Προσαρμόζουμε τη δίαιτα στον οργανισμό μας και όχι τον οργανισμό μας στη δίαιτα

14 Σεπτεμβρίου 2014


Είναι κοινή διαπίστωση ότι τα εντυπωσιακό αποτελέσματα μιας δίαιτας δεν ισχύουν για όλους όσοι επιλέγουν τη συγκεκριμένη δίαιτα. Το ερώτημα, λοιπόν, που τίθεται είναι γιατί συμβαίνει κάτι τέτοιο. Η απάντηση στο ερώτημα είναι πολύ απλή, αν σκεφτούμε το εξής απλό, ότι δηλαδή ο κάθε οργανισμός είναι πολύ διαφορετικός, με συνέπεια τίποτε να μην ταιριάζει απόλυτα σε δύο ανθρώπους ταυτόχρονα.
Ειδικότερα, στο θέμα της απώλειας βάρους υπεισέρχονται τόσοι διαφορετικοί παράγοντες, με επακόλουθο, και μόνο ένας από αυτούς να διαφέρει, τα αποτελέσματα να ποικίλλουν από οργανισμό σε οργανισμό. Παραλείποντας τους πολυσύνθετους βιοχημικούς μηχανισμούς, οι οποίοι, στο σύνολό τους, αντικατοπτρίζουν τις μεταβολικές μας λειτουργίες και μπορούν να επιδράσουν αρνητικά στην απώλεια του λίπους, θα εστιάσουμε σε ένα πάρα πολύ συγκεκριμένο αλλά και σημαντικό μηχανισμό του οργανισμού, όσον αφορά τον τρόπο με τον οποίο το σώμα μεταχειρίζεται τα θρεπτικά συστατικά που προσλαμβάνει με την τροφή για να παράγει ενέργεια ή να αποθηκεύει ενέργεια υπό μορφή λίπους.
Όταν, λοιπόν, ένα άτομο καταναλώνει τροφές των οποίων η ποσοστιαία αναλογία είναι αντίστοιχη με τις δικές του κληρονομικές προδιαγραφές, εξασφαλίζει υψηλά επίπεδα ενέργειας όλη την ημέρα και κινητοποιημένο λιπολυτικό μηχανισμό.
Ασφαλώς, μόνο ένα μικρό ποσοστό ανθρώπων βρίσκονται στα άκρα των δύο κατηγοριών (υψηλής οξειδωτικής ικανότητας ή χαμηλής οξειδωτικής ικανότητας), διότι το πιο μεγάλο ποσοστό κινείται κάπου ενδιάμεσα σε κατηγορίες ανθρώπων που ονομάζουμε μεσο-υψηλο-οξειδωτικούς και χαμηλο-οξειδωτι- κούς. 0 διαχωρισμός αυτός γίνεται για να Βοηθηθούν πραγματικά όλες οι υποκατηγορίες των ανθρώπων που επιδιώκουν να βρουν ποιο είδος διατροφής τούς ταιριάζει.
Η εύλογη απορία που ανακύπτει είναι πώς μπορούμε να προσδιορίσουμε την 
κατηγορία στην οποία ανήκουμε έτσι ώστε και να εξασφαλίσουμε τα απαραίτητα θρεπτικά συστατικά για τον οργανισμό μας, ο μεταβολισμός μας να λειτουργήσει με ιδανικό τρόπο και, φυσικά, να χάσουμε λίπος, χωρίς δίαιτες πείνας. Δυστυχώς, η απάντηση είναι σύνθετη, μια και δεν είναι εύκολο να προσδιοριστούν οι κληρονομικές μας προδιαγραφές. Αυτό που μπορεί να ειπωθεί με Βεβαιότητα είναι ότι στον καθορισμό της κατηγορίας στην οποία ανήκει ο καθένας μας παίζουν ρόλο πολλοί παράγοντες, όπως η προτίμησή μας για κάποια φαγητά και η απέχθειά μας για άλλα, ο τρόπος ζωής μας, η διάθεση που έχουμε κατά τη διάρκεια της ημέρας, όπως, επίσης, και η συμπεριφορά μας σε διάφορες καταστάσεις και ερεθίσματα της καθημερινής μας ζωής, τα οποία είναι ενδεικτικά για το πώς αξιοποιεί το σώμα του καθενός από εμάς τους υδατάνθρακες, τις πρωτεΐνες και τα λίπη, κάτι που εξαρτάται άμεσα από τα πεπτικά ένζυμα που παράγει το σώμα μας για να διασπάσειστα συστατικά τους όλες τις θρεπτικές αυτές ουσίες. Για παράδειγμα, ένας Εσκιμώοςτου οποίου οι γονείς και οι παππούδες ακολουθούσαν δίαιτα υψηλή σε πρωτεΐνη και λίπη και χαμηλή σε πρόσληψη υδατανθράκων είναι πολύ πιθανό να μην είναι ενζυματικά προικισμένος για να απορροφά μεγάλη ποσότητα υδατανθράκων. Κατ’ αναλογία, ένας άλλος που κατάγεται από εθνότητες που ανά γενιές κατανάλωναν μεγάλη ποσότητα λαχανικών, δημητριακών και φρούτων μάλλον θα έχει δυσκολία να παράγει τα ένζυμα που επιδρούν στην πέψη των πρωτεϊνών. Το γεγονός, δηλαδή, ότι ορισμένοι από εμάς προτιμάμε τα κρεατικά (πρωτεΐνη και λίπος), ενώ άλλοι τα ζυμαρικά (υδατάνθρακες) δεν είναι τυχαίο. Η προτίμησή μας για το συγκεκριμένο φαγητό, τις περισσότερες φορές, προέρχεται από την ανάγκη που δημιουργούν οι ενζυματικές εκκρίσειςτου οργανισμού μας.
Πάντως, η πρόσφατη ανακάλυψη της διαιτολογικής επιστήμης χωρίζει τους ανθρώπους σε δύο Βασικές κατηγορίες:
α) χαμηλής οξειδωτικής ικανότητας
β] υψηλής οξειδωτικής ικανότητας.
Τα κριτήρια για το συγκεκριμένο διαχωρισμό είναι η συχνότητα με την οποία ο μεταβολισμός μετατρέπει τις πρωτεΐνες, τα λίπη και τους υδατάνθρακες σε ενέργεια. Ειδικότερα, οι άνθρωποι με χαμηλή οξειδωτική δυνατότητα χρειάζονται υψηλή ποσοστιαία αναλογία από ταχείας καύσης φαγητά, όπως υδατάνθρακες, και χαμηλή ποσοστιαία αναλογία από πρωτεΐνες και λίπη, για να επιτευχθεί η ιδανική λειτουργία του οργανισμού.
 
Από την άλλη, άνθρωποι με υψηλή οξειδωτική ικανότητα χρειάζονται υψηλή ποσοστιαία αναλογία από αργής καύσης φαγητά, δηλαδή πρωτεΐνες και λίπη, για να έχουν ιδανική οργανική λειτουργία.
Στο σημείο αυτό, είναι απαραίτητος ένας διαχωρισμός μεταξύ των δύο Βασικών κατηγοριών, ο οποίος σχετίζεται με το αν υπερισχύει το συμπαθητικό ή το παρασυμπαθητικό νευρικό σύστημα (τα οποία αποτελούν το αυτόνομο νευρικό σύστημα), με δεδομένο ότι το καθένα επιδρά διαφορετικά στο μεταβολισμό μας. Έτσι, στην περίπτωση που υπερισχύει το συμπαθητικό νευρικό σύστημα, μιλάμε, συνήθως, για έναν άνθρωπο πολύ ενεργητικό αλλά χαμηλής οξειδωτικότητας, ενώ, αν υπερισχύει το παρασυμπαθητικό, ο μεταβολισμός του συγκεκριμένου ατόμου είναι πολύ λιγότερο ενεργητικός, αλλά υψηλής οξειδωτικής ικανότητας.
Από όλα αυτά γίνεται αντιληπτό ότι δεν είναι εύκολη υπόθεση η κατάταξη σε κάποια συγκεκριμένη κατηγορία και, σίγουρα, απαιτείται η συμβολή του ειδικού. Τα τελευταία χρόνια, που η επιστημονική έρευνα και ο επιστημονικός προβληματισμός έχουν προχωρήσει πάρα πολύ στον τομέα της διαιτολογίας και της διατροφής, μπορούμε με εξειδικευμένα όργανα να εντοπίσουμε την ποσοστιαία αναλογία των θρεπτικών συστατικών (υδατάνθρακες, πρωτεΐνες, λίπη), που συμμετέχουν στην παραγωγή ενέργειας κατά τη διάρκεια του εικοσιτετραώρου, για τον κάθε άνθρωπο ξεχω- * ριστά. Ωστόσο, δυστυχώς, πολύ λίγα εξει- δικευμένα ερευνητικά κέντρα στη χώρα μας, διαθέτουν τέτοιου είδους όργανα. Μια πολύ χρήσιμη συμβουλή είναι να μπορούμε να καταλαβαίνουμε τα μηνύματα που εκπέμπει το ίδιο το σώμα μας όσον αφορά τον τρόπο με τον οποίο αντιδρά στις διάφορες τροφές έτσι ώστε να έχουμε εικόνα για το ποιες είναι οι κατάλληλες και ποιες οι ακατάλληλες τροφές για το μεταβολισμό μας.

Πηγή: “Διατροφή για μια καλύτερη ζωή”, Γιώργος Μουλίνος

Ευχαριστούμε τις εκδόσεις “Ψυχογιός"

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ! :
ΡΩΤΗΣΤΕ ΤΟΥΣ ΕΙΔΙΚΟΥΣ
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ