Επιστολή απολυμένης στο αφεντικό της: «Ηθελα να σου πω ότι με λύτρωσες»

29 Ιουλίου 2014

Δεν είχα πραγματικά πρόθεση να ξαναμιλήσω για σένα, ούτε να σε ξανασκεφτώ. Οχι. Από τότε που με απέλυσες για οικονομικούς λόγους, δεν είσαι πιά μέρος της ζωής μου.

Βέβαια το προσπάθησες τους πρώτους μήνες. Με παρενόχλησες. Κάθε μέρα, κάθε εβδομάδα. Δεν υπέκυψα, κρατήθηκα στο ύψος μου. Αλλά με ποιό τίμημα;

Ηδη έπρεπε να αποδεχθώ το γεγονός ότι έχασα τη δουλειά μου μετά από 7 χρόνια εργασίας μαζί σου. Επιπλέον, έπρεπε να δώσω μάχη μαζί σου. Ενώ τίποτα πιά δεν μας συνέδεε. Φυσικά, εσωτερίκευσα τα πάντα και το αποτέλεσμα ήταν ότι έπαθα σοβαρή ζημιά στην πλάτη. Εξαιτίας σου υπέφερα και υποφέρω ακόμη από τρομακτικούς πόνους στην πλάτη. 
Λοιπόν, σήμερα το απόγευμα επέστρεψες στη ζωή μου. Χωρίς να το περιμένω έπεσες πάνω μου. Βρισκόμουν απέναντι σε ένα άτομο για ένα πολύ σημαντικό ραντεβού. Και ξαφνικά, αυτό το άτομο με διακόπτει και με ρωτάει: «Γιατί έχετε τόσο λίγη εμπιστοσύνη στον εαυτό σας;» Μπουμ! Εκείνη τη στιγμή ένιωσα ένα ρήγμα να ανοίγει στα σωθικά μου. Κατάρρευση. Το πρώτο πράγμα που μου ήρθε στο μυαλό ήσουν εσύ.

Εικόνες και αναμνήσεις άρχισαν να χορεύουν μπροστά στα μάτια μου. Οι μεν πιο δυσάρεστες από τις δε. Ξαναθυμήθηκα όλες τις φορές που με υποβίβαζες, που με έκανες να καταλάβω ότι η δουλειά μου δεν είναι ικανοποιητική παρότι σκοτωνόμουν για να την κάνω. Δεν είχες φυσικά την τόλμη να μου το πεις απευθείας. Οχι. Ησουν πιο ψυχάκιας και το έκανες μπροστά σε πελάτες ή μέσα στις συσκέψεις. Πάντα μια μικρή παρατήρηση για να μου πεις γιατί έκανα το ένα ή το άλλο. Ενώ εσύ μου είχες ζητήσει να τα κάνω.
Ξαναθυμήθηκα όλες εκείνες τις στιγμές που μου πουλούσες όνειρο και σχέδια και δήθεν μου τα ανέθετες. Κι εγώ χαιρόμουν, έλεγα,επιτέλους, ήρθε η ώρα. Δούλευα ώρες και ώρες. Δεν κοίταζα ποτέ ρολόι και επέστρεφα σπίτι μου ικανοποιημένη. Ημουν επιτέλους αυτόνομη στη δουλειά. Και την άλλη μέρα το πρωί, μόλις έμπαινα στο γραφείο, έβλεπα τη δουλειά μου πάνω στο δικό σου γραφείο, εντελώς αλλαγμένη. Εσύ, φυσικά, θα ολοκλήρωνες το πρότζεκτ.
 
Καμμία, ούτε μία φορά σε επτά χρόνια δεν μου είπες ότι ήσουν ικανοποιημένος από τη δουλειά μου. Θα θυμάμαι πάντα μια φορά στις διακοπές των Χριστουγέννων που μου τηλεφώνησες και μου ζήτησες να επιστρέψω επειγόντως στο γραφείο γιατί έπρεπε να παραδώσουμε κάτι. Ημουν στο Παρίσι, χιόνιζε.
Παρά το γεγονός ότι είχα διακοπές, ανέβηκα στο πρώτο τρένο που βρήκα. Εκτός από χιόνι, είχε όμως και καθυστέρηση στα δρομολόγια. Εφτασα στο γραφείο με 2 ώρες καθυστέρηση. Τι δράμα! Με υποδέχτηκες με ένα φαρμακερό «στην ώρα σου βλέπω, καλά με δουλεύεις;». Χάλασε αμέσως η διάθεσή μου, φυσικά. Εκανα τη δουλειά με βαριά καρδιά και έφυγα από το γραφείο πολύ αργά τη νύχτα. Για πρώτη φορά τόλμησα να κρατήσω μούτρα.
Τέτοια περιστατικά θα μπορούσα να διηγηθώ χιλιάδες. Επτά χρόνια είναι πολύς καιρός με έναν άνθρωπο σαν εσένα.
Μόνο σήμερα, περίπου έξι μήνες μετά την απόλυσή μου καταλαβαίνω σε ποιό σημείο με έχεις διαλύσει. Σε ποιό σημείο η συμπεριφορά σου ήταν αρρωστημένη, κρυφή και ύπουλη. Τώρα καταλαβαίνω ότι καθημερινά έτρωγες και λίγη από την εμπιστοσύνη στον εαυτό μου. Σαν να είχες σκοπό να με μεταμορφώσεις σε ένα τίποτα. Και μάλλον τα κατάφερες γιατί σήμερα πιστεύω ότι δεν είμαι ικανή να κάνω τίποτα σωστό.

Τρελαίνομαι στην ιδέα ότι το κατάλαβα από την ώρα που έφυγα από την επιχείρησή σου. Τώρα καταλαβαίνω ότι το πρόβλημα δεν είμαι εγώ, αλλά εσύ. Η αρρωστημένη σου προσωπικότητα. Είσαι αρρωστημένος. Το μόνο που ξέρεις είναι να επικοινωνείς με τους άλλους μέσω της περιφρόνησης και της κυριαρχίας. Πιστεύεις ότι είσαι ο καλύτερος. Αλλά στην πραγματικότητα είσαι μέτριος.
Σήμερα λοιπόν ήθελα να σου πω ότι με λύτρωσες απολύοντάς με. Γιατί στο εξής είμαι ελεύθερη. Από σένα. Και νιώθω καλά με αυτό. Ναι, δεν εργάζομαι προς το παρόν. Αλλά αυτό δεν θα κρατήσει για πολύ. Θα κάνω ό,τι μπορώ για να αλλάξει αυτό. Αλλά δεν θα είμαι πια δεμένη στο ιστό της αράχνης σου.
Ξαναζώ, δεν είμαι πια μολυσμένη από την κακή σου διάθεση, από την κακή σου πίστη. Ολες τις παλιές αναμνήσεις τις έχω σαρώσει. Αισθάνομαι ήδη πιο ελαφριά απόψε. Κατανόησα κάποιες από τις κινήσεις που έκανα τελευταία. Τις έκανα γιατί είχα ακόμη τον ίσκιο σου που με ακολουθούσε και μου ψυθίριζε στο αυτί ότι δεν θα τα καταφέρω.
Κι όμως, θα τα καταφέρω. Θα τα καταφέρω γιατί δεν υπάρχεις πια για μένα. Γιατί δεν είσαι πια παρά μια αμυδρή ανάμνηση. Και στο εξής επιλέγω να εμπιστεύομαι τον εαυτό μου. Γειά χαρά!

Η επιστολή δημοσιεύτηκε στην Huffingtonpost



Πηγή: www.iefimerida.gr

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ! :
ΡΩΤΗΣΤΕ ΤΟΥΣ ΕΙΔΙΚΟΥΣ
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ
Edgar Wallace
Η Σκέψη της ημέρας
3:17 Edgar Wallace