Τι πρέπει να τρώω για να μην πάθω καρκίνο;

14 Σεπτεμβρίου 2014


Κατ’ αρχάς, είναι αναγκαίο να διευκρινίσουμε ότι η μείωση της πιθανότητας για καρκίνο μέσα από τη διατροφή ουσιαστικά σημαίνει ότι μειώνουμε τις πιθανότητες να πάθουμε καρκίνο και όχι φυσικά, ότι αποφεύγουμε εντελώς τον κίνδυνο.
Αν και οι μελέτες που έχουν γίνει για την πρόληψη του καρκίνου μέσα από τη διατροφή δεν έχουν καταλήξει σε οριστικά συμπεράσματα, το Εθνικό Ινστιτούτο Καρκίνου των Ηνωμένων Πολιτειών υποστηρίζει ότι τα στοιχεία είναι επαρκή τουλάχιστον για να προσδιορίσουμε κάποιους βασικούς κανόνες, η τήρηση των οποίων μπορεί να μειώσει τον κίνδυνο για ορισμένες μορφές καρκίνου.
Στο σημείο αυτό, θα πρέπει να τονίσουμε ότι οι αιτίες που προκαλούν καρκίνο μπορεί να είναι γενετικές-περιΒαλλοντολογικές ή μπορεί να σχετίζονται με τον τρόπο ζωής μας. Οι ερευνητές επισημαίνουν ότι η συντριπτική πλειοψηφία των περιπτώσεων καρκίνου οφείλονται σε περιΒαλλοντολογικούς παράγοντες και στον τρόπο ζωής, διαπίστωση που υποστηρίζει τον ισχυρισμό ότι οι περισσότερες μορφές καρκίνου είναι δυνατό να προληφθούν. Επιπλέον, τονίζουν ότι περίπου το 35% των θανάτων από καρκίνο μπορεί να προέρχεται από παράγοντες που σχετίζονται με τη διατροφή.
Αλλά, ας προσδιορίσουμε τους παράγοντες αυτούς που ενοχοποιούνται για την καρκινογένεση.
0 πρώτος παράγοντας που θα διερευνηθεί είναι τα λιπαρά. Φυσικά, δεν μπορούμε να καταλήξουμε στο συμπέρασμα ότι οπωσδήποτε το λίπος προκαλεί καρκίνο. Αυτό που μπορούμε να πούμε είναι ότι πολλά είναι τα στοιχεία που επιβεβαιώνουν σοβαρή συσχέτιση μεταξύ της διατροφής με υψηλή περιεκτικότητα σε κεκορεσμένα λιπαρά (ζωικά λιπαρά] και του αυξημένου κινδύνου θανάτου από ορισμένες μορφές καρκίνου, όπως του καρκίνου του μαστού, του προστάτη και του παχέος εντέρου. Διεθνείς επιδημιολογικές μελέτες έδειξαν ότι σε όποια χώρα η κατανάλωση κεκορεσμένων λιπαρών ήταν αυξημένη παρουσιαζόταν υψηλή συχνότητα των κρουσμάτων του καρκίνου του μαστού.
Δεύτερος παράγοντας ο οποίος εξετάζεται από τους ερευνητές είναι ο αριθμός των θερμίδων που καταναλώνονται καθημερινά από τον οργανισμό. Τα αποτελέσματα δείχνουν ότι δίαιτες χαμηλές σε θερμίδες μπορούν να αναχαιτίσουν ή τουλάχιστον να καθυστερήσουν την ανάπτυξη του καρκίνου στα ζώα. Επιπλέον, επιδημιολογικές μελέτες έδειξαν ότι, όταν αυξάνεται η κατανάλωση θερμίδων, αυξάνεται ταυτόχρονα και η συχνότητα των περιστατικών του καρκίνου του παχέος εντέρου. Παρόλο που η αύξηση των θερμίδων δεν μπορεί να ενοχοποιηθεί για καρκινογενέσεις, μια και δεν έχει εξεταστεί ο ρόλος των στοιχείων που προσλαμβάνονται από τον οργανισμό με τις επιπλέον θερμίδες, εντούτοις το γεγονός ότι το αποτέλεσμα της θερμικής αύξησης είναι η παχυσαρκία συνιστά σοβαρό παράγοντα επικινδυνότητας για διάφορες μορφές καρκίνου.
Τρίτος παράγοντας επικινδυνότητας είναι τα διάφορα προσθετικά των υπε- ρεπεξεργασμένων τροφών, όπως:
α) νιτρίτες και οι νιτράτες (που χρησιμοποιούνται για να προλαμβάνεται η ανάπτυξη βακτηριδίων στα καπνιστά κρεατικά, τα σαλάμια, τα λουκάνικα και κυρίως το μπέικον) β) τα γνωστά αντιοξειδωτικά των τροφών BHA(BUTYLATED HYDR0XYANIS0- LE) και το BHT(BUTYLATED-HYDROXYTOLUENE), που χρησιμοποιούνται ως συντηρητικά στα μπισκότα, τα δημητριακά και τα έτοιμα γλυκίσματα γ) τα προσθετικά, που προσδίδουν χρώμα στα φαγητά και ορισμένα από αυτά θεωρούνται, από τοξικολογική άποψη, ότι αυξάνουν τον κίνδυνο για την ανάπτυξη του καρκίνου.
Τέταρτος παράγοντας είναι ο τρόπος μαγειρέματος των τροφών, ο οποίος μπορεί να παίξει σημαντικό ρόλο στην παραγωγή ουσιών, όπως των πολυκυκλικών αρωματικών υδρογονανθράκων και των ετε- ροκυκλικών αρωματικών αμινών που παράγονται όταν τηγανίζουμε σε λίπος το κρέας και το ψάρι, αλλά και κατά τη διαδικασία παραγωγής καπνιστών και, γενικά, όταν μαγειρεύουμε τις τροφές σε πολύ υψηλές θερμοκρασίες.
0 πέμπτος παράγοντας που πρέπει να εξεταστεί είναι το αλκοόλ, για τις βλαβερές συνέπειες του οποίου όλοι έχουμε κατά καιρούς ακούσει. Μεγάλος αριθμός μελετών συγκλίνει στο συμπέρασμα ότι η χρόνια υπερκατανάλωση αλκοόλ είναι συνδεδεμένη με τον καρκίνο του φάρυγγα, του λάρυγγα και του οισοφάγου. Και αυτό εξηγείται από την υπο- διατροφικότητα που παρουσιάζουν οι αλκοολικοί σε πρωτεΐνη, βιταμίνη Α και C, η οποία μπορεί να οδηγήσει σε αλλαγή των επιθηλιακών κυττάρων. Επιπλέον, η χρόνια υπερκατανάλωση αλκοόλ προκαλεί ιστικές Βλάβες, που έχουν ως αποτέλεσμα τη συνεχή κυτταρική επαναγένεση, η οποία θεωρείται βασικός προωθη- τικός παράγοντας κινδύνου.
Στο σημείο αυτό, είναι απαραίτητο να ασχοληθούμε με ένα άλλο είδος τροφών, ουσιών και θρεπτικών στοιχείων, τα οποία, όπως έχουν αποδείξει έρευνες, δε βοηθούν καθοριστικό στην πρόληψη ορισμένων μορφών της νόσου.Ένα από αυτά είναι οι κυτταρικές ίνες. Πρόκειται για ουσίες που βρίσκονται κυρίως στα κυτταρικά τοιχώματα του φυτικού Βασιλείου των τροφών και μπορούν να αναγνωριστούν ως υλικά τα οποία αντιστέκονται στα πεπτικά ένζυμα του γαστρε- ντερικού συστήματος του ανθρώπου. Έτσι, περνούν άπεπτα μέσα από αυτό. Όπως, λοιπόν, γίνεται κατανοητό, η αύξηση της ποσότητας των κυτταρικών ινών σχετίζεται άμεσα με την προστασία του παχέος εντέρου, αφού αυτές συμβάλλουν στην αύξηση του βάρους των κοπράνων, αυξάνουν τα περιττώματα που βρίσκονται στο έντερο, αραιώνουν το περιεχόμενο του εντέρου και περιορίζουν τη μετατροπή των αρχικών χολικών οξέων σε δευτερεύοντα χολικά οξέα. Κατά συνέπεια, μειώνουν την έκθεση του παχέος εντέρου σε ουσίες που έχουν καρκινο- γενή δράση.
Υπάρχουν, επίσης, ενδείξεις ότι οι διαιτητικές κυτταρικές ίνες προστατεύουν από τον καρκίνο του μαστού. Και αυτό γιατί ορισμένα είδη κυτταρικών ινών μπορούν να ρυθμίσουν την ορμονική δραστηριότητα και συγκεκριμένα να προκαλέσουν μείωση των κυκλοφορούντων οιστρογόνων. Εδώ, φυσικά, γεννιέται το ερώτημα αν είναι οι ίδιες οι κυτταρικές ίνες που έχουν τα ευεργετικά αποτελέσματα ή άλλα στοιχεία που περιέχουν οι τροφές οι οποίες είναι πλούσιες σε κυτταρικές ίνες.
Δεύτερο είδος διατροφικών στοιχείων για τα οποία υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις ότι εμφανίζουν προστατευτική δράση ενάντια στον καρκίνο είναι οι Βιταμίνες και τα μέταλλα, γνωστά θρεπτικά στοιχεία για την πρόληψη ασθενειών που προέρχονται από ελλιπή διατροφή, όπως το σκορβούτο και η πελάγρα, ενώ επι- τελούν κομβικό ρόλο, αφού λειτουργούν ως συνένζυμα στις μεταΒολικές αντιδράσεις του σώματος. Οι βιταμίνες και τα μέταλλα που έχουν τεθεί στο επίκεντρο της έρευνας είναι η A, C και Ε, το ασβέστιο και το σελήνιο.

 
Αλλά, ας εξετάσουμε τη δράση τους ξεκινώντας από τη βιταμίνη Α ή, καλύτερα, τη Β-Καροτίνη (που μετατρέπεται σε Βιταμίνη Α χωρίςτον κίνδυνο τοξικότητας), την οποία η σύγχρονη έρευνα εξετάζει με μεγαλύτερη προσοχή λόγω της ισχυρής αντιοξειδωτικής της δράσης, δηλαδή της δυνατότητάς της να προστατεύει τις κυτταρικές μεμβράνες και το DNA από τη Βλάβη που μπορούν να προκαλέσουν τα μόρια του οξυγόνου και οι ελεύθερες ρίζες, οι οποίες παράγονται από τις φυσιολογικές οργανικές αντιδράσεις που απαιτούν την παρουσία οξυγόνου. Επιπλέον, η Β-Καροτίνη συμβάλλει στην ενίσχυση του ανοσοποιητικού συστήματος.
Σειρά έχει η βιταμίνη C ή, αλλιώς, ασκορβικό οξύ, η οποία έχει ιδιαίτερα σύνθετη δράση στον ανθρώπινο οργανισμό. Η βιταμίνη C παίζει πολύ σημαντικό ρόλο στη ρύθμιση της ανοσοποιητικής λειτουργίας, τη διατήρηση του ενδοκυτταρικού κολλαγόνου και, φυσικά, είναι ένας από τους βασικούς αντιοξειδωτικούς παράγοντες με γνωστή προστατευτική δράση από τις ελεύθερες ρίζες. Εκτός, όμως, από όλα αυτά οι αντικαρκινικές της ιδιότητες επεκτείνονται και σε ένα άλλο πολύ σημαντικό τμήμα του μηχανισμού λειτουργίας της, την ιδιότητά της να προλαμβάνει το σχηματισμό νιτροσαμίνων και άλλων Ν-Νιτρόσο ενώσεων, οι οποίες θεωρούνται πολύ ισχυροί καρκινικοί παράγοντες. Οι νιτροσαμίνες μπορούν να σχηματιστούν στο σώμα από τους νιτρίτες και νιτράτες (βρίσκονται στο πόσιμο νερό, τα λαχανικά και τα συντηρητικά) και από αμίνες, οι οποίες βρίσκονται σχεδόν σε όλες τις τροφές. Επειδή, λοιπόν, η βιταμίνη C αναχαιτίζει αυτή την αντίδραση, γίνεται κατανοητό πόσο μεγάλη είναι η συμβολή της στη μείωση του κινδύνου της καρκινογένεσης.
Η τελευταία στη σειρά βιταμίνη που εξετάζουμε, αλλά εξίσου σημαντική, είναι η βιταμίνη Ε. Η Βασική λειτουργία της είναι η αντιοξειδωτική της δράση και ειδικά σε σχέση με την κυτταρική μεμβράνη, ενώ είναι ιδιαίτερα αποτελεσματική στο να προλαμβάνει την οξείδωση των πολυακόρεστων λιπαρών οξέων, αναστέλλοντας έτσι την παραγωγή ουσιών που ονομάζονται υπεροξείδια, οι οποίες με τη σειρά τους γεννούν ελεύθερες ρίζες, που, όπως ήδη γνωρίζουμε, σχετίζονται με τις κυτταρικές βλάβες και το DNA.
Στο σημείο αυτό, πρέπει να επισημάνουμε ότι η ανεξέλεγκτη πρόσληψη συμπληρωμάτων διατροφής δεν είναι η ιδανική λύση στη μάχη για την πρόληψη του καρκίνου. Κατ’ αρχάς, καμιά έρευνα δεν έχει καθορίσει τις ιδανικές ποσότητες. Επιπλέον, υπάρχει ο κίνδυνος της τοξικότητας από την υπερκατανάλωση βιταμινών, ενώ δεν είμαστε καθόλου σίγουροι αν έχουμε το ίδιο κέρδος παίρνοντας αντιοξειδωτικές βιταμίνες και καταναλώνοντας τροφές που περιέχουν φυσικά αντιοξειδωτικές ουσίες.

 
Τέλος, θα ήταν παράλειψη να μην αναφέρουμε τα τελευταία ευρήματα της σύγχρονης έρευνας τα οποία σχετίζονται με τη μάχη για την πρόληψη του καρκίνου. Πρόκειται για φυσικούς αντικαρκινικούς παράγοντες, όπως ονομάζονται με τη γενική έννοια του όρου οι φυτοχημικές ουσίες, οι οποίες βρίσκονται σε διάφορα είδη του φυτικού βασιλείου και υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις, αν όχι αποδείξεις, ότι έχουν ισχυρότατη αντικαρκινική δράση. Οι ουσίες αυτές υπάρχουν σε αφθονία στα φρούτα και τα λαχανικά. Πρόκειται για τις φαινόλες, τις ιντόλες, τις σουλφοραφάνες, τις ισοθιοκινάσες, τα αλυλικά σουλφίδια, που έχουν σπουδαία προστατευτική δράση, μια και ενεργοποιούν το ενζυμικό σύστημα που αναστέλλει την κυτταρικά βλάβη του DNA, ενώ ισχυροποιούντο ανοσοποιητικό σύστημα και αυξάνουν το σύστημα των ενζύμων που βοηθά στην αποβολή των καρκινοειδών κυττάρων, περιορίζοντας ταυτόχρονα τη δυνατότητα των καρκινο- κυττάρωννα πολλαπλασιαστούν.
Κλείνοντας, είναι σκόπιμο να διατυπωθούν κάποιες χρήσιμες συμβουλές οι οποίες απορρέουν από τα πορίσματα της σύγχρονης επιστημονικής έρευνας:
Περιορίζουμε την κατανάλωση των κεκορεσμένων λιπαρών
Αποφεύγουμε να καταναλώνουμε ολόπαχα κρέατα, αλλαντικά, ολόπαχα τυριά, ολόπαχα γαλακτοκομικά (γάλα, γιαούρτι, κρέμα γάλακτος], βούτυρο και τηγανητά φαγητά.
Διατηρούμε το βάρος μας υπό έλεγχο
Η υπερκατανάλωση θερμίδων, έστω και αυτών που θεωρούνται κατάλληλες, οδηγούν στην παχυσαρκία. Κι ας μην ξεχνάμε ότι κακό στην υγεία μας κάνει και η συνεχής αυξομείωση του βάρους.
Αποφεύγουμε τις υπερεπεξεργασμένες τροφές
Προτιμάμε ό,τι πιο φυσικό, ό,τι πιο φρέσκο και, φυσικά, ό,τι λιγότερο επεξεργασμένο, μια και οι επεξεργασμένες τροφές περιέχουν μεγάλο αριθμό συντηρη - τικών προσθετικών ουσιών.
Δε μαγειρεύουμε τα φαγητά σε πολύ υψηλές θερμοκρασίες
Δεν τηγανίζουμε και δεν ψήνουμε πολύ τα κρέατα. Επίσης, αποφεύγουμε τα καπνιστά προϊόντα.
Δεν καταναλώνουμε μεγάλες ποσότητες αλκοόλ
Η μέγιστη κατανάλωση δε θα πρέπει να ξεπερνάει τα δύο ποτά ημερησίως.

 
Καταναλώνουμε τροφές πλούσιες σε κυτταρικές ίνες
Επιλέγουμε τροφές, όπως τα δημητριακά, τα όσπρια, τα φρούτα, τα λαχανικά και το μαύρο ψωμί.

Αυξάνουμε τις ποσότητες των λαχανικών και των φρούτων
Φροντίζουμε να αυξήσουμε τις ποσότητες των λαχανικών και των φρούτων στην ημερήσια διατροφή μας (πορτοκάλια, μήλα, ακτινίδια, λεμόνια, μπανάνες, νεκταρίνια, μπρόκολο, κρεμμύδι, σκόρδο, ντομάτα, χόρτα), για να αυξήσουμε τις προσλαμβανόμενες ποσότητες αντιοξειδωτικών βιταμινών, καθώς και των φυτοχημικών ουσιών που περιέχουν.

Πηγή: “Διατροφή για μια καλύτερη ζωή”, Γιώργος Μουλίνος

Ευχαριστούμε τις εκδόσεις “Ψυχογιός"

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ! :
ΡΩΤΗΣΤΕ ΤΟΥΣ ΕΙΔΙΚΟΥΣ
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ