Εφηβεία: Τι καθορίζει την ηλικία της πρώτης περιόδου;

25 Ιουλίου 2014

Η ηλικία στην οποία ένα κορίτσι μπαίνει στην ήβη και έχει την πρώτη της έμμηνο ρύση επηρεάζεται από εκατοντάδες γονίδια, σύμφωνα με μία από τις μεγαλύτερες γενετικές μελέτες στον κόσμο.

Ωστόσο, τον καθοριστικό ρόλο παίζει ένα είδος «σιωπηρών» γονιδίων που κληρονομούνται από τον ένα γονιό. Αν, συνεπώς, δύο κορίτσια της ίδιας οικογένειας έχουν κληρονομήσει αυτά τα γονίδια από διαφορετικό γονιό, μπορεί να έχουν σε διαφορετική ηλικία την πρώτη τους περίοδο.

Τα ευρήματα αυτά, που δημοσιεύονται στην επιθεώρηση «Nature», προέρχονται από επιστήμονες από 166 ερευνητικά κέντρα, οι οποίοι ανέλυσαν το γενετικό υλικό περισσότερων από 180.000 γυναικών. Η ανάλυση οδήγησε στον εντοπισμό 123 γενετικών μεταλλαγών οι οποίες σχετίζονται με την ηλικία έναρξης της εμμήνου ρύσεως.

Ωστόσο, έξι από τις μεταλλαγές αυτές εντοπίστηκαν σε εντυπωμένες (imprinted) περιοχές του γονιδιώματος, δηλαδή σε ανενεργές περιοχές που κληρονομούνται μόνο από τον ένα γονιό. Όπως έδειξε η νέα μελέτη, η δραστηριότητα των εντυπωμένων γονιδίων εξαρτάται από την προέλευσή τους: μερικά είναι ενεργά μόνο όταν κληρονομούνται από τη μητέρα και άλλα μόνο όταν κληρονομούνται από τον πατέρα. 
Και τα δύο είδη εντυπωμένων γονιδίων, όμως, καθορίζουν την ηλικία της ήβης στα κορίτσια.

«Υπό φυσιολογικές συνθήκες, τα κληρονομούμενα σωματικά χαρακτηριστικά αντανακλούν τον συνδυασμό των γονιδιωμάτων των γονιών μας, αλλά τα εντυπωμένα γονίδια δίνουν μεγαλύτερο βάρος στην επιρροή του ενός ή του άλλου γονιού», δήλωσε ο επικεφαλής ερευνητής δρ Τζων Πέρι, από την Μονάδα Επιδημιολογίας του βρετανικού Ιατρικού Ερευνητικού Συμβουλίου (MRC) στο Πανεπιστήμιο Κέιμπριτζ. Και συνέχισε: «Σε μία οικογένεια, λοιπόν, ο ένας γονιός μπορεί να επηρεάζει περισσότερο απ’ όσο ο άλλος την ηλικία έναρξης της ήβης στα κορίτσια».

Η ηλικία έναρξης της ήβης παρουσιάζει τεράστιες διακυμάνσεις. Άλλα κορίτσια έχουν την πρώτη έμμηνο ρύση στα 8 τους χρόνια και άλλα στα 13 ή αργότερα ακόμα, με την μέση ηλικία να είναι πλέον τα 10 χρόνια. Αν και στην εμφάνισή της παίζουν ρόλο διάφοροι παράγοντες του τρόπου ζωής, όπως η διατροφή και η φυσική δραστηριότητα, τα νέα ευρήματα υποδηλώνουν ότι συμβάλλει σημαντικά και το εκτεταμένο και πολύπλοκο δίκτυο γενετικών παραγόντων που εντοπίστηκαν, σύμφωνα με τους ερευνητές.

 
ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ! :
ΡΩΤΗΣΤΕ ΤΟΥΣ ΕΙΔΙΚΟΥΣ
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ