Προβλήματα ύπνου και φαγητού: Τι σχέση έχουν με την ψυχολογία των γονέων;

4 Αυγούστου 2014

 

Κείμενο της θεραπεύτριας Λίζα Μίνερ

Είναι φυσικό να δημιουργούνται ερωτήματα και να προκαλούνται συζητήσεις μεταξύ γονέων για τους διαφορετικούς τρόπους με τους οποίους ανατρέφονται τα βρέφη. Άλλωστε, έτσι πρέπει να γίνεται. Κάθε βρέφος έχει ανάγκη ιδιαίτερου τρόπου αντιμετώπισης, ο οποίος σχετίζεται με τις ανάγκες του και το χαρακτήρα του, καθώς και το χαρακτήρα, τις επι­θυμίες, τις ιδέες και τις συνθήκες ζωής των γονιών του.

 

Οι γονείς έχουν διάφορες πηγές πληροφόρησης και βοή­θειας, τις οποίες χρησιμοποιούν στην προσπάθειά τους να απαντήσουν στο γιατί το βρέφος τους δεν κοιμάται ή δεν τρώει, ή γιατί του συμβαίνει τούτο ή το άλλο. Αυτό το βιβλίο δεν έχει στόχο να προσφέρει πρακτική βοήθεια, την οποία, άλλωστε, οι γονείς μπορούν να βρουν συζητώντας μεταξύ τους ή από παππούδες, συγγενείς, φίλους, από την επισκέπτρια υγείας ή άλλους ειδικούς. Το βιβλίο αυτό στοχεύει να βοηθή­σει τους γονείς να προβληματιστούν για όσα συμβαίνουν.

 

Αν το βρέφος σας παρουσιάσει προβλήματα ύπνου ή φα­γητού, σίγουρα θα αναπτύξετε το δικό σας τρόπο για να τα αντιμετωπίσετε. Εκείνο το οποίο μπορούμε να προσφέρουμε μέσα από αυτό το βιβλίο είναι η άποψη ότι αυτά τα προβλή­ματα σχετίζονται με το πώς αισθάνεται ένα βρέφος. Το βρέ­φος που δεν μπορεί να κοιμηθεί ή ξυπνά κάθε τόσο έχει κα­τά κάποιο τρόπο πρόβλημα με το να είναι μόνο του — γιατί με τον ύπνο αφήνει τους άλλους και αφήνεται από αυτούς μέσα στον κόσμο της φαντασίας και των ονείρων. Η δυσφο­ρία, η πείνα, το κρύο, η υπερβολική ζέστη, ο θόρυβος, όλα αυτά παίζοχιν ρόλο στο να του δημιουργούν μια τέτοια ψυχι­κή κατάσταση, η οποία το εμποδίζει να ηρεμήσει. Συνήθως η τρυφερότητα, η απαλότητα, η ασφάλεια, ίσως και το πιπίλι- σμα του δαχτύλου, αντιπροσωπεύουν και υπενθυμίζουν στο βρέφος τις θετικές ιδιότητες της μητέρας και όσων το φροντί­

 

ζουν. Ωστόσο, πολλές φορές το βρέφος κυριαρχείται από μια καταδιωκτική ψυχική διάθεση. Όταν αυτή η ψυχική διάθεση διατηρείται για μεγάλο χρονικό διάστημα, τότε το άγχος του βρέφους διαπερνά και τους γονείς, που αρχίζουν κι αυτοί με τη σειρά τους να ανησυχούν. Αυτό είναι κάτι αναπόφευκτο. Πράγματι, αυτή την αγωνία θα πρέπει να τη δει κανείς σαν μια μορφή επικοινωνίας. Εκείνο που το βρέφος θέλει να με­ταδώσει στους γονείς του είναι ακριβώς ότι ανησυχεί. Το να ανησυχούμε μαζί με τα παιδιά μας είναι μια υπηρεσία που τους προσφέρουμε μέχρι αυτά να μπορούν να αντιμετωπί­ζουν μόνα τους αυτές τις καταστάσεις.

 

Αν όμως τα προβλήματα ύπνου και φαγητού επιμένουν, τότε το άγχος του βρέφους όχι μόνο μεταδίδεται στους γο­νείς, αλλά αναμειγνύεται και με το δικό τους άγχος. Συνήθως τα βρέφη προστατεύουν τον εαυτό τους από τις αγωνίες και το άγχος που επικρατούν στην οικογένεια. Πράγματι, σ’ αυτή την περίπτωση ο πατέρας ή η μητέρα στρέφονται στο βρέφος για να αντλήσουν ανακούφιση, καθώς το βλέπουν να αντανα­κλά ελπίδα, ζωή και αισιοδοξία. Όταν όμως τα βρέφη μπλέ­κονται με το άγχος των γονιών τους, τότε αντιδρούν με αυξη­μένα σημάδια δυσφορίας.

 

Ένα μικρό βρέφος, η Πωλίνα, σταμάτησε το θηλασμό κι άρχισε να πίνει γάλα από το μπιμπερό, επειδή το γάλα της μητέρας της μειωνόταν. Τότε αρρώστησε από μια ίωση με διάρροια και εμετούς. Όταν συνήλθε, έγινε τρομερά δύστρο­πη και άρχισε να ξυπνά καθεμιά ώρα κλαίγοντας. Στη συνέ­χεια η κατάσταση χειροτέρεψε, καθώς οι νεαροί γονείς της, ο κύριος και η κυρία Νίκολς, δεν μπόρεσαν να την αντιμετωπί­σουν ως μία παροδική κρίση. Είναι εύλογο ότι η απώλεια του στήθους, ο απογαλακτισμός και η ίωση συνδυάστηκαν με τέ­τοιο τρόπο, ώστε κλόνισαν την εμπιστοσύνη της Πωλίνας στη θετική πλευρά των πραγμάτων. Χρειαζόταν συνεχώς επιβε­βαίωση ότι ο καλός μπαμπάς και η καλή μαμά της βρίσκονταν κοντά της και ότι δεν την είχαν εγκαταλείψει στις σκληρές

 

επιθέσεις του στομαχικού πόνου και στη μοναξιά. Θα υπέθε­τε κανείς ότι μετά από μερικές μέρες ή εβδομάδες συνήθως τα βρέφη συνέρχονται από μια τέτοια κατάσταση. Γιατί όμως η Πωλίνα έπεφτε σταδιακά σε μεγαλύτερη απόγνωση; Σ’ αυ­τή την περίπτωση, ο κρίσιμος παράγοντας ήταν το γεγονός ότι η μητέρα της Πωλίνας δεν είχε μητέρα. Η μητέρα της κυ­ρίας Νίκολς είχε πεθάνει αρκετά χρόνια πριν, όταν η κυρία Νίκολς βρισκόταν στην αρχή της εφηβείας. Έτσι, η Μάργκα- ρετ Νίκολς είχε στερηθεί όλες τις συνηθισμένες εμπειρίες ενός κοριτσιού που μεγαλώνει. Δεν μπόρεσε ως έφηβη να επανα­στατήσει εναντίον της μητέρας της, αλλά ούτε να νιώσει την υποστήριξή της. Θα έλεγε κανείς ότι η μείωση του γάλακτος στο στήθος της, η αρρώστια της Πωλίνας, οι αϋπνίες της, η δυστροπία και το κλάμα της, όλα αυτά μαζί συνέτειναν στο να κλονίσουν βαθύτατα τη Μάργκαρετ Ν ίκολς. Άρχισε να αι­σθάνεται ότι ήταν κακή μητέρα και ότι η Πωλίνα ήταν ένα κακό μωρό. Το κλάμα της Πωλίνας το ένιωθε ως μομφή ενα­ντίον της. Δεν μπορούσε να ησυχάσει και φυσικά της ήταν αδύνατο να ηρεμήσει την Πωλίνα. Ο νεαρός σύζυγος δεν μπο­ρούσε να αντιμετωπίσει τη δυστυχία της γυναίκας του. Ευτυ­χώς, μια παλιά φίλη της μητέρας της Μάργκαρετ μπόρεσε να τη βοηθήσει. Η Μάργκαρετ τότε αισθάνθηκε έντονα την ανά­γκη να την πλησιάσει, να μιλήσει μαζί της για τη μητέρα της, να εκφράσει τη λύπη της και να θρηνήσει για το πόσο αυτή της έλειπε. Θα έλεγε κανείς ότι ένα μέρος της θλίψης και της ανασφάλειας που ένιωθε η Μάργκαρετ είχε περάσει στην Πωλίνα, προσθέτοντάς της περισσότερη στενοχώρια. Στην πραγματικότητα, η Μάργκαρετ δεν ένιωθε μόνο λύπη αλλά και θυμό για την πεθαμένη μητέρα της, βλέποντας το θάνατο σαν προδοσία από τη μεριά της μητέρας της. Όταν μερικά από αυτά τα συναισθήματα συζητήθηκαν, η τρικυμία άρχισε σταδιακά να υποχωρεί.

Είναι εκπληκτικό πόσο συχνά συμβαίνει κάτι τέτοιο — σε μικρότερη ίσως έκταση και με πιο ήπιο τρόπο. Περασμένα

γεγονότα της ζωής των γονιών έρχονται στην επιφάνεια και οι αναμνήσεις ξαναζωντανεύουν. Θα έλεγε κανείς πως όταν αποκτούμε παιδιά (ιδιαίτερα το πρώτο παιδί), μια εσωτερική ανάγκη μάς ωθεί να επανεξετάζουμε γεγονότα που μας συνέ- βησαν στο παρελθόν. Είναι βέβαιο ότι όσα μας συνέβησαν ό­ταν ήμασταν βρέφη, παιδιά ή έφηβοι σχετίζονται άμεσα με το τι είδους γονείς είμαστε και με το σθένος με το οποίο ασκού­με το γονικό μας ρόλο. Στην περίπτωση της Πωλίνας, είδαμε ότι η μητέρα της δεν μπορούσε να αντιμετωπίσει το γεγονός ότι το βρέφος αισθανόταν μόνο, προδομένο και εγκαταλειμ­μένο στη δυστυχία. Αυτό συνέβαινε διότι η στενοχώρια της Πωλίνας επαναδραστηριοποιούσε τα άλυτα προβλήματα της μητέρας της. Ταυτόχρονα, όμως, έφερε στην επιφάνεια και τις δυνατές πλευρές της προσωπικότητας της μητέρας, η ο­ποία έδειξε ότι είχε αρκετή λογική και σωστό ένστικτο, έτσι ώστε να στραφεί στο κατάλληλο πρόσωπο —τη φίλη της πε­θαμένης μητέρας της— το οποίο της έδωσε τη βοήθεια που χρειαζόταν.

Με δυο λόγια θα λέγαμε ότι, όπως οι γονείς είναι ευαίσθη­τοι στο να αντιλαμβάνονται την ψυχική κατάσταση του βρέ­φους τους, το ίδιο ευαίσθητα είναι και τα βρέφη σε σχέση με τους γονείς τους.

 

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ! :
ΡΩΤΗΣΤΕ ΤΟΥΣ ΕΙΔΙΚΟΥΣ
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ