Ποιο θα είναι το προσδόκιμο ζωής τον 21ο αιώνα;

9 Σεπτεμβρίου 2014

Είναι δυνατόν να αυξήσουμε σημαντικά τη μακροζωία μας; Σύμφωνα με μια μερίδα επιστημόνων, το μέγιστο όριο ζωής στο οποίο μπορεί να φτάσει ένα ανθρώπινο ον είναι τα 125 χρόνια. Γνωρίζουμε ότι το μακροβιότερο ανθρώπινο ον στη σύγχρονη εποχή ήταν η Jeanne Calment, μια Γαλλίδα που έφτασε στην ηλικία των 122 χρόνων, το 1997.
Νέα ευρήματα, ωστόσο, μας κάνουν να διαβλέψουμε ότι το όριο της μέσης διάρκειας της ανθρώπινης ζωής θα υπερβεί τα διακόσια χρόνια. Σε πολλούς αυτό φαίνεται ιδιαίτερα δύσκολο, για να μην πούμε αδύνατο. Πολλές επιστημονικές ομάδες σε όλο τον κόσμο εργάζονται, όμως, προς την επίτευξη αυτού του στόχου.
Οι πρώτες σκέψεις που συνήθως έρχονται στο μυαλό έπειτα από μια τέτοια δήλωση είναι δύο:
-            Αξίζει τον κόπο;
-            Είναι ένας πραγματικά επιθυμητός στόχος;
Εξακολουθώ να εκπλήσσομαι κάθε φορά που αναφέρω αυτό το
θέμα. Αμέσως μετά τη δήλωσή μου ότι η επιστήμη είναι πολύ κοντά στο να πετύχει να φτάσει το ανθρώπινο προσδόκιμο ζωής στα διακόσια και πλέον χρόνια, η πρώτη αντίδραση είναι μια ευχάριστη έκπληξη, η οποία ακολουθείται αμέσως μετά από τρεις συνήθεις προβληματισμούς στο νου εκείνων που με ακούνε:
-            Θα είμαι πολύ γέρος και πολύ μόνος. Δεν θα ήθελα κάτι τέτοιο.
-            Πώς θα αντέξει ο πλανήτης όλα αυτά τα άτομα;
-            Οι ασφαλιστικές εταιρείες θα πτωχεύσουν, αν όλοι μπορούν να ζήσουν για τόσο μεγάλα χρονικά διαστήματα. Καταρχήν, δεν με ενδιαφέρει καθόλου τι θα κάνουν οι ασφαλιστικές εταιρείες, αν και είμαι σίγουρος ότι και πάλι θα βρουν έναν τρόπο για να κερδίσουν ακόμα περισσότερα χρήματα.
Στη συνέχεια, υπάρχει το πρόβλημα του υπερπληθυσμού του πλανήτη. Αλλά και αυτό δεν είναι ένα πρόβλημα για πολλούς λόγους. Ένα από τα κύρια εμπόδια που αναφέρονται σχετικά με την αύξηση του πληθυσμού είναι ότι ο πλανήτης δεν θα μπορεί να μας θρέφει. Η αλήθεια είναι ότι όσο περισσότεροι ζούμε στον πλανήτη, τόσο περισσότεροι πόροι δημιουργούνται. Οι άνθρωποι, δεν είναι μόνο καταναλωτές, αλλά και παραγωγοί. Ένα άλλο επιχείρημα είναι ότι πληθαίνουμε με τέτοια ταχύτητα που δεν θα χωράμε πάνω στη Γη. Σύμφωνα με δημογραφικές έρευνες, ενώ ο απόλυτος αριθμός των ανθρώπων αυξάνεται, ο ρυθμός με τον οποίο λαμβάνει χώρα αυτή η αύξηση μειώνεται. Αν συνεχίσουμε με τον ίδιο ρυθμό, σε είκοσι πέντε χρόνια ο πληθυσμός του πλανήτη θα φτάσει στο ανώτατο σημείο, όπου θα αρχίσει σταδιακά να μειώνεται και σε εβδομήντα πέντε χρόνια θα φτάσει και πάλι στα επτά δισεκατομμύρια, που καταγράφηκε ως πληθυσμός το 2011.
Όσον αφορά τον πρώτο προβληματισμό, αυτόν της τρίτης ηλικίας, συμφωνώ απολύτως. Η πρώτη προϋπόθεση για οποιαδήποτε έρευνα σε αυτό τον τομέα θα πρέπει να περιλαμβάνει την επέκταση της διάρκειας ζωής με ένα σώμα ακμαίο και υγιές.

Σε ποιο σημείο βρισκόμαστε σήμερα;

Μεταξύ του 1810 και του 2010, ο άνθρωπος κατάφερε να διπλασιάσει τη μέση διάρκεια ζωής για το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού σε αυτό τον πλανήτη. Από ένα προσδόκιμο ζωής 40 ετών, σήμερα έχουμε φτάσει στα 80 έτη, ένα προσδόκιμο που φαίνεται ότι παρέμενε σταθερά χαμηλό εδώ και χιλιάδες χρόνια. Το μεγαλύτερο μέρος της βελτίωσης αυτής έχει σημειωθεί κατά τον τελευταίο αιώνα. Ο μέσος όρος ζωής στις αρχές του περασμένου αιώνα ήταν τα 47 έτη. Αν στις αρχές του 1900 λέγαμε σε κάποιον ότι το μέσο προσδόκιμο ζωής σχεδόν θα διπλασιαστεί μέσα στα επόμενα εκατό χρόνια, θα είχαμε πιθανόν την ίδια αντίδραση που βλέπουμε και σήμερα όταν λέμε σε κάποιον ότι, μετά από λίγο καιρό, οι άνθρωποι θα μπορούν να ζήσουν πάνω από 200 χρόνια.

 
Στο σημείο αυτό είναι σημαντικό να κατανοήσουμε ποιοι ήταν οι λόγοι για τους οποίους η ανθρωπότητα κατάφερε να επιτύχει συνεχή βελτίωση σε αυτό τον τομέα, έτσι ώστε να μπορέσουμε να ενισχύσουμε τις ενέργειες που συνέβαλαν στην παράταση της επιβίωσής μας. Οι περισσότεροι άνθρωποι πιστεύουν ότι οι βελτιώσεις αυτές οφείλονται στην πρόοδο της ιατρικής επιστήμης, των φαρμάκων και στην αφθονία των τροφίμων. Ας δούμε αν είναι όντως έτσι.
Ανά είκοσι χρόνια, η ανθρωπότητα καταφέρνει να υπερβεί το ανώτατο όριο επιβίωσης που ορίζουν οι επιστήμονες, οι οποίοι κάθε φορά θέτουν ένα νέο, αυθαίρετο όριο. Αυτό ίσως δεν αρέσει και πολύ στις ασφαλιστικές εταιρείες, οι οποίες πρέπει να αλλάζουν συνεχώς τους συντελεστές, αλλά οι άνθρωποι, παρά τα παγκόσμια προβλήματα (οικονομικές κρίσεις, ρύπανση του περιβάλλοντος, πόλεμοι, πείνα, κλιματικές αλλαγές), συνεχίζουν να ζουν όλο και περισσότερο.
Ένα μεγάλο μέρος της επίτευξης αυτής αποδίδεται συνήθως στην ιατρική και στα νέα φάρμακα που ανακαλύφθηκαν κατά τη διάρκεια του περασμένου αιώνα. Όμως, η πραγματικότητα είναι αρκετά διαφορετική. Σύμφωνα με επιδημιολογικές μελέτες, η ιατρική έχει πράγματι συντελέσει στη μείωση της θνησιμότητας από οξείες ασθένειες. Όμως, ενώ είναι αλήθεια ότι με την προσέγγιση αυτή σώζονται αρκετές ζωές, είναι επίσης αλήθεια ότι η συμβολή της στην αύξηση του προσδόκιμου ζωής δεν υπερβαίνει το 5%.
Η συμβολή της σύγχρονης ιατρικής είναι σημαντική στη μείωση της περιγεννητικής θνησιμότητας (κατά την περίοδο πριν από τη γέννηση έως και ένα μήνα μετά), καθώς και στη βελτίωση της ποιότητας της ζωής κατά τη διάρκεια μιας ασθένειας. Τα μεγάλα τεχνολογικά βήματα της σύγχρονης ιατρικής μάς επέτρεψαν να διαχειριζόμαστε ιδιαίτερα αποτελεσματικά τον πόνο και άλλες δυσάρεστες αισθήσεις και εκδηλώσεις των διάφορων ασθενειών (πυρετό, δύσπνοια, ζάλη, κνησμό κ.λπ.). Όμως, η συνολική επίπτωσή της στην αύξηση του μέσου όρου ζωής δεν υπερβαίνει τελικά το 5%.



 

 
Ένα δεύτερο πολύ ενδιαφέρον σημείο είναι η σχέση του προσδόκιμου ζωής με τους εμβολιασμούς. Μια ιδιαίτερα κοινή πεποίθηση είναι ότι μενάλο μέρος της μείωσης της θνησιμότητας οφείλεται στα εμβόλια, τα οποία μας έχουν επιτρέψει να καταπολεμήσουμε τα λοιμώδη νοσήματα, όπως τη φυματίωση. Οι αριθμοί, όμως, είναι αμείλικτοι και σε αυτή την περίπτωση. Το διάγραμμα στην Εικόνα 3-1 δείχνει την εξέλιξη της θνησιμότητας λόγω λοιμωδών νοσημάτων στις ΗΠΑ, από την αρχή του περασμένου αιώνα έως το 1965.
Η πλειονότητα των προληπτικών εμβολίων εισήχθη μετά το 1950. Μπορείτε εύκολα να παρατηρήσετε την πτωτική τάση των θανάτων που οφείλονται σε φυματίωση, χωρίς ουσιαστική αλλαγή (διακεκομμένη γραμμή, φυματίωση), παρά την εισαγωγή των εμβολίων λίγο μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο. Παρόμοιες τάσεις παρατηρήθηκαν επίσης για το υπόλοιπο των λοιμωδών νοσημάτων (τυφοειδής πυρετός, διφθερίτιδα, ιλαρά, οστρακιά, κοκίτης). Η κορυφή της θνησιμότητας αντιστοιχεί στην επιδημία γρίπης του 1918 αμέσως μετά τη λήξη του Α' Παγκόσμιου Πολέμου.
Σύμφωνα με επιδημιολογικές μελέτες και στατιστικές, οι κύριοι παράγοντες που συνέβαλαν στην αύξηση του μέσου προσδόκιμου ζωής κατά 95% ήταν:
-               οι βελτιώσεις σε τομείς όπως η ύδρευση και η αποχέτευση
-               η βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης στις κατοικίες και χτα δημόσια κτίρια
-               η εκπαίδευση του πληθυσμού γύρω από τους παράγοντες υγιεινής
-               η βελτίωση των συνθηκών που αφορούν την αποθήκευση και τη μεταφορά των τροφίμων.
Όλα αυτά οφείλονται σίγουρα στις επιστημονικές και ιατρικές ανακαλύψεις που βοήθησαν σημαντικά τη βελτίωση των συνθηκών διαβίωσής μας, αλλά και το επίπεδο της κατανόησής μας για τους παράγοντες που προκαλούν τα λοιμώδη νοσήματα. Θα πρέπει, ωστόσο, να γίνει διάκριση μεταξύ των κοινωνικών πρακτικών υγιεινής και των ιατρικών πρακτικών θεραπείας. Πριν από λίγο καιρό, ένα άρθρο στο ιατρικό περιοδικό Archives of Internal Medicine ανέφερε ότι τα διαθέσιμα στοιχεία δείχνουν ότι όσο μικρότερη είναι η παρέμβαση σε διαγνωστικό και θεραπευτικό επίπεδο, τόσο καλύτερα τα αποτελέσματα που επιτυγχάνονται στην υγεία («Less is More»: λιγότερο είναι καλύτερα).
Είναι σαφές λοιπόν ότι, από όσα περιγράφηκαν μέχρι στιγμής, η υγιεινή ήταν ο κύριος παράγοντας για την αύξηση του μέσου προσδόκιμου ζωής κατά τα τελευταία διακόσια χρόνια.
Ποια είναι τα όριά μας ως είδους;
Κάθε είδος φαίνεται να έχει μια μέγιστη δυνατή διάρκεια ζωής. Ποια θα μπορούσε να είναι η μέγιστη διάρκεια ζωής για το ανθρώπινο είδος;
Το ανώτατο όριο της ανθρώπινης ζωής προσδιορίστηκε, κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1980, στα 100 περίπου χρόνια, στη δεκαετία του 1990 άλλαξε σε 110, και το 1997 η Jeanne Calment έφτασε τα 122. Αν εξαιρέσουμε τον νενετικό παράγοντα που, όπως είδαμε παραπάνω, καθορίζει κατά λιγότερο από 25% την κατάσταση της υγείας μας, τι μπορούμε να κάνουμε για να ζήσουμε περισσότερο και καλύτερα;
Όπως είδαμε, κατά τα τελευταία εκατό χρόνια η μέση διάρκεια ζωής σχεδόν διπλασιάστηκε, κυρίως με τις αλλαγές στο επίπεδο της υγιεινής, ενώ παράλληλα σημειώθηκαν επιδεινώσεις στο επίπεδο της διατροφής, του περιβάλλοντος, της φυσικής δραστηριότητας και του ψυχολογικού στρες. Οι παράγοντες αυτοί δείχνουν ότι τα περιθώρια περαιτέρω βελτίωσης είναι ακόμη μεγάλα.
Ακόμα και αν μόνο ένας από εμάς έφτασε τα εκατόν είκοσι δύο122 χρόνια, αυτό σημαίνει ότι το σώμα μας, ως είδος, έχει τις γενετικές προδιαγραφές να το κάνει. Σύμφωνα με εργαστηριακά πειράματα και υπολογισμούς με βάση τη μακροζωία των μεμονωμένων κυττάρων μετά από διαδοχικές υποδιαιρέσεις, το όριο για τη μέγιστη διάρκεια ζωής του ανθρώπινου είδους εκτιμάται κατ' αυτό τον τρόπο μεταξύ των 140-170 ετών.
Ακολουθώντας μια διαφορετική προσέγγιση και λαμβάνοντας υπόψη τις έρευνες που διεξήχθησαν από γενετιστές της Ιατρικής Σχολής του Χάρβαρντ, διαπιστώθηκε ότι η μέγιστη διάρκεια ζωής μεταξύ των θηλαστικών είναι ομοιόμορφα εξαρτώμενη από το χρόνο που χρειάζεται κάθε είδος μέχρι να φτάσει στη σωματική σεξουαλική ωριμότητα. Όσο περισσότερο χρόνο χρειάζεται ένα είδος για να ωριμάσει σωματικά, τόσο μακροβιότερο είναι. Η αριθμητική αναλογία ανάμεσα στη μέγιστη μακροζωία και τον αριθμό των χρόνων που απαιτούνται για την απόκτηση της σωματικής σεξουαλικής ωριμότητας είναι 12,8.
Στον άνθρωπο, η σεξουαλική ωριμότητα επιτυγχάνεται μεταξύ 12-18 ετών, πράγμα που, σύμφωνα με ό,τι παρατηρείται στα άλλα θηλαστικά, συνεπάγεται για το ανθρώπινο είδος μια μέγιστη διάρκεια ζωής μεταξύ 150-230 ετών. Έχει διαπιστωθεί λοιπόν, μέσω δύο τουλάχιστον διαφορετικών ερευνητικών προσεγγίσεων, ότι τα 150 χρόνια ζωής είναι ένας στόχος απολύτως εφικτός για τον ανθρώπινο οργανισμό.

 
Δεν αρκεί απλώς να αυξήσουμε τα χρόνια της ζωής μας

Όπως είδαμε ήδη προηγουμένως, η μακροζωία δεν είναι αυτοσκοπός. Ένας πραγματικά, επιθυμητός στόχος θα ήταν να ζούμε περισσότερο απολαμβάνοντας μια άριστη φυσική κατάσταση. Προς το παρόν, οι ερευνητές σε διάφορα κέντρα σε όλο τον κόσμο διερευνούν διαφορετικές κατευθύνσεις προκειμένου να μπορέσει η ανθρωπότητα να πετϋχει μια ζωή μεγαλύτερη και υγιέστερη. Οι πιο ελπιδοφόρες έρευνες περιλαμβάνουν:
την επιμήκυνση των τελομερών. Πρόκειται για το τελευταίο τμήμα των χρωμοσωμάτων. Όσο πιο μακρά τα τελομερή μας, τόσο πιο σταθερό παραμένει το DNA μας και τόσο λιγότερες είναι οι πιθανότητες να αρρωστήσουμε από χρόνια νοσήματα ενώ αυξάνεται το προσδόκιμο ζωής μας.
τη μείωση της δράσης των υποδοχέων2 της ινσουλίνης και των σχετιζόμενων παραγόντων αύξησης. [IGF-1, insulin/insulinlike growth factor signaling (IIS)]. Πρόκειται για παράγοντες που επιταχύνουν το γήρας, θα αναφερθούμε σε αυτό εκτενέστερα στο 16ο Κεφάλαιο.
τη δράση του πρωτεασώματος: πρόκειται για ένα μηχανισμό που βρίσκεται στο εσωτερικό των κυττάρων και χρησιμεύει στην ανακύκλωση των περιττών πρωτεϊνών του κυτταρικού μεταβολισμού. Αν το πρωτεάσωμα δεν λειτουργεί σωστά, τοξικές πρωτεΐνες συσσωρεύονται και επέρχεται πρόωρος κυτταρικός θάνατος.
τις σιρτουίνες (SIR2), οι οποίες είναι ουσίες που ενισχύουν την επιδιόρθωση του DNA και επεκτείνουν τη διάρκεια της ζωής των κυττάρων το TOR (Target Of Rapamycin: στόχος της ραπαμυκίνης), αναφέρεται σε έναν υποδοχέα ο οποίος διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στους μηχανισμούς της γήρανσης, ελέγχει το ρυθμό πολλαπλασιασμού και τη διάρκεια ζωής των κυττάρων και χρησιμοποιείται πειραματικά για την αύξηση της διάρκειας ζωής σε εργαστηριακά τρωκτικά.
Φαίνεται ότι πολλές από αυτές τις έρευνες είναι πολύ κοντά σε εφαρμόσιμες λύσεις, όπως στην περίπτωση των τελομερών, όπου η σχετική έρευνα απέσπασε το βραβείο Νόμπελ Ιατρικής το 2009 για τις ανακαλύψεις επί των μηχανισμών γήρανσης του ανθρώπινου οργανισμού. Η συγκεκριμένη έρευνα αφορά κυρίως το ένζυμο τελομεράση, το οποίο καταφέρνει να επιμηκύνει με έναν εντελώς φυσικό μηχανισμό τα τελομερή μας και, σύμφωνα με τους σημαντικότερους ερευνητές στον τομέα, ακόμη και τη ζωή μας. Καθώς μεγαλώνουμε, τα τελομερή μας γίνονται όλο και πιο κοντά και αυτό φαίνεται να είναι η κύρια αιτία του γήρατος. Η τελομεράση είναι ένα ένζυμο που υπάρχει στο σώμα μας μερικώς απενεργοποιημένο και μπορεί να επιμηκύνει ξανά τα τελομερή. Αν τα κύτταρα μας δεν είχαν αυτόν το μηχανισμό τα παιδιά θα γεννιόντουσαν έχοντας τη βιολογική ηλικία των γονέων τους.
Η τελομεράση θεωρείται το ένζυμο της αθανασίας, διότι, εάν ενεργοποιηθεί, θα μπορούσε να οδηγήσει τα κύτταρά μας και ολόκληρο τον οργανισμό σε μια κατάσταση βιολογικής ηλικίας χαμηλότερης από τη χρονολογική. Πριν από λίγο καιρό, επισκέφθηκα το μεγαλύτερο ερευνητικό κέντρο του κόσμου για τα τελομερή. Σε μια συζήτηση που είχα με τον Dr. Bill Andrews (τον επιστήμονα που ανακάλυψε το ένζυμο τελομεράση), μου αποκάλυψε ότι κατά τη γνώμη του πρόκειται για την πιο σημαντική ανακάλυψη που είδε ποτέ ο πλανήτης μας. Για τους συγκεκριμένους ερευνητές, η επίτευξη του στόχου του προσδόκιμου των 200 ετών φαίνεται να είναι πάρα πολύ κοντά.
Φυσικοί ενεργοποιητές της τελομεράσης χρησιμοποιούνται ήδη εδώ και μερικά χρόνια, ενώ επίσης έχουν δημοσιευτεί και οι πρώτες επιστημονικές μελέτες για το θέμα. Από αυτές προκύπτουν βελτιώσεις που αφορούν το ανοσοποιητικό σύστημα,στο δέρμα, την όραση (μείωση της πρεσβυωπίας) και τη σεξουαλική δραστηριότητα.
Μέσα στα επόμενα δεκαπέντε χρόνια, θα γίνουμε σίγουρα μάρτυρες ραγδαίων εξελίξεων σε αυτό τον τομέα. Υποχρέωσή μας, μέχρι να εφαρμοστούν σε ευρεία κλίμακα λύσεις ικανές να αντιστρέφουν το βιολογικό μας ρολόι, είναι να διατηρούμαστε στη βέλτιστη δυνατή κατάσταση υγείας.

Πηγή: "Πως να ζήσετε 150 χρόνια με Υγεία” του Δρ. Δημήτρη Τσουκαλά
 
Ευχαριστούμε τις εκδόσεις Μεταίχμιο 
ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ! :
ΡΩΤΗΣΤΕ ΤΟΥΣ ΕΙΔΙΚΟΥΣ
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ
Handelsblatt: η Ιταλία δεν είναι Ελλάδα
Τα νέα της ημέρας
12:04 Handelsblatt: η Ιταλία δεν είναι Ελλάδα
Τι πήραμε, τι χάσαμε στο Eurogroup
Τα νέα της ημέρας
10:34 Τι πήραμε, τι χάσαμε στο Eurogroup