Ναρκισσισμός: Πότε μιλάμε για παθολογική κατάσταση;

17 Μαρτίου 2015

Η *υπερτροφική» αυτοεκτίμηση του νάρκισσου

 

Από το συγγραφέα και ψυχοθεραπευτή Κριστόφ Ανδρέ

Η παθολογία του νάρκισσου στηρίζεται στο γεγονός ότι θεωρεί τον εαυτό του ανώτερο από τους άλλους. Προβάλλει προς τα έξω μια «υπερβολικά» ανεπτυγμένη αυτοεκτίμηση, σε τέτοιο σημείο που προ- καλεί δυσάρεστα συναισθήματα στους γύρω του.

 

Ποια είναι τα κριτήρια για τη διάγνωση της ναρκισσιστικής προσωπικότητας;

Έχει μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του. Υπερτιμά τις ικανότητέ; του και τις πράξεις του. Προσδοκά από τους άλλους ανάλοττ συμπεριφορά, χωρίς να μπορεί να το απαιτήσει.

 

Έχει φαντασιώσεις για υπερβολικά κατορθώματα, εξουσία, λα­μπρές διακρίσεις.

Πιστεύει ότι είναι «μοναδικός» και «ξεχωριστός». Ότι μόνο εή~ χουσες προσωπικότητες και «εξειδικευμένοι οργανισμοί» μπ: ρούν να τον αξιολογήσουν.

Νιώθει υπερβολικά έντονη την ανάγκη να προκαλεί θαυμασμό.

Δικαιούται τα πάντα.

Υπερφίαλη, ακατάδεχτη συμπεριφορά

Καταλαβαίνουμε, βέβαια, ότι μια τέτοια «υπερβολικά ανεπτυγμένη» αυτοεκτίμηση δεν μπορεί να είναι αληθινή. Γίνεται τόσο υπερολική ώρες ώρες η προσπάθεια αυτοπροβολής του, που υποδηλώνει ακριβώς ότι προσπαθεί απεγνωσμένα να καλύψει κάποιες φοβίες: Aν δεν προκαλώ το θαυμασμό, δεν αξίζω τίποτα» ή: «Αν δεν αγωνιστή να επιβάλω την αξία μου, δε θα την αναγνωρίσουν οι άλλοι».

Σίγουρα προσπαθεί να καλύψει κάποιες αμφιβολίες σχετικά με τις αληθινή του δυνατότητες. Τα πραγματικά αίτια δεν τα γνωρίζουμε πλήρως Μπορεί η διαπαιδαγώγηση που έλαβε από τους γονείς του να μ- ήταν ισορροπημένη. Είναι ακριβώς η περίπτωση που περιγράφει μια ασθενής μας, που οι γονείς της εργάζονταν στο χώρο του κίνηματογράφου και είχαν ναρκισσιστική προσωπικότητα και οι δύο:

 

«Στα παιδικά μου χρόνια άκουγα συνεχώς ότι: “Σου αξίζει το κα­λύτερο”, “Να μην κάνεις παρέα με ασήμαντους”. Ήταν και οι δύ« τόσο απορροφημένοι στην καριέρα τους, που δεν ασχολούνταν με παιδιά τους. Τους βλέπαμε σπάνια κι αισθανόμασταν πως ήμα,ττζ για κείνους μια ασχολία ανάμεσα στις άλλες. Θυμάμαι πως υπήρχβ στιγμές που αμφέβαλλα για τα πάντα, για τους γονείς μου: “ΑΚα να έχω τέτοιους γονείς;”, για το σχολείο: “Θα περάσω άραγε την τάξη;”, για τους φίλους μου: “Μήπως κάποια μέρα μ’ εγκαταλεί- ψουν οι φίλες μου γιατί έχω κακό χαρακτήρα;”. Δεν ήμουν σίγουρη για τίποτα, όμως έκρυβα τα συναισθήματά μου. Είχα γεμίσει εκζέ­ματα, δεν μπορούσα να κοιμηθώ, υπέφερα από άσθμα. Κι όλα αυτά, για να κάνω τους γονείς μου να ενδιαφερθούν για μένα, να τραβήξω την προσοχή τους. Κι εκείνοι μ’ έστελναν στους καλύτερους γιατρούς, μαζί με την γκουβερνάντα μου... Τα μεγαλύτερα παιδιά προτιμούσαν να κάνουν παρέα μαζί μου, κι έβλεπα πως οι γονείς μου χαίρονταν γι’ αυτό. Έτσι, τους έπαιζα θέατρο, παρίστανα τη σταρ. Τότε γίνο­νταν πολύ τρυφεροί μαζί μου. Έβλεπαν, φαίνεται, τον εαυτό τους σε μικρογραφία, κι αυτό τους άρεσε. Σιγά σιγά έπαψα να συνειδητο­ποιώ ότι έπαιζα ένα παιχνίδι. Χρειάστηκε να περάσω την περσινή δοκιμασία του διαζυγίου μου, να δω τον άντρα μου να μου πετάει κατάμουτρα την αλήθεια, χρειάστηκε η ψυχοθεραπεία που κάναμε μαζί, για να συνειδητοποιήσω επιτέλους τη συμπεριφορά μου».

Είναι εξαιρετικά δύσκολο για το θεραπευτή, αλλά και για τον ασθενή που χαρακτηρίζεται από ναρκισσιστική προσωπικότητα, ν’ αλ­λάξει συμπεριφορά. Η εργασία περνά από διάφορα στάδια: σ’ ένα πρώτο στάδιο, καλείται να δει το πρόβλημα, να το συνειδητοποιήσει. Σ’ ένα δεύτερο στάδιο, να δείξει ο ίδιος ότι επιθυμεί πραγματικά ν’ αλλάξει συμπεριφορά και, σ’ ένα τρίτο στάδιο, να εγκαταλείψει ορι­στικά τις συνήθειες αυτοπροβολής και ελέγχου πάνω στον εαυτό. Είναι μία από τις σπάνιες φορές που ο θεραπευτής καλείται — εξω­τερικά τουλάχιστον — να μειώσει την αυτοεκτίμηση του ασθενούς. Στην πραγματικότητα, ο στόχος είναι άλλος: να ενδυναμώσει την αυτοεκτίμηση του ασθενούς, να την κάνει σταθερή, έτσι που να μην είναι διαρκώς ανικανοποίητη και άπληστη. Του μαθαίνει επίσης να μην εξαρτά την αυτοεκτίμησή του από την αποδοχή και την αναγνώ­ριση των άλλων.

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ! :
ΡΩΤΗΣΤΕ ΤΟΥΣ ΕΙΔΙΚΟΥΣ
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ