Εγκυμοσύνη μετά τα 40: Γιατί όχι;

22 Ιουλίου 2014

Γράφει για το www.boro.gr ο Ζήσης Παπαθανασίου

Επ. Καθηγητής Γυναικολογίας, Σεξολόγος
Διευθυντής Ελληνικού Σεξολογικού Ινστιτούτου

 

 

 

 

 

 

Οι εγκυμοσύνες στην αρχή της πέμπτης δεκαετίας της ζωής της γυναίκας αποτελούσαν μέχρι πριν μερικά χρόνια πέρα από σχετικά σπάνιο φαινόμενο και περιπτώσεις προς αποφυγή, με βάση τις απόψεις της κλασικής Μαιευτικής επιστήμης. Αποτελούσαν επίσης κυήσεις «υψηλού κινδύνου», όσον αφορά την πορεία της εγκυμοσύνης και την έκβαση του τοκετού.
Στην ίδια λογική κινούνταν και οι απόψεις των ψυχολόγων και κοινωνιολόγων. Όλοι συμφωνούσαν ότι το παιδί θα πρέπει να γεννιέται από νέους γονείς, που πέρα από τη ζεστασιά της γονεϊκής αγκαλιάς μπορούν να ασχοληθούν με κέφι και χαρά, να παίξουν και να τρέξουν με το νεαρό τους απόγονο, να του αφιερώσουν χρόνο, ενέργεια και φροντίδα. Ίσως μάλιστα οι νέοι γονείς μπορούν να καταλάβουν καλύτερα τα παιδιά τους και να τους συμπαρασταθούν καλύτερα στην ψυχοσυναισθηματική τους ωρίμανση. Οι ψυχολόγοι μιλούσαν για « χάσμα γενεών» ανάμεσα στους γονείς και το παιδί όταν η διαφορά ηλικίας γονιών και παιδιών ήταν μεγαλύτερη από 25 εώς 30 χρόνια.
Σε πλήρη αρμονία απόψεων και οι θέσεις των μαιευτήρων – γυναικολόγων: η εγκυμοσύνη μετά τα σαράντα έχει μεγαλύτερο κίνδυνο αποβολής ή πρόωρου τοκετού, επιπλοκών της εγκυμοσύνης, ενίοτε σοβαρών, αλλά και κινδύνους κατά τον τοκετό. Αυξημένοι είναι επίσης οι κίνδυνοι γενετικών και άλλων βλαβών στο έμβρυο.
Άλλωστε για τους ίδιους ενδεχομένως λόγους η φύση περιορίζει τον αριθμό των κυήσεων αυτών, μειώνοντας δραματικά τη γονιμότητα της γυναίκας γύρω και μετά τα σαράντα. «Γεροντοπαίδια» ονομάζει η λαϊκή ρύση τα παιδιά που γεννιούνται από γονείς μεγάλης σχετικά ηλικίας, με όλα τα αρνητικά στοιχεία, που ο χαρακτηρισμός αυτός συνεπάγεται. Χαρακτηρισμός όμως που βρισκόταν σε πλήρη αρμονία με τα επιστημονικά, ψυχολογικά και κοινωνικά δεδομένα.
Όμως ο σύγχρονος τρόπος ζωής έχει αλλάξει σημαντικά τις απόψεις και τις προτεραιότητες στη ζωή των ανθρώπων. Θα μπορούσε κανείς εύκολα να μιλήσει για « ετεροχρονισμό» της ηλικίας ολοκλήρωσης της εφηβείας με κριτήρια ψυχολογικά, κοινωνικά, οικονομικά αλλά και ευρύτερη αλλαγή στη σεξουαλική ζωή των ανθρώπων, σε σχέση με την ηλικία τους.
Έτσι, η επαγγελματική αποκατάσταση ανδρών και γυναικών προηγείται του ενδιαφέροντος για συντροφικότητα, τα κριτήρια οικονομικής εξασφάλισης και ανέλιξης προηγούνται του ενδιαφέροντος για γάμο και οικογένεια, η δε σεξουαλικότητα προέχει της γονιμότητας, διαχωριζόμενη μάλιστα απόλυτα από αυτή.
Παράλληλα η βιολογική ηλικία των ανθρώπων είναι μικρότερη από την ημερολογιακή τους ηλικία, σε σχέση με πριν δύο ή τρεις δεκαετίες. Οι σημερινές σαραντάρες γυναίκες βιολογικά θυμίζουν τριαντάρες, αποπνέοντας αίσθηση νεανικότητας, όχι μόνο λόγω καλής υγείας και όψης αλλά και λόγω ακμαίας ψυχολογίας και ενεργητικότητας.
Θα μπορούσε ακόμα να υποστηρίξει κανείς με μικρό κίνδυνο λάθους, ότι οι σημερινοί άνθρωποι βιώνουν το μεγάλο έρωτα της ζωής τους που θα οδηγήσει σε γάμο, σε μεγαλύτερη ηλικία.
Τα δημογραφικά δεδομένα δείχνουν επίσης όλο και μεγαλύτερη ηλικία γάμου για τους δύο συζύγους και τα ιατρικά δεδομένα μιλούν ξεκάθαρα για αργή αλλά σταθερή αύξηση της ηλικίας γέννησης του πρώτου παιδιού.

Τα θετικά στοιχεία

Με αυτά τα δεδομένα εύκολα καταλαβαίνει κανείς το ενδιαφέρον των ανθρώπων για απόκτηση παιδιού σε μεγαλύτερη ηλικία, κόντρα σε αυτά που το βιολογικό μας ρολόϊ επιτάσσει και ορίζει.
Σ’αυτή την ξεκάθαρη αλλαγή των κοινωνικών δεδομένων και το εξίσου καθαρό αίτημα για απόκτηση παιδιών από μεγαλύτερης ηλικίας συζύγους, η ιατρική έρχεται στις μέρες μας να βοηθήσει με συγκεκριμένα επιστημονικά δεδομένα.
Η παρακολούθηση της εγκυμοσύνης γίνεται με τη βοήθεια εξετάσεων που μπορούν να ελέγχουν με σιγουριά την καλή υγεία του εμβρύου και της μητέρας. Η πρόοδος αυτή εγγυάται καλύτερη παρακολούθηση της εγκυμοσύνης, μέσα από τις φροντίδες της περιγεννητικής ιατρικής, που αποτελεί υποειδικότητα της μαιευτικής και γυναικολογίας.
Η νεογνολογία έχει επίσης κάνει μεγάλες προόδους στην βοήθεια που παρέχει σε μικρού βάρους νεογνά και με την έννοια της εξασφάλισης καλής μελλοντικής υγείας σ’αυτά.
Εκείνο όμως που πρέπει να αντιληφθούν οι υποψήφιοι γονείς είναι ότι οι εγκυμοσύνες μετά τα 40 αποτελούν « κυήσεις υψηλού κινδύνου» και απαιτούν στενότερη και λεπτομερέστατη παρακολούθηση από τις εγκυμοσύνες που αναπτύσσονται στην μήτρα μιας νεαρής υποψήφιας μητέρας. Απαιτούν επίσης μεγαλύτερη και καλύτερη συμμόρφωση στις ιατρικές οδηγίες, χωρίς μεγάλα περιθώρια ανοχής.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα οι αυστηροί κανόνες ως προς τη λήψη βάρους, η αθέτηση των οποίων εύκολα μπορεί να εκθέσει την έγκυο γυναίκα στον κίνδυνο διαβήτη της εγκυμοσύνης. Επίσης ο αυξημένος κίνδυνος προβλημάτων ιδιαίτερα στο πρώτο τρίμηνο της εγκυμοσύνης οδηγεί σε αυξημένη πιθανότητα ανάγκης παραμονής στο σπίτι. Άρα η γυναίκα θα πρέπει να έχει την πολυτέλεια απουσίας από τη δουλειά της αν αυτό απαιτηθεί, σε οποιαδήποτε χρονική στιγμή της εγκυμοσύνης.
Γενικά θα μπορούσε να πει κανείς ότι συχνά απαιτούνται θυσίες από επαγγελματικές και κοινωνικές υποχρεώσεις. Οι γυναίκες όμως αυτές είναι πιο ώριμες για να δεχτούν αυτούς τους περιορισμούς και να συμμορφωθούν σε αυστηρότερες ιατρικές οδηγίες, από τις αντίστοιχες υποψήφιες μητέρες την 20 ή 25 χρόνων. Για τον ίδιο λόγο βιώνουν πιο θετικά την εγκυμοσύνη και είναι πιο ήρεμες και καρτερικές.

Και τα παιδιά;

Πολύς λόγος έγινε τα τελευταία τριάντα χρόνια για τα παιδιά που γεννιούνται από γονείς προχωρημένης ηλικίας. Το ενδιαφέρον γιατρών και ψυχολόγων εστιάστηκε κυρίως στα αρνητικά στοιχεία . Μοναχοπαίδια συνήθως με γονείς υπερπροστατευτικούς, δεν μαθαίνουν να μοιράζονται αντικείμενα και συναισθήματα με τ’αδέλφια τους, με αποτέλεσμα να γίνονται εγωϊστές και νάρκισσοι στη συνέχεια, κακοί σύντροφοι ή με δυσκολίες στις διαφυλικές σχέσεις. Μην ξεχνάμε ότι τα διαζύγια συμβαίνουν συχνότερα όταν τα δύο μέλη είναι μοναχοπαίδια, μοναχογιοί ή μοναχοκόρες. Αντίθετα, τα διαζύγια είναι λιγότερα συχνά ανάμεσα σε συζύγους που προέρχονται από πολυμελείς οικογένειες. Η υπερπροστασία και οι υπερβολικές παροχές φαίνεται να είναι ένας από τους βασικούς λόγους.
Όμως οι αντιλήψεις αυτές τείνουν να αλλάξουν τα τελευταία δέκα χρόνια. Οι γονείς μετά τα σαράντα είναι πιο ώριμοι και ίσως πιο συνειδητοποιημένοι στο γονεϊκό ρόλο. Έχουν περισσότερο ενδιαφέρον γενικά για το παιδί και είναι περισσότερο έτοιμοι για «θυσίες».
Συχνά τα παιδιά ώριμων ηλικιακά γονιών έχουν την ευκαιρία μιας πιο επιμελημένης μόρφωσης και ευρύτερης παιδείας, στοιχεία σημαντικά για μια καλύτερη ζωή. Έχουν, τέλος, ένα μικρότερο στατιστικά κίνδυνο να βιώσουν ένα διαζύγιο των γονιών τους και ότι αυτό συνεπάγεται ψυχολογικά.

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ! :
ΡΩΤΗΣΤΕ ΤΟΥΣ ΕΙΔΙΚΟΥΣ
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ