Όλες οι φίλες μου παντρεύτηκαν, εγώ γιατί είμαι μόνη;

31 Ιουλίου 2014

Η μαύρη μοναξιά συνδέεται με το γεγονός ότι βλέπεις τη ζωή σαν στέρηση, σαν κάτι ανούσιο, αυτό που σου προσφέρει το παρόν. «Το κενό, το τίποτα, το πουθενά, το κανείς είναι τα καρυκεύματα της ζω­ής μου.» Η Σαλομέ κάνει, χωρίς να το θέλει, σύγκριση με τη ζωή της τότε που είχε τις «παλιές φιλενάδες», που «σχεδόν όλες πια έχουν φίλο ή σύζυγο ή ακόμα και παιδιά». Εκείνη δεν έχει ούτε παι­διά, ούτε σύζυγο, ούτε καν έναν απλό «φίλο», γι’ αυτό νιώθει «κε­νό», «τίποτα», «κανείς».

Κείμενο του ψυχοθεραπευτή και συγγραφέα Jean Claude Kauffman

Η ζωή της στέρησης σε οδηγεί σε στάση προσμονής, παθητικής προσμονής: το μέλλον φαντάζει σαν πεπρωμέ­νο. Αν κάποια μέρα εμφανιστεί ο Πρίγκιπας, για να τη βγάλει απ’ αυτή την ανυπόφορη, χωρίς νόημα ζωή, «αυτό είναι γραμμένο» (Σαλομέ). Μια μοιρολατρική στάση ζωής, που συχνά επηρεάζει και το παρόν. «Η μοναξιά μου είναι εδώ, είναι πραγματική αρρώστια, με έχει καταλάβει» (Αντριέν). Η φιλοσοφία της ζωής τους γίνεται μανιχαϊστική: ή το τίποτα, η αρρώστια της μοναξιάς, ή ο Πρίγκι­πας, η λύτρωση. Όσο όμως περισσότερο τον περιμένεις και τον εξι- δανικεύεις, τόσο πιο απόμακρος γίνεται. Και το κενό ολοένα μεγα­λώνει, η «αρρώστια» επιδεινώνεται.

Γιατί, βέβαια, παρουσιάζονται και οργανικά συμπτώματα όταν χάνεται τελείως η αυτοεκτίμηση και γίνεται κάθοδος στον Άδη. «Οι συνέπειες είναι δραματικές: δεν μπορώ ν’ αντέξω. Δεν μπορώ ν’ αγα­πήσω τον εαυτό μου. Βρίσκομαι σε αδιέξοδο, νιώθω να ’χω τελειώ­σει» (Ντοροτέ). Η Σαλομέ λέει: «σαν να χάνω το μυαλό μου». Η ταυτότητά της γράφει πως είναι 21 ετών, όμως εκείνη νιώθει «γριά και μαραμένη». Δεν νιώθει πια το κορμί της, η προσωπικότητά της είναι εντελώς αβέβαιη, αιωρείται. Όχι μόνο νιώθει «γριά», όχι μόνο είναι ένα «τίποτα», αλλά αυτό το τίποτα δεν είναι «πουθενά». 

Η ζωή φαντάζει άδεια μόνο όταν είναι υπερβολική η προσμονή, όταν κλείνεσαι ολομόναχη στο σπίτι. Βέβαια, το σπίτι δίνει προστα­σία, ακόμα κι όταν οι ανάγκες του νοικοκυριού δεν καλύπτονται και έτσι παύουν να στηρίζουν την προσωπικότητα. Οι σοβαρότερες κατα­στάσεις ψυχικής κατάρρευσης παρουσιάζονται όταν αρχίζουν να χάνο­νται διάφορα κομμάτια του Εαυτού: όταν δεν υπάρχει σπίτι, δεν υπάρχει οικογένεια, δεν υπάρχει δουλειά. «Ανάμεσα σε δύο εποχια­κές δουλειές, δύο ασήμαντες μικροδουλειές, όταν επιστρέφεις στο σπί­τι του μπαμπά και της μαμάς, όταν περνάς ολόκληρη τη μέρα σκυμ­μένη πάνω απ’ τις μικρές αγγελίες: καλημέρα θλίψη!» (Ντοροτέ).

Η μοναξιά, που οδηγεί στο εσωτερικό κενό, σπάνια οφείλεται στις σχέσεις' ο μηχανισμός της ολέθριας απομόνωσης έχει κυρίως κοινωνικό χαρακτήρα. Το πρώτο σοκ έρχεται όταν χάσουν τη δου­λειά τους, οι άντρες κυρίως. Τότε, η μόνη προστασία που τους απο­μένει είναι να αναδιπλωθούν και να κλειστούν στην οικογένεια, οι γυναίκες κυρίως. Μόλις λείψει είτε το ένα είτε το άλλο, ξεκινά η αρνητική κάθοδος, η πτώση (που μπορεί να οδηγήσει μακριά), μια κατάσταση απομόνωσης και αποκλεισμού από την κοινωνία. Καθώς χάνονται και οι τελευταίοι προστατευτικοί δεσμοί, αρχίζει να λει­τουργεί η λογική τού αποκλεισμού. «Να μη μπορείς να στηρίζεσαι στο διπλανό σου είναι ένα από τα χαρακτηριστικά της σημερινής φτώχειας: ο άνθρωπος δεν ανήκει πια σε ομάδα, έχει γίνει κλοσάρ, δεν έχει ούτε πόρους, ούτε οικογένεια» (Commaille, Martin, 1998, σελ. 99). Η αρνητική πορεία περνά μέσα από ιστορίες όπου συνυ­πάρχουν η φτώχεια με τη μοναξιά.

Ας δούμε τη θλιβερή αφήγηση της Ίνγκριντ. Στην εφηβεία ένιωθε πως το μέλλον θα ήταν φυσιολο­γικό. «Είχα φίλους, θυμάμαι μάλιστα πως γελούσαμε.» Έπειτα, άρχισε να κάνει τη μια ασήμαντη δουλειά μετά την άλλη, να έχει συνέχεια ατυχίες, έχασε τελείως την αυτοπεποίθησή της, μέχρι που κατάντησε, εξουθενωμένη, να είναι μόνιμα άνεργη. Καθώς δεν μπο­ρεί να πληρώσει δικό της σπίτι είναι αναγκασμένη να ζει με τους γονείς της, ο πατέρας της είναι σοβαρά άρρωστος, έτσι τώρα περνά τον περισσότερο χρόνο της να τον φροντίζει. «Εγώ δεν έχω τίποτα. Έχω μόνο μια στέγη Δεν έχω καμιά ανεξαρτησία. Ούτε μια μικρή γωνιά για μένα. Έχω εγκαταλείψει τελείως τον εαυτό μου, ούτε καν τρώω. Έχω ανορεξίες. Η περίοδος σταμάτησε εδώ και ένα χρόνο. Δεν έχω πια διάθεση για τίποτα.»

Πληρώνει πολύ ακριβά την αρνητική πλευρά της μοναχικής ζωής, χωρίς να γεύεται και τη θετική πλευρά: την αυτονομία. Έχει πλήρη συνείδηση γι’ αυτό. Η δική της θλιβερή ιστορία μας βοηθά να κατα­λάβουμε ότι το κλείσιμο στο σπίτι δεν είναι και τόσο κακή λύση, όταν υπάρχουν κάποια υπολείμματα ανεξαρτησίας' το χειρότερο είναι ν’ αφοσιωθείς στους άλλους για πάντα, να εξαφανιστείς τελείως σαν άτομο, συνεχίζοντας πάντα να υποφέρεις από μοναξιά. «Σ’ ολόκλη­ρη τη ζωή μου γνώρισα μόνο θλιβερές φάσεις: δυστυχισμένα παιδικά χρόνια, μια δουλειά αφόρητη, εντελώς ανύπαρκτη προσωπική ζωή. Έχω την εντύπωση ότι πάντα υπηρετούσα τους άλλους και είχα εγκαταλείψει τελείως τον εαυτό μου. Νιώθω να με πνίγει ένα ανεί­πωτο κενό» (Ντονασιέν).

Εκτός από το κλείσιμο στο σπίτι και το θλιβερό μηχανισμό του αποκλεισμού, υπάρχει άλλη μια μορφή αρνητικής πορείας, όταν το δράμα (για πολλούς και διάφορους λόγους) εμφανιστεί ξαφνικά. Όταν τίποτα δεν έδειχνε πως θα συμβεί, ούτε ο κοινωνικός περίγυρος ούτε οι συνηθισμένες σχέσεις. Η ιστορία της Μαρί-Λιν είναι πολύ εν­δεικτική. «Ζούσα εδώ και έντεκα χρόνια με τον άνθρωπο της ζωής μου. Ποτέ δεν ήμασταν πολύ ερωτευμένοι, νιώθαμε όμως κάπως συ­νένοχοι, χρειαζόμασταν τόσο ο ένας τον άλλο, η συμβίωσή μας ήταν τέλεια, οι δυο μας ήμασταν ένα. Μια ωραία μέρα εμφανίστηκε μπρο­στά μου εκείνος, ο άντρας, ο ωραίος άντρας.» Για πρώτη φορά στη ζωή της νιώθει το πάθος να την κυριεύει τρελά.

Πηγαίνει σ’ έναν ψυ­χαναλυτή, που τη συμβουλεύει ν’ απελευθερώσει την επιθυμία της. Παίρνει λοιπόν την απόφαση, με σφιγμένη την καρδιά, να διαλύσει σιγά σιγά την οικογένειά της, που πήγαινε τόσο καλά, να ’ρθει αντι­μέτωπη «με το δικό του πόνο, τον πόνο που θα ένιωθαν οι κόρες μου, ν’ ανακοινώσω την αλλαγή στους γονείς μου, όλες αυτές τις οδυνηρές στιγμές». Εντελώς αποφασισμένη ζει την ερωτική της περι­πέτεια, που της αποκαλύπτει όλα αυτά που έλειπαν απ’ τη ζωή της. Δυστυχώς ο Πρίγκιπας, αφού τη γοήτευσε, πολύ γρήγορα άλλαξε στάση, έγινε απόμακρος, έπαψε να είναι διαθέσιμος. Έτσι, βρέθηκε ξαφνικά ολομόναχη, χωρίς να καταλαβαίνει γιατί, «αληθινή καταστροφή στη δουλειά της». «Είμαι ολομόναχη, αποπροσανατολισμένη, χωρίς δεκάρα, τόσο θλιμμένη, τόσο απογοητευμένη. Η ζωή δεν σου δωρίζεται, είναι αλήθεια.»

Νιώθει έντονα την ερωτική έλλειψη, αλ­λά της είναι αδύνατο να ξαναγυρίσει στην παλιά της ζωή. «Φοβάμαι ότι δεν θα τα καταφέρω ν’ αγαπηθώ μέχρι να γεράσω.» Έτσι, ονει­ρεύεται τον Πρίγκιπα και αρχίζει η κατάσταση της προσμονής. Ποιος Πρίγκιπας; Πότε πότε, κάποιος όμορφος, κάποιος ανώνυμος. Άλλοτε πάλι «ο άντρας που αγαπώ», κοιτάζοντας με νοσταλγία τη φωτο­γραφία του τη νύχτα, πριν αποκοιμηθεί, προσπαθώντας να μαντέψει το μέλλον με το εκκρεμές της.

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ! :
ΡΩΤΗΣΤΕ ΤΟΥΣ ΕΙΔΙΚΟΥΣ
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ