Υποχονδρίαση: Έκανα όλες τις εξετάσεις και δε δείχνουν τίποτα

2 Αυγούστου 2014

Κείμενο του Νευρολόγου Ψυχιάτρου κυρίου Παύλου Σακκά.

Μια παλιά μου φοιτήτρια ζήτησε τη βοήθειά μου, λίγο μετά την απο­φοίτησή της. Είχε διοριστεί σε περιφερειακό αγροτικό ιατρείο σε νησί του Ιονίου. Εγκαταστάθηκε στο νησί με τη βοήθεια των γονιών της, τους γύρισε στην Αθήνα με το αυτοκίνητό της και τώρα έπρεπε να επι­στρέφει μόνη, στο αγροτικό της ιατρείο. Μου ζήτησε να τη βοηθήσω, αφού αισθάνθηκε τελείως απελπισμένη, με την κατάστασή της. Μου εκμυστηρεύτηκε ότι είχε εντοπίσει στη διαδρομή της από την Αθήνα, όλα τα νοσοκομεία και κέντρα υγείας που βρίσκονταν κοντά στον δρό­μο της, καθώς και είχε υπολογίσει πόση ώρα χρειαζόταν για να πάει από το ένα σημείο στο άλλο. Στο μυαλό της είχε παίξει επανειλημμένα το σενάριο της διαδρομής Αθήνα-Πάτρα-νησί. «Φεύγοντας από την Αθή­να, σε ένα τέταρτο θα είμαι κοντά στο νοσοκομείο του Θριάσιου. Από εκεί τρέχοντας, σε 25 λεπτά, θα είμαι κοντά στην Κόρινθο, που διαθέτει μεγά­λο νοσοκομείο. Από εκεί έχω υπολογίσει τον χρόνο που θα χρειάζομαι για κάθε επόμενο νοσοκομείο Αιγίου και Πάτρας. Στο ενδιάμεσο θα τρέχω, με σφιγμένα τα δόντια».

Μια άλλη ασθενής, μου εκμυστηρεύτηκε ότι δεν πήγαινε ποτέ σε κλειστές αίθουσες. Προσπαθούσε να πείσει τις παρέες της, να μην πη­γαίνουν ούτε σινεμά ούτε σε μεγάλα κέντρα διασκέδασης. Κάθε φορά

έβρισκε διάφορες δικαιολογίες, πότε ότι το έργο δεν ήταν καλό, πότε ότι την πονάει το κεφάλι της, ή ότι της είπαν για ένα καινούργιο εστια­τόριο. Όταν πάλι πήγαιναν σε εστιατόρια, φρόντιζε να κάθεται κάπου που να είναι εύκολο να βγει έξω. Προτιμούσε τραπέζια κοντά στην πόρ­τα. Όταν πάλι δεν μπορούσε να αποφύγει τον κινηματογράφο, καθόταν πάντα στην άκρη της σειράς των καθισμάτων και μάλιστα προτιμούσε τις τελευταίες σειρές, κοντά στην πόρτα εξόδου.

Η κοπέλα αυτή λοιπόν, όταν της έδωσα θεραπεία και έγινε καλά, με πήρε τηλέφωνο μια Κυριακή μεσημέρι και μου είπε όλο χαρά, ότι το προηγούμενο βράδυ είχε πάει στα μπουζούκια και μάλιστα καθόταν στο πρώτο τραπέζι δίπλα στην πίστα. Μάλιστα μου ανήγγειλε με υπε­ρηφάνεια, αλλά και ευγνωμοσύνη, ότι διάλεξε να καθίσει στο πρώτο κάθισμα δίπλα στην πίστα. Εκεί που όχι μόνο δεν μπορείς να βγεις εύ­κολα, αλλά και όλο το κέντρο σε παρακολουθεί!

Περιπτώσεις αμέτρητες, ανθρώπων «φυλακισμένων», που δεν ζη­τούν βοήθεια, ή απευθύνονται σε παθολόγους, καρδιολόγους, γαστρε- ντερολόγους, πνευμονολόγους, ουρολόγους και σε οποιαδήποτε άλλη ειδικότητα πλην του ψυχιάτρου. Και βέβαια αν ο γιατρός, παθολόγος ή καρδιολόγος, μετά την εξέταση τού συστήσει να επισκεφτεί ψυχίατρο, κάτι που δυστυχώς σπάνια γίνεται, αυτό ο ασθενής το εκλαμβάνει είτε ως ένδειξη ότι δεν τον πιστεύουν, είτε ως απόρριψη. Δεν είναι λίγες οι φορές που ο ασθενής απαντά:

 

  • Γιατί με στέλνετε σε ψυχίατρο; Δεν με πιστεύετε; Νομίζετε ότι είμαι τρελός; Τα βγάζω από το μυαλό μου; Δεν είδατε ότι οι σφίξεις μου ήταν ανεβασμένες όπως και η πίεσή μου. Πιστεύετε ότι για πλάκα ήρθα; Νομίζετε ότι θέλω να ταλαιπωρούμαι και να ταλαιπωρώ και τους δικούς μου;

Η σωστή απάντηση του γιατρού είναι:

  • Όχι βέβαια. Απλά πιστεύω ότι το πρόβλημα δεν είναι στην καρδιά σας ή τα αγγεία σας, αλλά στον εγκέφαλό σας. Έχετε μια συγκεκρι­μένη βλάβη στον εγκέφαλο, που μπορεί να την αντιμετωπίσει καλύ­τερα ένας ψυχίατρος.

 

Έτσι ο ασθενής δεν θα αισθανθεί απόρριψη. Θα πάει στον ψυχίατρο, όπως θα πήγαινε σε έναν ουρολόγο, αν του έλεγε ο παθολόγος ότι το πρόβλημά του είναι ουρολογικό. Δυστυχώς όμως εκείνο που γίνεται συνήθως είναι καταστροφικό.

Ο παθολόγος, ο καρδιολόγος ή ο γαστρεντερολόγος συνήθως, αφού στείλουν τον ασθενή να κάνει όλες τις πιθανές και απίθανες εξετάσεις, τον χτυπάν στο ώμο και του λένε ότι δεν έχει τίποτε. Ή στην επιμονή τού ασθενούς, του συστήνουν ένα αγχολυτικό. Και όχι μόνο του λένε να παίρνει όσο γίνεται λιγότερο, αλλά τον προειδοποιούν ότι μη κάνει συχνή χρήση, γιατί... «αυτά τα φάρμακα συνηθίζονται». Η στάση αυτή των γιατρών, μπορεί να χαρακτηριστεί απλώς καταστροφική.

Επιπλέον η παραπομπή για εργαστηριακές εξετάσεις, ουσιαστικά ενισχύει την υποχονδριακή πεποίθηση του αγχώδους ασθενούς, ότι έχει κάτι σωματικό. Κάτι μάλιστα ιδιαίτερα σοβαρό, αφού ο γιατρός του υποδεικνύει σοβαρές και κυρίως ακριβές εξετάσεις. Ακόμα οι συστά­σεις για την αγχολυτική αγωγή με τον τρόπο που δίνονται συνήθως δεν είναι αποδοτικές. Και αυτό γιατί όταν έρθει η «κρίση», το άγχος κορυ- φώνεται σε υψηλά επίπεδα και μια μικρή δοσολογία αγχολυτικού, δεν είναι βέβαια σε θέση να την ελέγξει. Μάλιστα η τακτική αυτή της «μι­κρής αγχολυτικής αγωγής», συχνά κάνει και τον ασθενή να πιστέψει, ότι τα συμπτώματά του, δεν οφείλονται σε άγχος, αφού δεν ελέγχεται με αγχολυτικά. Τέλος η στάση των περισσοτέρων γιατρών, που δεν είναι ειδικοί και δεν γνωρίζουν, είναι δυστυχώς δυσφημιστική, για τα ευεργ

 

Μπορείτε να διαβάσετε περισσότερα στο βιβλίο «Η Ψυχιατρική Αλλιώς» Ιατρικές Εκδόσεις ΒΗΤΑ 

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ! :
ΡΩΤΗΣΤΕ ΤΟΥΣ ΕΙΔΙΚΟΥΣ
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ