο: «Τα Αλβανάκια του προγράμματος μαλώσανε πάλι κατά τις 22.30. Μέχρι και σανίδες από τα κρεβάτια βγάζανε και παίξανε ξύλο». Στις 2.15 γράφει πάλι: «Τα πράγματα στον πρώτο είναι άσ' τα να πάνε, πλέον βγήκα εκτός εαυτού. Είναι απαράδεκτο να είμαι με τέτοια παιδιά μόνη μου, χωρίς βοήθεια καμιά. Αυτό δεν είναι βάρδια, είναι η Κόλαση του Δάντη». Στην ίδια καταχώρηση η επιμελήτρια συνεχίζει: «Πού είναι οι ορκισμένοι άνθρωποι του περίφημου προγράμματος των φαναριών;». Δεν άντεξε, μέχρι που κάλεσε την Αστυνομία Ανηλίκων. «Μου είπαν πως με κατανοούν αλλά δεν μπορούν να κάνουν τίποτα. Έχουν παιδιά στα κρατητήρια και οι υπεύθυνοι λείπουν. Μου είπε ο κύριος αστυνόμος ότι ξέρουν καλά τι παιδιά μάς έχουν στείλει...», γράφει στο τέλος.

Βόλος και μετά Θεσσαλονίκη

Με αυτές τις συνθήκες η παραμονή του Τόνι και άλλων παιδιών στο ίδρυμα ήταν -και- θέμα τύχης. Την τελευταία φορά που τον έστειλαν πάλι εκεί, ενώ απέλασαν τον αδερφό του, αποφάσισε να κάτσει. Στάλθηκε στην Παιδόπολη του Βόλου και από εκεί στο Παπάφειο στη Θεσσαλονίκη. Στα 12 του πρωταγωνίστησε μαζί με τον ηθοποιό Μιχάλη Ιατρόπουλο στη βραβευμένη μικρού μήκους ταινία «Protection», του σκηνοθέτη Χρήστου Νικολέρη.

O Τόνι αριστερά σε σκηνή από την ταινία «Protection» και δεξιά στο μπαλκόνι του διαμερίσματος στη Θεσσαλονίκη, όπου ζει σήμερα

«Είχε το θάρρος και το περήφανο βλέμμα που χρειαζόμουν», λέει ο σκηνοθέτης για τον Τόνι. Αφού εργάστηκε σε ένα συνεργείο αυτοκινήτων και ως διανομέας διαφημιστικών φυλλαδίων, ο Τόνι είναι σήμερα άνεργος. Μαζί με έναν φίλο του από το Παπάφειο έχουν φτιάξει το μουσικό χιπ-χοπ συγκρότημα Ορφανές Ψυχές. Συμπυκνώνουν τα βιώματά τους σε στίχους όπως: «Δύσκολα να έχεις άνθρωπο εμπιστοσύνης/ άραγε ποιος φταίει ποιος έχει την ευθύνη».

Οι εξαφανίσεις παιδιών

Σημειώνεται ότι περισσότερα από 400 παιδιά των φαναριών εξαφανίστηκαν από το ίδρυμα «Αγία Βαρβάρα» την περίοδο 1998-2002. Κανείς δεν γνώριζε τι απέγιναν. Εάν απήχθησαν από τους διακινητές τους ή επέστρεψαν στα σπίτια τους. Ερευνα της «Καθημερινής», που ξεκίνησε στην Αθήνα, συνεχίστηκε στο Πόγραδετς και στην Κορυτσά της Αλβανίας και κατέληξε στη Θεσσαλονίκη, εντόπισε τρία από αυτά τα παιδιά και κατέγραψε τη ζωή των χαμένων παιδιών των φαναριών μεταξύ Ελλάδας και Αλβανίας.

Μυστήριο ο αριθμός των αγνοούμενων ανήλικων επαιτών

Ήταν 10 Δεκεμβρίου του 1998 όταν τέθηκε σε εφαρμογή το πρόγραμμα προστασίας των ανήλικων επαιτών.

Την πρώτη ημέρα εφαρμογής του προγράμματος οδηγήθηκαν στο ίδρυμα 34 παιδιά. Ενα βουλγαρικής, τέσσερα ιρακινής και τα υπόλοιπα αλβανικής καταγωγής. Από αυτά, τα 17 διέφυγαν.

Το 2004, δύο χρόνια μετά τον τερματισμό του προγράμματος, πόρισμα του Συνηγόρου του Πολίτη ανέφερε ότι τα αγνοούμενα παιδιά ήταν 502 και εντόπισε τις αιτίες του προβλήματος στην υποστελέχωση του ιδρύματος και την πλημμελή φύλαξη των ανηλίκων. Το θέμα των ευθυνών και του τι απέγιναν τα παιδιά επανέφερε στην επικαιρότητα τον Αύγουστο του 2013 με ερώτησή της στη Βουλή η βουλευτής της ΔΗΜΑΡ, Μαρία Γιαννακάκη. Υστερα από παρέμβαση του υπουργού Δικαιοσύνης Χαράλαμπου Αθανασίου, άνοιξε και πάλι ο φάκελος. Για την υπόθεση είχε ασκηθεί παλαιότερα και ποινική δίωξη για αρπαγή ανηλίκων κατά συρροήν, αλλά η δικογραφία είχε τεθεί στο αρχείο αγνώστων δραστών. Η προϊσταμένη της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών Παναγιώτα Φάκου ανέσυρε τη δικογραφία από το αρχείο και παρήγγειλε τη διενέργεια συμπληρωματικής κύριας ανάκρισης.

 



Πηγή: www.iefimerida.gr

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ! :
ΡΩΤΗΣΤΕ ΤΟΥΣ ΕΙΔΙΚΟΥΣ
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ