Ο Γιάννης Γεωργούλης κατέφθασε πρώτη φορά για αναψυχή στην Κίνα το καλοκαίρι του 2012. Ήταν για αυτόν ένας στόχος ζωής, να γνωρίσει από κοντά έναν πολιτισμό τόσο σπουδαίο και ταυτόχρονα τόσο διαφορετικό από τον δικό μας. Παράλληλα, η φήμη για ανάπτυξη που πλασάρει την Κίνα ως τη μεγαλύτερη ανερχόμενη δύναμη του πλανήτη τον έκανε να ξεκινήσει να μαθαίνει κινέζικα, οπότε μια επίσκεψη στη χώρα φαινόταν ιδανική, αν και σε πρώτη φάση δεν μπορούσε να αντιληφθεί τις προεκτάσεις που θα είχε αυτό το ταξίδι για εκείνον.

Επικοινωνήσαμε μέσω Skype το τελευταίο σαββατιάτικο πρωινό του Δεκεμβρίου, σε μια ώρα βολική, λίγο πριν αρχίσει να πλακώνει κόσμος στο μαγαζί. Ο ενθουσιασμός του ανθρώπου που ξαφνικά έχει βρεθεί στην άλλη άκρη της γης και κυνηγάει το όνειρό του δεν κρύβεται, ακόμα και μέσα από το εκνευριστικά διακεκομμένο σήμα της επικοινωνίας μας. Αρχικά βρισκόταν σε ένα καφέ του εμπορικού κέντρου που στεγάζει το Santorini Souvlaki Bar, αλλά τελικά αναγκάστηκε να επιστρέψει σε μια ήσυχη γωνιά του μαγαζιού του για να μιλήσει από εκεί.

image_1 (2)

«Έμεινα 20 μέρες την πρώτη φορά. Συγκυριακά τότε, η κατάσταση στην Ελλάδα πήγαινε από το κακό στο χειρότερο. Ερχόμενος εδώ, συνειδητοποίησα ότι όντως υπάρχει μια τεράστια άνθηση σε όλους τους τομείς. Ο κινεζικός λαός έρχεται σε άμεση επαφή με τη δυτική κουλτούρα και έχει γοητευθεί πάρα πολύ. Υπάρχει λοιπόν μια έξαρση στο να δοκιμάζουν νέα πράγματα, να γνωρίσουν τα περίεργα, μια νέα δυτικολαγνεία που είναι πλέον ιδιαίτερα έντονη ειδικά σε πόλεις που μέχρι πρότινος ήταν πολύ μακριά από τον δυτικό τρόπο ζωής, όπως το Πεκίνο – η Σανγκάη για παράδειγμα ήταν πάντα πολύ πιο ανοιχτή. Βλέποντας λοιπόν πόσο δεκτικοί είναι οι άνθρωποι, συνειδητοποίησα ότι δεν υπάρχει σουβλατζίδικο. Υπάρχει κεμπάπ, αραβικό, σπαγγετερίες, τεξ μεξ, γιατί να μην υπάρχει σουβλατζίδικο; Είναι άδικο! Κάπου εκεί άρχισε να γεννιέται η ιδέα με τη Δανάη Μακρή, τη συνεργάτιδά μου, με την οποία μοιραζόμαστε την ίδια λατρεία για την Κίνα. Έτσι, με το που επιστρέψαμε στην Ελλάδα, από την επόμενη κιόλας μέρα αρχίσαμε να δουλεύουμε πάνω στο πρότζεκτ.

Η προετοιμασία στην Ελλάδα μας πήρε περίπου 8 μήνες. Θα μπορούσε να είχε τραβήξει πολύ περισσότερο, αν εγώ δεν είχα αποφασίσει μια ωραία πρωία ότι αρκετά με τον σχεδιασμό, πρέπει να φύγω για Κίνα για να ξεκινήσει το πράγμα να υλοποιείται. Οι ρυθμοί εδώ για τη δημιουργία μιας επιχείρησης είναι πολύ αργοί σε σχέση με την Ελλάδα, κυρίως γιατί υπάρχει έλεγχος στα πάντα. Πολλή γραφειοκρατία».

«Γραφειοκρατία χειρότερη από την ελληνική» τον ρωτώ. «Ναι, επειδή όλα εδώ είναι πολύ πιο αξιοκρατικά. Θέλουν να είναι σίγουροι ότι όλα γίνονται με τον σωστό τρόπο. Είναι τυπικοί και αυστηροί και ελέγχουν τα πάντα. Πρέπει να τηρούνται πολύ συγκεκριμένες προδιαγραφές, λόγου χάρη για την κουζίνα. Αν δεν κάνεις κάτι σωστά, σου λένε πώς να το κάνεις, πρέπει όμως οπωσδήποτε να το κάνεις, δεν μπορείς να το αποφύγεις με κανέναν τρόπο. Εκεί τρως πολύ χρόνο».

image

Φαντάζομαι τον Γιάννη να φτάνει λοιπόν στο Πεκίνο, ένας Έλληνας (Χιώτης!) στη μητρόπολη των 20 εκατομμυρίων ανθρώπων, αποφασισμένος να πιάσει την καλή. Πώς κινήθηκε άμα τη αφίξει του εκεί; «Πέρασε ένα τεράστιο διάστημα για να βρω τον χώρο που θα στέγαζε το μαγαζί, ο οποίος έπρεπε να πληροί τις κρατικές προϋποθέσεις και να καταλήξω στην περιοχή, κομμάτι που ήταν το δυσκολότερο στον σχεδιασμό και δεν φανταζόμουν καν ότι θα με δυσκολέψει τόσο. Δεν μπορούσε να με βοηθήσει κανένας σε αυτό. Στο Πεκίνο του 2014, οι πρώτοι που θα δημιουργήσουν word of mouth για ένα μη κινέζικο εστιατόριο είναι οι ξένοι. Πρώτα θα έρθουν οι Ιταλοί, οι Ρώσοι, οι Αυστραλοί, οι οποίοι θα φτιάξουν μια εικόνα για το μαγαζί που θα προσελκύσει στη συνέχεια και Κινέζους. Χρειαζόταν λοιπόν μια περιοχή-πέρασμα.  Για όλη αυτή τη διαδικασία, έψαχνα σχεδόν 4 μήνες. Έτσι βέβαια έμαθα πολύ πιο γρήγορα την ίδια την πόλη, τις πιάτσες της και τις περιοχές της. Πολλοί άνθρωποι που κάνουν την ίδια δουλειά μου λένε ότι προτίμησαν να σπαταλήσουν έναν χρόνο χωρίς να κάνουν τίποτε άλλο, παρά να γνωρίζουν τη χαοτική πόλη και τους ανθρώπους της. Έπειτα έστησαν τη δουλειά τους. Εμείς το κάναμε λίγο πιο γρήγορα και παράλληλα. Βρισκόμαστε στην Central Business District (CBD) του Πεκίνου που είναι το εμπορικό κέντρο της πόλης, με όλες τις επιχειρήσεις, τα γραφεία, τους ουρανοξύστες».

Πώς όμως φτιάχνεις παραδοσιακό ελληνικό σουβλάκι σε μια χώρα με εντελώς διαφορετικές πρώτες ύλες από τις δικές μας; Ρωτώ τον Γιάννη για τη διαδικασία εύρεσης και εισαγωγής των υλικών που χρειάζεται η επιχείρησή του. Μου εξηγεί ότι τα πιάτα που προσφέρονται στο εστιατόριο είναι καθαρά ελληνικά και δεν έχουν προσαρμοστεί σε κινέζικα δεδομένα, αν και σκέφτεται να κάνει κάποιες μικροαλλαγές, αφού πολλοί πελάτες ζητούν πιο οικείες γεύσεις. Μου αναφέρει ως παράδειγμα την πίτα με την οποία τυλίγουν το σουβλάκι – που φτιάχνεται από τοπικό φούρνο με δική τους συνταγή. Οι Κινέζοι την θεωρούν αρκετά σκληρή, αφού έχουν συνηθίσει τα πάντα να είναι πολύ μαλακά.

image_2 (2)

«Οι πρώτες ύλες έρχονται από πολλές μεριές. Ποιοτικά το κρέας θέλουμε να θυμίζει Ελλάδα, γι’ αυτό έχουμε αλλάξει πολλούς προμηθευτές. Το τζατζίκι μας είναι όπως θα το φτιάχναμε στην Αθήνα, χρησιμοποιούμε τοπικό γιαούρτι που απλά χρειάζεται μερικές φορές έξτρα στράγγισμα για να γίνει πιο πηχτό. Ο κατάλογος δεν περιέχει αποκλειστικά σουβλάκι – που ήταν η αρχική μας σκέψη. Έχουμε προσθέσει κεφτέδες, που τους έχουν λατρέψει, ιταλική καρμπονάρα, μπολονέζ και κάποιες έξτρα συνταγές που σκεφτήκαμε, όπως το γλυκό καλαμάκι κοτόπουλο που τους αρέσει πολύ. Το δε κοτομπέικον πάει σφαίρα! Και πάλι όμως, περιοριζόμαστε στο φάσμα του μπάρμπεκιου, δεν σερβίρουμε πιάτα ημέρας όπως μουσακά, γεμιστά κ.λπ. Το μενού σχεδιάστηκε σε συνεργασία με τον πατέρα μου που είναι σεφ και είχε δουλέψει παλιότερα στην Κίνα, ως ναυτικός. Συνολικά περιλαμβάνει τρεις σαλάτες, με highlight τη χωριάτικη για την οποία φυσικά τρελαίνονται, τρεις μακαρονάδες, επτά σουβλάκια, κεφτέ, μπιφτέκι, πέντε διαφορετικά είδη πίτας και συνδυασμούς. Το μόνο κινεζικό touch που έχουμε προσθέσει είναι η επιλογή να αντικατασταθούν οι πατάτες με ρύζι, που για αυτούς είναι πολλές φορές απαραίτητο όπως για εμάς το ψωμί.

Δεν έχουμε τραπέζια, μόνο ψηλούς πάγκους με σκαμπό και είμαστε λίγο fast, όχι υπό την έννοια του fast food αλλά κυριολεκτικά επειδή ο κόσμος δουλεύει, είναι βιαστικός, έρχεται να απολαύσει ποιοτικό φαγητό και φεύγει. Εκεί κολλάει και η φιλοσοφία του souvlaki bar. Στην πορεία σκέφτομαι να το λειτουργήσω ως self service γιατί ο χώρος το ευνοεί. Προς το παρόν κάνω το σέρβις εγώ προς χάρη των δημοσίων σχέσεων και για να ανταποκρίνεται στα δυτικά πρότυπα. Το μεγαλύτερο μέρος των πελατών, εξάλλου, δεν γνωρίζουν τίποτα από ελληνική κουζίνα, οπότε πρέπει να τους εξηγήσω τα βασικά. Ο Κινέζος έρχεται με ένα ερωτηματικό. “Τώρα πάω να φάω ελληνικό, τι είναι αυτό;”.

Η επιχείρηση αυτή τη στιγμή απασχολεί μόνο Κινέζους: τον manager, τον σεφ που έχει εκπαιδευτεί από εμένα και από έναν Έλληνα σεφ που ζει στο Πεκίνο, και ένα άτομο για το delivery και το σέρβις όταν δεν προλαβαίνω. Ένα σουβλάκι κοστίζει περίπου 2 ευρώ, όσο δηλαδή και στην Ελλάδα κατά μέσο όρο. Η χωριάτικη περίπου 3 ευρώ, τα καλαμάκια περίπου 1,5. Ο μέσος καταναλωτής βρίσκει τις τιμές ελκυστικές, γιατί θα μπορούσαμε να είμαστε αρκετά ακριβότεροι. Θέλαμε όμως εξαρχής να κάνουμε ένα φιλικό προς τη μάζα εστιατόριο, μια και οι σπουδές μας είναι πάνω στη διοίκηση επιχειρήσεων, οπότε το είδαμε περισσότερο και ως μια μελέτη πάνω σε αυτά που ήδη γνωρίζαμε θεωρητικά. Δεν ήρθαμε με το σκεπτικό να γίνουμε κροίσοι».

Όλα όμορφα και ευοίωνα, σκέφτομαι. Η πραγματικότητα όμως είναι ότι ο Γιάννης αυτή τη στιγμή βρίσκεται σε μια από τις μεγαλύτερες μητροπόλεις του κόσμου όπου σίγουρα θα τον αντιμετωπίζουν σαν εξωτικό πουλί. Φαντάζομαι ότι το feeling πρέπει να είναι εντελώς διαφορετικό από το να μεταναστεύσεις στη Νέα Υόρκη, το Σίδνεϊ ή το Σάο Πάολο, από την άποψη και μόνο της τόσο χτυπητής διαφορετικότητας στην εμφάνιση και τον ρωτώ πώς αισθάνεται. «Κάποια ζητήματα είναι όντως έντονα. Οι Έλληνες λοιπόν είμαστε στο σύνολό μας τριχωτοί. Κάτι τέτοιο στην Κίνα απλά δεν υπάρχει. Οι Κινέζοι και οι Κινέζες έχουν ελάχιστες τρίχες και μόνο στο κεφάλι τους. Η δική μας τριχοφυΐα τους φαίνεται ιδιαίτερα εξωτική και περίεργη. Ανταποκρίνονται πολύ θετικά, το μούσι τους φαίνεται πραγματικά exciting και η όλη διαδικασία της περιποίησής του είναι κάτι εντελώς εξωπραγματικό για εκείνους  που απλά ξυρίζουν καθημερινά τις 5 τρίχες τους προσώπου τους. Κάποιοι έχουν αποπειραθεί και να το χαϊδέψουν – “Can I touch your beard?”!

image_1

Θεωρώ επίσης ότι πέραν της εμφάνισης, οι Κινέζοι εκτιμούν ιδιαίτερα τους Έλληνες – πιθανότατα λόγω της εξίσου μακραίωνης ιστορίας που διαθέτουμε ως λαοί. Αγαπούν πολύ το Αιγαίο και ειδικά τη Σαντορίνη που είναι το πρώτο πράγμα που συνδέουν με τη χώρα μας. Εγώ προσωπικά δεν είχα καμία δυσκολία ενσωμάτωσης στην τοπική κοινωνία, έχω ήδη πολλούς Κινέζους φίλους. Γενικά στην αρχή, ένας Κινέζος είναι πιο εγκρατής από εμάς, δεν είναι τόσο εξωστρεφής, ωστόσο είναι φιλικός. Μόλις αισθανθεί άνετα, το επόμενο βήμα συχνά είναι να σου ζητήσει να βγείτε μια φωτογραφία μαζί, την οποία φαντάζομαι ότι μετά θα δείχνει στους φίλους του».

«Κι από σεξ  τι κάνεις;» τον ρωτώ και ξεκαρδίζεται. «Λοιπόν, μπορεί να μην το φανταζόμαστε, αλλά ο κινεζικός λαός είναι απίστευτα σέξι. Οπουδήποτε κι αν το πω, λαμβάνω αντιρρήσεις. Κι όμως, έχουν πανέμορφα βελούδινα δέρματα και όταν πετύχεις πραγματικά όμορφο Κινέζο ή Κινέζα, βάζει κάτω πολύ κόσμο από τη δύση. Εννοείται ότι το σεξ είναι πολύ σημαντικός παράγοντας για να περνάς καλά όπου κι αν βρίσκεσαι και αν δεν θεωρούσα αυτόν το λαό σέξι, δεν θα μπορούσα να επιβιώσω. Και φυσικά, εκτός από την εξωτική αντιμετώπιση, ένας Έλληνας εδώ έχει το τρομερό ατού του μεγέθους. Όταν έρχεται το θέμα στο… δια ταύτα, πάντα υπάρχει μια θετική προσμονή. Άσε που ο μύθος του Greek Lover συντηρείται κανονικότατα!».

image_3

«Πώς διασκεδάζουν;» είναι η επόμενη ερώτηση που του θέτω για να λάβω την αναμενόμενη απάντηση «πολύ διαφορετικά από εμάς! Έχουν πρόγραμμα στα πάντα, ειδικά στη διασκέδαση. Μιλώντας φυσικά για την πλειονότητα που βλέπω, δεν θα θυσιάσουν ποτέ τα τρία ημερήσια γεύματα και τον ύπνο τους, επειδή θεωρούν ότι αυτά τα στοιχεία είναι πολύ σημαντικά για την υγεία τους. Συνεπώς, διασκεδάζουν με πολύ ιδιόμορφο τρόπο. Θα βγουν για dinner στις 7 του Σαββάτου και στις 9 ήδη χασμουριούνται. Στις 10 είναι ήδη σπίτι. Φυσικά και υπάρχει νεολαία που θα δεις στην περιοχή με τα μπαρ να κλαμπάρει με τον δυτικό τρόπο, αλλά οι περισσότεροι απέχουν πολύ από την τυπική ελληνική (ή έστω δυτική) νοοτροπία διασκέδασης. Ακόμα και οι γονείς μας που είναι μεγάλης ηλικίας θα βγουν μια στο τόσο να πιουν και να χορέψουν. Νομίζω ότι ο Κινέζος αυτό το κάνει στη ζωή του μετρημένες φορές. Ευτυχώς υπάρχουν μαγαζιά που συγκεντρώνουν μόνο ξένους, οπότε όταν θέλω να ξεδώσω θα πάω εκεί και θα περάσω καλά. Φαντάζομαι στη Σανγκάη θα είναι πολλά περισσότερα.

image

Γενικά ο κινεζικός λαός έχει έναν τρόπο σκέψης που πρέπει να καταλάβεις αν θες να εγκλιματιστείς εύκολα. Δεν θα προσαρμόσεις εσύ έναν λαό, είσαι στη χώρα του, θα αλλάξεις εσύ και θα συμβαδίσεις με τον δικό τους τρόπο. Μάλιστα πλέον μου αρέσει να κάνω παρέα με ανθρώπους που δεν μιλούν αγγλικά, άρα έχουν πιο έντονη την τοπική κουλτούρα μέσα τους και δεν έχουν διεθνοποιηθεί. Έτσι τα κινέζικά μου είναι σε πολύ καλό επίπεδο. Είναι δεκτικός λαός οι Κινέζοι, δεν έχω κανένα παράπονο – με έχουν στηρίξει πολύ. Εντυπωσιάζονται από το γεγονός ότι ένας νέος άνθρωπος προσπαθεί να κάνει κάτι μόνος του σε μια ξένη χώρα από το μηδέν. Αυτά τα πράγματα τα εκτιμούν και τα επικροτούν πάρα πολύ, έχουν πολύ έντονο το στοιχείο του “επιχειρείν”. Δεν τους νοιάζει που προσπαθείς για κάτι τόσο μικρό, το σέβονται και το θαυμάζουν».

«Τι παίζει με τα social media εκεί;». «Facebook, Twitter και YouTube είναι απαγορευμένα. Κανείς Κινέζος δεν μπορεί να μπει σε αυτά με κανέναν τρόπο. Έχουν αναπτυχθεί τα αντίστοιχα μέσα, όπως το Weibo, το Qzone και το WeChat, πού είναι ιδιαίτερα δημοφιλή αλλά είναι μόνο για την Κίνα. Εγώ μπαίνω στα δικά μου προφίλ χρησιμοποιώντας servers από διπλανές χώρες, κυρίως από Χονγκ Κονγκ και Κορέα, πράγμα νόμιμο που το κάνουν όλοι οι μετανάστες εδώ».

Στο σημείο αυτό μου έρχονται στο μυαλό εικόνες με εκατομμύρια ανθρώπους της κίτρινης φυλής να συνωστίζονται σε δημόσιους χώρους και τον Γιάννη στη μέση σαν καρτούν. Αμέσως βρίσκει ευκαιρία να μου διηγηθεί ένα περιστατικό που του έχει μείνει αξέχαστο. «Συνήθως δεν κινούμαι με μετρό σε ώρες αιχμής, που για την Κίνα είναι περίπου στις 6 το πρωί και στις 7 το απόγευμα. Κάποια μέρα χρειάστηκε να το κάνω. Συνάντησα μία ουρά που ξεκινούσε αρκετά μέτρα πριν από την εξωτερική είσοδο του μετρό! Έπρεπε  οπωσδήποτε να κατέβω γρήγορα στο κέντρο της πόλης, οπότε ούτε λόγος για ταξί. Μπαίνω στην ουρά. Έπειτα από μισή ώρα περίπου βρέθηκα στις αποβάθρες για να συνειδητοποιήσω ότι οι συρμοί έφταναν ο ένας μετά τον άλλο και όταν άνοιγαν οι πόρτες, ο κόσμος είχε συμπιεστεί τόσο πολύ που πεταγόταν έξω σαν τον αφρό από τη σαμπάνια μόλις την ανοίξεις. Τα τζάμια ήταν έτοιμα να σπάσουν! Στη συνέχεια ξανάμπαιναν μέσα σαν σαρδέλες μαζί με άλλον ένα νέο επιβάτη – δεν κατάφερναν να μπουν περισσότεροι. Όταν ήρθε η σειρά μου, απλά δεν μπόρεσα να μπω. Περίμενα το επόμενο και το επόμενο, άρχισαν να μπαίνουν οι πίσω μου απόλυτα φυσιολογικά και εγώ, μετά από 7 τρένα απλά κατάλαβα ότι δεν θα τα καταφέρω ποτέ. Ένας που περίμενε δίπλα μου εξήγησε ότι αυτό είναι απόλυτα καθημερινό φαινόμενο για ένα από τα πιο οργανωμένα μετρό του κόσμου, στο οποίο μάλιστα η διαδρομή κοστίζει σχεδόν 0,20 ευρώ μόνο. Τότε απλά αποφάσισα να το κόψω με τα πόδια».

Ξέρω όμως ότι ο Γιάννης έχει και άλλες δημιουργικές ανησυχίες, πέραν της επιχείρησής του και αναρωτιέμαι αν η Κίνα τις έχει ευνοήσει. «Έχω γράψει από πριν ένα σενάριο που προς το παρόν έχει μπει στον πάγο αλλά είναι έτοιμο για στούντιο και ένα βιβλίο για το οποίο μου μένει το φινάλε που δεν με ικανοποιεί ακόμα. Θα ασχοληθώ με αυτά τους επόμενους μήνες, όταν το μαγαζί δεν θα απαιτεί το 100% του χρόνου μου και θα αποφασίσω αν η παραγωγή του σεναρίου και η έκδοση του βιβλίου θα γίνει στην Ελλάδα ή εδώ. Επίσης, πριν φύγω για Κίνα συμμετείχα σε μια ταινία που είναι διαθέσιμη σε video on demand.

image_2

«Είσαι ευχαριστημένος από τη ζωή σου;» τον ρωτώ για κατακλείδα. «Απόλυτα!» μου λέει και κλείνουμε για να πάρει τις πρώτες παραγγελίες της ημέρας.

Αξιοπερίεργα που έχουν κάνει εντύπωση στον Γιάννη:

«Οι Κινέζοι πίνουν πάντα το νερό ζεστό. Εννοώ καυτό, απ’ τον βραστήρα. Όταν έσκασε η πρώτη κούπα με ζεστό νερό, είχα ένα ύφος τύπου “συγγνώμη, σας είπα ότι θέλω να ξυριστώ;”!»

«99,9% των ζευγαριών Κίνας και Δύσης είναι Κινέζες με δυτικούς άντρες. Συγκεκριμένα έχω δει μέσα σε 8 μήνες μόνο ένα ζευγάρι δυτικής γυναίκας με Κινέζο (ο καθένας ας υποθέσει το λόγο μόνος του)…»

Κείμενο: Αλέξανδρος Διακοσάββας

Πηγή: www.grekamag.gr