Η ιδανική διατροφή: πότε και πόσο πρέπει να τρώμε για να είμαστε υγιείς, αδύνατοι και να ζούμε περισσότερο;

9 Σεπτεμβρίου 2014

Ποια είναι η διατροφή που θα μας κάνει να ζούμε υγιείς περισσότερο έχοντας το ιδανικό σωματικό βάρος; Μια ιδανική διατροφή, εκτός από αυτά τα χαρακτηριστικά, θα πρέπει επίσης να μπορεί να εφαρμόζεται εύκολα και να μην απαιτεί ιδιαίτερες προσπάθειες. Υπάρχει τέτοιου είδους διατροφή; Όλοι γνωρίζουμε ότι για να είμαστε αδύνατοι και υγιείς θα πρέπει να υποφέρουμε. Μετά από περισσότερα από 25 χρόνια πρακτικής και κλινικής έρευνας, μπορώ να επιβεβαιώσω ότι υπάρχει μια διατροφή που μπορεί να ανταποκριθεί σε όλες αυτές τις απαιτήσεις. Έχει δοκιμαστεί τόσο σε επίπεδο επιστημονικής έρευνας όσο και σε κλινικό επίπεδο από διακεκριμένα ερευνητικά κέντρα και σε πολλές κλινικές περιπτώσεις.
Αλλά, πρώτα, ας επανεξετάσουμε τα διάφορα είδη δίαιτας και διατροφικών συστάσεων που βελτιώνουν την υγεία και τη μακροβιότητα.

Υποθερμιδική δίαιτα

Γνωρίζουμε, από τη δεκαετία του 1930, ότι ένας από τους καλύτερους τρόπους για να παρατείνουμε τη ζωή μέσω της διατροφής είναι ο περιορισμός των θερμίδων, αποφεύγοντας βέβαια τον υποσιτισμό. Αυτό σημαίνει κατανάλωση τροφίμων που παρέχουν λιγότερες θερμίδες, αλλά περιέχουν επαρκείς ποσότητες θρεπτικών συστατικών.
Έρευνες σε ανθρώπους και ζώα έχουν επαληθεύσει επανειλημμένα τα ευεργετικά αποτελέσματα αυτού του είδους διατροφής. Σε μελέτες που διενεργήθηκαν σε ποντίκια, βρέθηκε ότι η μείωση κατά 30% των θερμίδων οδηγεί σε μια επιμήκυνση της ζωής της τάξεως τους κατά 40%. Σε ανθρώπινους όρους, εάν ένα άτομο είχε ένα προσδόκιμο ζωής 80 ετών με μια κανονική διατροφή, ακολουθώντας μια υποθερμιδική δίαιτα που καλύπτει τις ανάγκες του σε θρεπτικά, το προσδόκιμο του θα ανερχόταν στα 112 χρόνια.
Εκτιμάται ότι περισσότεροι από 100.000 άνθρωποι σε όλο τον κόσμο ακολουθούν τη διατροφή αυτού του τύπου. Αιματολογικές αναλύσεις και ειδικές δοκιμές για τη μέτρηση της βιολογικής ηλικίας σε σύγκριση με τη χρονολογική ηλικία δείχνουν ότι αυτοί οι άνθρωποι έχουν χαμηλότερο κίνδυνο εμφάνισης σοβαρών καρδιαγγειακών νόσων και διαβήτη, ενώ έχουν καλύτερη ισορροπία, μνήμη και όραση, σε σύγκριση με άτομα της ηλικίας τους, που αντιθέτως ακολουθούν τις κοινές δυτικές διατροφικές συνήθειες.
Δεν μπορούν, όμως, όλοι οι άνθρωποι να ακολουθούν τόσο λιτή διατροφή και, προσωπικά, δεν μου φαίνεται δελεαστικό να ζήσω μια μακρά αλλά βασανισμένη από τις διατροφικές στερήσεις ζωή.

Περιοδική νηστεία

Η νηστεία έχει εφαρμοστεί από τον άνθρωπο για λόγους ανωτέρας βίας, όπως η έλλειψη τροφής, για θρησκευτικούς λόγους, αλλά και ως μορφή ιατρικής θεραπείας.
Ένας τύπος νηστείας, που περιγράφηκε και μελετήθηκε από ερευνητές στο Ινστιτούτο Μακροζωίας του Πανεπιστημίου της Νότιας Καλιφόρνιας, παρουσιάζει σημαντικά θετικά αποτελέσματα σε σύντομο χρονικό διάστημα: είναι η απόλυτη νηστεία για τέσσερις ημέρες. Για μια διάρκεια τεσσάρων ημερών, επιτρέπεται η κατανάλωση μόνο καφέ, τσαγιού, νερού και μίας σούπας 50 θερμίδων κάθε βράδυ. Αυτή η τετραήμερη νηστεία θα πρέπει να επαναλαμβάνεται κάθε δύο μήνες. Οι αλλαγές που παρατηρούνται στις εξετάσεις αίματος, μόλις τέσσερις ημέρες έπειτα από μια τέτοια νηστεία, είναι συγκρίσιμες με εκείνες της υποθερμιδικής διατροφής. Πιστεύω, όμως, ότι αυτή η λύση απευθύνεται σε λίγους και δεν είναι όλοι σε θέση να ακολουθήσουν ένα τόσο δύσκολο διατροφικό πρόγραμμα.

 
Διαλείπουσα νηστεία

Μια προσέγγιση που τα τελευταία χρόνια προσελκύει όλο και περισσότερο την προσοχή των ερευνητών και προσφάτως και του κοινού είναι η διαλείπουσα νηστεία. Το πρόγραμμα αυτό συνίσταται στην εναλλαγή περιόδων σχετικής νηστείας με περιόδους φυσιολογικής διατροφής.
Υπάρχουν διάφορες παραλλαγές αυτής της νηστείας και, σύμφωνα με τις μελέτες που έχουν δημοσιευτεί μέχρι σήμερα, όλες έχουν θετικά αποτελέσματα για την υγεία, το βάρος και τη μακροζωία. Μια διατροφή αυτού του τύπου είναι πολύ πιο εύκολο να ακολουθηθεί, διότι δεν προκαλεί το αίσθημα της στέρησης.
Απαιτεί να τρώει κανείς λίγο μια ημέρα και όσο θέλει την επόμενη. Θα μπορούσαμε να την ονομάσουμε νηστεία εναλλασσόμενων ημερών (1:1). Το άτομο που αποφασίζει να την ακολουθήσει θα πρέπει τη μια ημέρα να τρώει λίγο (25% της Συνιστώμενης Ημερήσιας Πρόσληψης) και την επόμενη μέρα θα μπορεί να καταναλώσει απεριόριστες ποσότητες φαγητού. Έχει παρατηρηθεί ότι, με ένα διατροφικό πρόγραμμα αυτού του τύπου, την ημέρα χωρίς περιορισμούς τα άτομα που το ακολουθούν δεν προσλαμβάνουν το 175% της ημερήσιας πρόσληψης. Συνήθως καταναλώνουν το 110-120% αυτού. Έτσι σε βάθος χρόνου η προσέγγιση αυτή οδηγεί τελικά σε μια υποθερμιδική διατροφή.
Με το διαιτητικό πρόγραμμα, που αναφέρεται ως 5:2, τα άτομα νηστεύουν 2 ημέρες της εβδομάδας και τρώνε κανονικά τις υπόλοιπες 5 ημέρες. Αυτή είναι μία από τις πιο δημοφιλείς παραλλαγές που έγινε γνωστή στο ευρύ κοινό έπειτα από ένα εξαιρετικό ντοκιμαντέρ του Dr. Michael Mosley που γυρίστηκε από το BBC με τίτλο «Eat, Fast and Live Long» (Φάε, νήστεψε και ζήσε πολύ). Πρόκειται ουσιαστικά για ένα πρόγραμμα συντήρησης της νηστείας εναλλασσόμενων ημερών.

Η ιδανική διατροφή

Το διατροφικό πρόγραμμα, ωστόσο, που είναι πιο εύκολο να ακολουθηθεί και εξασφαλίζει τα βέλτιστα  αποτελέσματα, σύμφωνα με την κλινική εμπειρία μου, είναι το ημερήσιο. Η διαλείπουσα νηστεία μπορεί να εφαρμοστεί και μέσα στο διάστημα μίας ημέρας. Ο στόχος είναι η εφαρμονή μιας 16ωρης περιόδου νηστείας, συμπεριλαμβανομένων των ωρών του ύπνου, και να τρώμε ό,τι πρέπει να τρώμε για την ημέρα μας μέσα σε ένα διάστημα 8 ωρών.
Θα μπορούσαμε, για παράδειγμα, να καταναλώσουμε το πρώτο γεύμα της ημέρας στις 12 το μεσημέρι με ένα ελαφρύ γεύμα, να πάρουμε ένα σνακ μεταξύ 3-4 το απόγευμα και να φάμε το κύριο γεύμα της ημέρας περίπου στις 7-8 το βράδυ. Με μια διατροφή αυτού του τύπου και καταναλώνοντας φυσικές τροφές με υψηλή θρεπτική αξία, ευθυγραμμιζόμαστε τέλεια με το αυτόνομο νευρικό και ορμονικό σύστημα που ρυθμίζουν και ελέγχουν τις λειτουργίες και τις ορμονικές εκκρίσεις του σώματος. Το σώμα είναι προγραμματισμένο να ψάχνει για τροφή κατά τη διάρκεια του πρώτου τμήματος της ημέρας και να απορροφά τα θρεπτικά συστατικά κατά το δεύτερο μέρος της ημέρας. Είναι πολύ ευκολότερο να αντισταθούμε στην πείνα το πρωί απ' ό,τι το βράδυ, όταν οι ορμονικές εκκρίσεις απαιτούν ξεκούραση και θρεπτικά συστατικά.
Αυτό το είδος διατροφής έρχεται σε αντίθεση με αυτήν που προτείνουν οι κλασικές διατροφικές συμβουλές για την κατανάλωση μικρών και συχνών γευμάτων. Είναι αλήθεια ότι διατροφές αυτού του τύπου έχουν βοηθήσει πολλούς ανθρώπους να ελέγξουν την πείνα τους και να χάσουν βάρος. Ωστόσο, έχουν και αρκετούς πρακτικούς περιορισμούς. Δεν είναι, για παράδειγμα, εύκολο να καταναλώνουμε ένα φυσικό, θρεπτικό και υγιεινό γεύμα κάθε 2-3 ώρες, ειδικά εάν εργαζόμαστε και περνούμε πολύ χρόνο εκτός σπιτιού, ενώ ένα σημαντικό ποσοστό των ανθρώπων δεν μπορεί να πειθαρχήσει και να ακολουθήσει με ευκολία αυτή τη προσέγγιση.
Η διαλείπουσα νηστεία, σε όλες τις παραλλαγές της, βοηθά το σώμα να λειτουργήσει σύμφωνα με τον φυσιολογικό ορμονικό προγραμματισμό του. Δημιουργεί ένα ορμονικό διάστημα, εντός του οποίου οι ορμονικές εκκρίσεις ινσουλίνης και λεπτίνης είναι χαμηλές, ακολουθούμενο από μια σύντομη περίοδο αύξησης στην έκκριση των ορμονών αυτών, που: ευνοείτο μεταβολισμό έχει ισχυρή αντιγηραντική δράση μειώνει την αντίσταση στην ινσουλίνη και τη λεπτίνη ευνοεί το μεταβολισμό των λιπαρών ελέγχει το αίσθημα της πείνας καλλιεργεί μια αίσθηση κορεσμού βοηθά στην απόκτηση του ιδανικού βάρους έχει αντιφλεγμονώδη δράση
ευνοεί τη βέλτιστη λειτουργία του ενδοκρινικού συστήματος
βελτιστοποιεί το ρυθμό ύπνου και ανέγερσης μειώνει τον κίνδυνο ανάπτυξης μεταβολικού συνδρόμου, διαβήτη και υπέρτασης
βελτιώνει το λιπιδαιμικό προφίλ μειώνει τον κίνδυνο καρδιαγγειακών παθήσεων επιτρέπει την περιστασιακή κατανάλωση μη ωφέλιμων τροφών (π.χ. γλυκά, πίτσα) χωρίς αρνητικές επιπτώσεις στο ορμονικό προφίλ
ευθυγραμμίζεται με τη φυσική λειτουργία του σώματος και αποφέρει μια αίσθηση ευεξίας και υγείας

Ορμονικοί μηχανισμοί
 
Το ανθρώπινο σώμα είναι γενετικά προγραμματισμένο να ανταποκρίνεται καλύτερα σε ένα διατροφικό πρόγραμμα διαλείπουσας νηστείας. Μέχρι πριν από μόλις πενήντα χρόνια, η ανθρωπότητα ζούσε σε συνθήκες έλλειψης τροφής. Η σίτιση δεν ήταν εύκολη για την πλειονότητα του πληθυσμού σε αυτό τον πλανήτη, η τροφή ήταν άλλοτε διαθέσιμη και άλλοτε όχι. Δυστυχώς, η εύρεση επαρκούς τροφής παραμένει δύσκολη ακόμη και στις μέρες μας για ένα σημαντικό ποσοστό της ανθρωπότητας: ένα δισεκατομμύριο ανθρώπους.

 
Το ορμονικό μας σύστημα είναι ρυθμισμένο να επιτυγχάνει υψηλότερη απόδοση κατά τη διάρκεια της ημέρας, ενώ ετοιμάζεται να απορροφήσει τα θρεπτικά συστατικά, να ξεκουραστεί, να χαλαρώσει και να αναπαραχθεί μέσω του σεξ το βράδυ. Πρόκειται για έναν ορμονικό κύκλο που ονομάζεται κιρκαδιανός, από το λατινικό «Circa Diem» (κατά τη διάρκεια της ημέρας).

Τα αυξημένα επίπεδα κορτιζόλης, αδρεναλίνης και ντοπαμίνης (ορμόνες του στρες) μάς δίνουν το απαραίτητο ενεργειακό ερέθισμα, αυξάνοντας τις πιθανότητες για εξεύρεση τροφής κατά τις πρωινές ώρες.
Η έκκριση αυτών των ορμονών είναι υψηλότερη κατά τις πρώτες πρωινές ώρες και χαμηλώνει σταδιακά κατά τη διάρκεια της ημέρας.
Τα επίπεδα ενέργειας μειώνονται και άλλες ορμόνες, όπως η σεροτονίνη και η μελατονίνη, λαμβάνουν σταδιακά τη θέση τους, επιτρέποντας στο σώμα μας να ξεκουραστεί, να επιδιορθώσει τους ιστούς και να απορροφήσει τα θρεπτικά συστατικά των τροφών που καταναλώσαμε. Για τους περισσότερους ανθρώπους, η καλύτερη στιγμή για το κύριο γεύμα της ημέρας και την επίτευξη μεγίστης απορρόφησης και καλύτερης πέψης είναι μεταξύ 6 και 8 το βράδυ.
Η κατανάλωση του κύριου γεύματος της ημέρας σε αυτό το χρονικό διάστημα έχει θετική επίδραση και σε σχέση με την ποσότητα τροφής που καταναλώνεται. Μια διατροφή αυτού του τύπου μάς οδηγεί σε κατανάλωση συνολικά μικρότερης ποσότητας τροφής, η οποία χρησιμοποιείται και με μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα. Κατά τη διάρκεια της ημέρας, η υψηλή συγκέντρωση των ορμονών του στρες μάς επιτρέπει να αντέχουμε καλύτερα στην πείνα και να τρώμε λιγότερο.
Εάν, αντίθετα, τρώμε άφθονα κατά το πρώτο μισό της ημέρας, το βράδυ πεινάμε έτσι και αλλιώς, και σε αυτή την περίπτωση είναι πολύ πιο δύσκολο να αντισταθούμε στην πείνα. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να καταναλώνουμε μεγάλες ποσότητες τροφών, καθ' όλη τη διάρκεια της ημέρας. Όσο περισσότερο τρώμε τόσο περισσότερο πεινάμε («Τρώγοντας έρχεται η όρεξη!») και αυτό είναι εύκολο να μας οδηγήσει στην κατανάλωση επεξεργασμένων τροφών και τροφών υψηλής θερμιδικής απόδοσης με αποτέλεσμα την αύξηση της έκκρισης ινσουλίνης. Το σώμα, για να διατηρήσει τα επίπεδα σακχάρου εντός των επιθυμητών ορίων, αναγκάζεται να εκκρίνει μεγαλύτερες ποσότητες ινσουλίνης και λεπτίνης, που είναι οι κύριες ορμόνες στη ρύθμιση του μεταβολισμού και την πρόσληψη ενέργειας.
Στο τέλος, παρουσιάζεται μια αντίσταση τόσο στην ινσουλίνη όσο και στη λεπτίνη (δηλαδή, χρησιμοποιούνται όλο και μεγαλύτερες ποσότητες για την παραγωγή του ίδιου βιολογικού αποτελέσματος) και καταλήγουμε να χάσουμε το αίσθημα του κορεσμού και να τρώμε συνεχώς.
Επιπλέον, τα υψηλά επίπεδα ινσουλίνης «κλειδώνουν» το μεταβολισμό των λιπών και επιφέρουν αύξηση του βάρους και, ως εκ τούτου, αυξάνουν επίσης τον κίνδυνο εμφάνισης χρόνιων ασθενειών, όπως ο καρκίνος, η υπέρταση, οι καρδιακές παθήσεις και ο διαβήτης.
Το σώμα μας είναι ρυθμισμένο να επιβιώνει σε ένα περιβάλλον όπου η τροφή ήταν σπάνια. Στις σπάνιες περιπτώσεις όπου υπήρχε διαθέσιμη τροφή, η έκκριση ινσουλίνης αύξανε το αίσθημα της πείνας, προκειμένου να διασφαλιστούν τα αποθέματα λίπους yux κάποια στιγμή μελλοντικής ανάγκης. Ο μηχανισμός που μας επέτρεφε να επιβιώσουμε ως είδος για εκατομμύρια χρόνια σε ένα περιβάλλον με έλλειψη τροφής γίνεται σήμερα η καταδίκη μας σε ένα περιβάλλον όπου η τροφή είναι άφθονη.

Ινσουλίνη και μακροζωία

Τα αυξημένα επίπεδα ινσουλίνης συσχετίζονται με τα υψηλά επίπεδα του IGF-1 (ινσουλινικός αυξητικός παράγοντας-1). Πρόκειται για έναν αυξητικό παράγοντα που προάγει τον κυτταρικό πολλαπλασιασμό. Αυξημένα επίπεδα του IGF-1 παρατηρούνται κατά τη διάρκεια της εφηβείας και είναι απαραίτητα για την

«Μελέτες που πραγματοποιήθηκαν σε μακρόβια άτομα επιβεβαίωσαν ότι παρουσιάζουν όλα χαμηλά επίπεδα ινσουλίνης στο αίμα».

ανάπτυξη του σώματος. Στην υπόλοιπη ζωή μας, ωστόσο, τα υψηλά επίπεδα IGF-1 προάγουν την πρόωρη γήρανση, την ανάπτυξη όγκων και την υπερβολική φλεγμονώδη αντίδραση.
Στο Πανεπιστημιακό Ινστιτούτο Μακροζωίας της Καλιφόρνιας, δημιούργησαν, μέσω γενετικής μηχανικής, ένα ιδιαίτερο ποντίκι νάνο, το οποίο ζει μέχρι την ηλικία των 5 ετών. Η ηλικία αυτή αντιστοιχεί σε 180 χρόνια ζωής για το ανθρώπινο είδος. Το ονόμασαν Laron Mouse και κατέχει το ρεκόρ παράτασης της μακροζωίας μεταξύ των θηλαστικών.

 
Τα ποντίκια Laron έχουν πρακτικά ανοσία στις καρδιοπάθειες και τον καρκίνο και ο θάνατός τους οφείλεται συνήθως σε φυσικά αίτια. Το περίεργο είναι ότι οι επιστήμονες δεν μπορούν ακόμη να βρουν τι προκαλεί το θάνατό τους. Η καρδιά τους απλώς σταματάει να χτυπά.
Τα ποντίκια Laron δημιουργήθηκαν το 1991 για να επιτρέψουν στους επιστήμονες να μελετήσουν το ομώνυμο Σύνδρομο Laron, που οφείλεται σε μια γενετική ανωμαλία που προσβάλλει τον άνθρωπο. Λιγότερα από 350 άτομα σε όλο τον κόσμο παρουσιάζουν αυτή την πάθηση. Πρόκειται για μια κατηγορία ανθρώπων που έχουν βραχύ ανάστημα και πολύ χαμηλή συχνότητα εμφάνισης καρκίνου, διαβήτη και καρδιαγγειακών παθήσεων.
Τόσο οι άνθρωποι αυτοί όσο και οι ποντικοί Laron παρουσιάζουν δυσλειτουργία στο γονίδιο που κωδικοποιεί τον IGF- 1. Αυτή είναι και η αιτία του βραχέος αναστήματος τους. Από την άλλη πλευρά, έχουν αυξημένη ευαισθησία στην ινσουλίνη (το αντίστροφο της αντίστασης) και, επομένως, χαμηλές τιμές ινσουλίνης στο αίμα.
Τα αυξημένα επίπεδα της ινσουλίνης και του IFG-1 δίνουν ένα συνεχές σήμα στα κύτταρά μας ώστε να πολλαπλασιάζονται γρήγορα, μειώνοντας έτσι το μήκος των τελομερών τους και, κατά συνέπεια, το προσδόκιμο ζωής.
Μελέτες που πραγματοποιήθηκαν σε μακρόβιους ανθρώπους επιβεβαιώνουν ότι το κοινό στοιχείο μεταξύ τους είναι τα χαμηλά επίπεδα ινσουλίνης.

Ποιον τύπο διατροφής να ακολουθήσω

Ένα άλλο βασικό στοιχείο για την επιλογή της διατροφής που πρέπει να ακολουθήσουμε είναι να γνωρίζουμε τα μεταβολικά χαρακτηριστικά μας. Δεν είμαστε όλοι ίδιοι σε μεταβολικό επίπεδο και στα διάφορα μέρη του πλανήτη επικρατούν διαφορετικά είδη τροφών. Οι Εσκιμώοι, για παράδειγμα, όπως και οι Μασάι στη Αφρική, ακολουθούν μια διατροφή κυρίως πρωτεϊνική, ζωικής προέλευσης, ενώ στην Πολυνησία η διατροφή ανέκαθεν βασιζόταν στις φυτικές τροφές. Στη Μεσόγειο όμως ακολουθούμε μια διατροφή που βασίζεται σε τροφές με μεγάλη ποικιλία τόσο ζωικής όσο και φυτικής προέλευσης. Είναι δε αξιοσημείωτο ότι και οι τρεις πληθυσμοί, Εσκιμώοι-Μασάι, Πολυνήσιοι και Μεσόγειοι, εμφανίζουν χαμηλά ποσοστά καρκίνου, καρδιοπαθειών και διαβήτη όταν ακολουθούν τη φυσική τους διατροφή, ενώ συμβαίνει το αντίθετο όταν η διατροφή τους αποκλίνει από αυτή.
Ο Weston Price, ήδη από τη δεκαετία του 1930, με τις θαυμαστές ανθρωπολογικές μελέτες του σε ολόκληρο τον πλανήτη, διαπίστωσε ότι δεν υπάρχει ιδανική διατροφή για όλους. Λόγω των μεγάλων κλιματικών και εθνοτικών διακυμάνσεων, των διαφορών στην εξέλιξη και τη διαθεσιμότητα των τροφίμων, το ανθρώπινο είδος παρουσιάζει παραλλαγές και έχει διαφορετικές ανάγκες σε σχέση με τη διατροφή. Ο Roger Williams, τη δεκαετία του 1940, ήταν ο πρώτος που παρατήρησε ότι ο καθένας από εμάς μπορεί να έχει διαφορετικό μεταβολισμό, επινοώντας τον όρο «μεταβολική ατομικότητα».
Υπάρχουν μερικοί άνθρωποι που νιώθουν καλά καταναλώνοντας σαλάτες και τρόφιμα φυτικής προέλευσης, ενώ άλλοι υποφέρουν από τεράστια έλλειψη ενέργειας και ακόρεστη πείνα αν δεν καταναλώνουν κρέας. Κάποια τμήματα του πληθυσμού μπορούν να ακολουθούν πλήρως χορτοφαγική διατροφή και να αισθάνονται καλά, ενώ άλλα τμήματα του πληθυσμού μπορούν να ακολουθούν τις διατροφικές συνήθειες ενός λιονταριού και να νιώθουν εξίσου καλά.
Μεταξύ αυτών των δύο άκρων υπάρχουν διαφοροποιήσεις, αλλά και άνθρωποι που χρειάζονται και επιθυμούν να καταναλώσουν τροφές τόσο φυτικής όσο και ζωικής προέλευσης. Στη συνέχεια μπορούμε να διακρίνουμε τρεις κύριες κατηγορίες ανθρώπων βάσει των διατροφικών προτιμήσεων και μεταβολικών αναγκών τους:
Υδατανθρακικοί
Πρωτεϊνικοί
Μεικτής διατροφής.

Ακόμη και αν ένα άτομο είναι κυρίως υδατανθρακικό, υπό ορισμένες συνθήκες μπορεί να εμφανίσει αυξημένη ανάγκη για τροφές και πρωτεΐνες ζωικής προέλευσης, όπως στην περίπτωση μιας ανάρρωσης. Ομοίως, ένα άτομο κυρίως πρωτεϊνικό, σε περιόδους έντονου στρες, μπορεί να νιώθει καλύτερα με μια διατροφή πλούσια σε σαλάτες και λαχανικά.

Ακούστε το σώμα σας

Είναι αναγκαίο να ακούμε τις ανάγκες του σώματός μας και να καταναλώνουμε τα τρόφιμα που νιώθουμε την επιθυμία να καταναλώνουμε. Το σημαντικό είναι ότι σε οποιαδήποτε κατηγορία κι αν ανήκει κάποιος, θα πρέπει να καταναλώνει τρόφιμα που βρίσκονται στη φυσική τους μορφή, βιολογικά και μη επεξεργασμένα. Τα κατεργασμένα ή τεχνητώς επεξεργασμένα τρόφιμα διαταράσσουν την ισορροπία του ορμονικού συστήματος και αλλοιώνουν τα μηνύματα και τις πραγματικές ανάγκες του οργανισμού μας.
Εάν επομένως έχουμε επιθυμία για πράγματα που δεν είναι στ' αλήθεια τροφές και δεν έχουν καμία θρεπτική αξία, αυτό σημαίνει ότι το ορμονικό μας σύστημα είναι αποδιοργανωμένο σε σημαντικό βαθμό. Σε μια τέτοια περίπτωση θα πρέπει να γίνουν ουσιαστικές αλλαγές προς πιο υγιεινές επιλογές και να είμαστε πολύ προσεκτικοί για μια περίοδο τουλάχιστον έξι μηνών προκειμένου να αποκατασταθεί η ικανότητά μας να κατανοούμε τις πραγματικές διατροφικές ανάγκες μας.
Θα πρέπει να φτάσουμε στο σημείο όπου θα αρχίσουμε να καταλαβαίνουμε πότε πρέπει να ξεκουραστούμε, πότε χρειαζόμαστε νερό, πότε χρειαζόμαστε κάτι αλμυρό, όπως σε μια ζεστή μέρα, ή πότε θα ήταν καλύτερα να φάμε μια σαλάτα, προτιμώντας τα λαχανικά από μια ωραία μπριζόλα, αλλά και το αντίστροφο. Τα σήματα του σώματός μας θα μας λένε πότε χρειάζεται να φάμε ξηρούς καρπούς, φρέσκα ψάρια ή φρούτα. Όταν αυτή η ικανότητα αποκατασταθεί, θα είμαστε επίσης σε θέση

 
να προσδιορίσουμε την τροφή ή την πράξη που μας έκανε να αισθανθούμε αδιάθετοι ή κουρασμένοι ή που μας προκάλεσε πονοκέφαλο και αίσθημα καύσου στο στομάχι ή και πόνους στις αρθρώσεις. Σε εκείνο το σημείο λοιπόν, που θα έχουμε αποκαταστήσει την επικοινωνία με το σώμα μας, θα μπορούμε σποραδικά να τρώμε και πράγματα που δεν είναι πραγματικά υγιεινά, μόνο και μόνο για την ελευθερία και την ευχαρίστηση του να το κάνουμε.
Όσο περισσότερο ένα άτομο αποκαθιστά την υγεία του, τόσο περισσότερη ευχαρίστηση βρίσκει στο να κάνει πράγματα που το κάνουν να νιώθει καλά και να απορρίπτει τα τεχνητά και τοξικά πράγματα, διότι μπορεί πλέον να αισθανθεί τη διαφορά.
Η πλειονότητα των τεχνητώς επεξεργασμένων τροφίμων περιέχει ουσίες, όπως ενισχυτικά γεύσης, με άμεση δράση στο κεντρικό νευρικό σύστημα (νευροδιεγερτικές τοξίνες), που μας κάνουν να χάνουμε την ικανότητα να αισθανόμαστε και να γευόμαστε τις φυσικές γεύσεις.
Οι ανθυγιεινές συνήθειες μας οδηγούν σε έναν ολοένα λιγότερο υγιεινό τρόπο ζωής. Οι υγιεινές συνήθειες, αντιθέτως, μας επιτρέπουν να αποκαταστήσου με την επικοινωνία με το σώμα μας και να πάρουμε την υγεία στα χέρια μας.
Η επίτευξη της υγείας, του ιδανικού βάρους και της μακροζωίας δεν είναι μια διαδικασία μέσα από την οποία πρέπει να υποφέρουμε. Όταν υπάρχουν τα σωστά δεδομένα, είναι μια ευχάριστη πορεία που μπορεί να μας ελευθερώσει από αναρίθμητες ταλαιπωρίες και να μας επιτρέψει να απολαύσουμε πραγματικά τις χαρές της ζωής.



Πηγή: "Πως να ζήσετε 150 χρόνια με Υγεία” του Δρ. Δημήτρη Τσουκαλά

Ευχαριστούμε τις εκδόσεις Μεταίχμιο    

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ! :
ΡΩΤΗΣΤΕ ΤΟΥΣ ΕΙΔΙΚΟΥΣ
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ