Αποσπάσματα από το περιζητιτο βιβλίο της Βαλερί Τριεβελερ-Το πρώτο φιλί, η Ζιλί Γκαγιέ

16 Σεπτεμβρίου 2014

«Το 2013 αποφάσισα να περάσω με τα παιδιά μου μια βδομάδα στην Ελλάδα, σε ένα ξενοδοχείο που το έκλεισα μέσω μιας ιστοσελίδας με οικονομικά τουριστικά πακέτα. Αναμφίβολα είμαι η πρώτη των πρώτων κυριών που έχει κλείσει τις διακοπές της σε μια τόσο χαμηλή τιμή τη στιγμή που οι ηγέτες του πλανήτη προτείνουν στον πρόεδρο της Γαλλίας να του παραχωρήσουν αμισθί κάποιο από τα πολυτελή καταλύματά τους». 

Με τη φαιδρή αυτή ομολογία για τις υποτιθέμενα οικονομικές διακοπές της κλείνει η Τριερβελέρ το πολυσυζητημένο και μοσχοπουλημένο βιβλίο της «Σε ευχαριστώ για τη στιγμή» στον γνωστό αλαζονικό τόνο που διέπει κάθε γραμμή του κειμένου. Το «Εγώ είμαι η μόνη των πρώτων κυριών» είναι απλώς ένα απόσπασμα από όσα ανομολόγητα παραθέτει η πρώην σιδηρά κυρία της Γαλλίας θέλοντας να εκδικηθεί τον λαβωμένο πολλαπλά σήμερα Φρανσουά Ολάντ .

Μόνο που πετυχαίνει ακριβώς το αντίθετο: μέσα από τις περιγραφές της συμπεραίνει κανείς ότι κέρδισε δικαιωματικά τον περίφημο τίτλο του «ροτβάιλερ», αφού παραδέχεται ότι όχι μόνο έκανε τη ζωή του προέδρου της Γαλλίας ανυπόφορη, αλλά και ότι δεν ήταν αρεστή σε κανένα μέλος του προσωπικού/οικογένειας/στενού κύκλου του Ελιζέ. Σε σχεδόν κάθε σελίδα επαναλαμβάνονται με διάφορους τρόπους φράσεις όπως «με έβγαλε από τα ρούχα μου», «εκνευρίστηκα πραγματικά πολύ», «δεν μπορούσα να συγκρατήσω τα νεύρα μου» και «δεν έλεγχα τον θυμό μου». Ακόμη κι αν ο Φρανσουά Ολάντ είναι πλέον ελάχιστα αρεστός ή τουλάχιστον γραφικός για τη μεγαλύτερη μερίδα των Γάλλων, οι αδικαιολόγητες εκδηλώσεις παραφοράς και θυμού εκ μέρους της τέως συντρόφου του τον καθιστούν έως και συμπαθή. Το βιβλίο είναι ομολογουμένως (κακο)γραμμένο εν βρασμώ από μια δημοσιογράφο που προφανώς δεν είχε καταφέρει να αντεπεξέλθει στις απαιτήσεις του γραπτού λόγου με τον ίδιο τρόπο που είχε αρχίσει να προσαρμόζεται στις αρχές της πολιτικής συνωμοσιολογίας, ομολογώντας πως ήταν η ανασφάλειά της που την οδηγούσε σε κάθε είδους παρεκτροπή: «Στα μάτια του προέδρου έπρεπε μονίμως να δείχνω ότι αξίζω αλλά χωρίς να αξίζω τίποτα. Επρεπε απλώς να είμαι τέλεια ώστε να μπορεί να με επιδεικνύει και να είναι περήφανος για μένα. Κάποια στιγμή που φορούσα μια πολύ σέξι νυχτικιά μου είπε με ύφος επιτακτικό: “Πήγαινε άλλαξε, άντε ντύσου”. Απλώς έσπευσα να καλύψω όσο μπορούσα τους γυμνούς μου ώμους. Χωρίς να το αντιλαμβάνομαι, κάθε μέρα έχανα όλο και πιο πολύ την εμπιστοσύνη στον εαυτό μου». 


Από την αγκαλιά του πρώην της Μαντόνα στη Μέρκελ

Δικαιολογημένα, λοιπόν, οι πλέον περίοπτοι κριτικοί βιβλίου που είδαν με έκπληξη το «Σε ευχαριστώ για τη στιγμή» να ξεπερνάει σε πωλήσεις τις «Πενήντα αποχρώσεις του γκρι» τόνισαν ότι πρόκειται για ένα αντίστοιχα «φτηνής κοπής συναισθηματικό πορνογράφημα». Κι αυτός είναι μάλλον ο μόνος τρόπος για να περιγράψει κανείς το βιβλίο: πρόκειται για μια ακατάσχετη αισθηματολογία που καταλήγει απλώς στην παραδοχή ότι ο πρόεδρος της Γαλλίας ήταν ανέκαθεν κίβδηλος και σκάρτος. Μόνο που οι λόγοι είναι ακριβώς αντίθετοι από αυτούς που του καταμαρτυρά ο μέσος Γάλλος πολίτης: σύμφωνα με την Τριερβελέρ, ο Ολάντ είχε στραμμένη την προσοχή του στις συνόδους κορυφής παρά σε εκείνη -«αφού το μόνο που τον νοιάζει είναι η πολιτική και τίποτα άλλο»-, δεν λάμβανε υπόψη του τη γνώμη της όταν επρόκειτο να συναντήσει τους ισχυρούς του κόσμου και ότι απλώς τον ενδιέφερε να την περιφέρει ως διακοσμητικό στοιχείο. Χαρακτηριστικό είναι το απόσπασμα από τη δεξίωση που παρέθεσε ο Ολάντ προς τιμήν της Ανγκελα Μέρκελ τα περασμένα Χριστούγεννα, αφότου δηλαδή η ίδια είχε μάθει για τη σχέση του με τη Ζιλί Γκαγιέ μετά από δική του ομολογία. 



Tο βιβλίο μέσα σε μία εβδομάδα εξαφανίστηκε από τα ράφια, εξαντλώντας σε χρόνο ρεκόρ το τιράζ των 200.000 αντιτύπων και προσθέτοντας αρκετές χιλιάδες ευρώ στα ταμεία του εκδοτικού οίκου Les Arènes και στην τσέπη της πιο κερδισμένης απατημένης κυρίας της Γαλλίας 


Αρκούν οι περιγραφές της: «Λίγο μετά αφότου έφυγε ο Φρανσουά από την αίθουσα, πηγαίνω να συναντήσω τους συνεργάτες μου. Κάθομαι στο γραφείο με το μακρύ Dior μου φόρεμα και τα δεκάποντα τακούνια μου. Eχω μια μέρα να βάλω κάτι στο στόμα μου και δεν μπορώ να πάρω τα πόδια μου. Η ομάδα μου με πληροφορεί ότι αυτός με τον οποίο χόρευα στη δεξίωση ήταν ο Μπράχιμ Ζάιμπατ, ο πρώην της Μαντόνα», επισημαίνει η απατημένη πρώην σύντροφος του Ολάντ, αφήνοντας προηγουμένως αιχμές ότι ο αισθαντικός χορευτής με τον οποίο είχε ανταλλάξει κάτι παραπάνω από τυχαία λόγια και χορευτικές κινήσεις στη δεξίωση των Χριστουγέννων ήταν ο πρώην της βασίλισσας της ποπ και προφανώς τη φλέρταρε! Και συνεχίζει: «Και τότε ακριβώς χτύπησε το τηλέφωνό μου και ήταν ο Φρανσουά. “Θες να έρθεις να χαιρετήσεις τη Μέρκελ;”. Η αλήθεια είναι πως ο Φρανσουά δεν με είχε συνηθίσει σε τέτοιου είδους προτάσεις. “Πότε;”. “Σε πέντε λεπτά”. Σκέφτομαι πως δεν μπορώ να συναντήσω τη Μέρκελ με αυτό το φόρεμα. Βγάζω τα παπούτσια και κατεβαίνω τρέχοντας τα σκαλιά που οδηγούν στο διαμέρισμα. Αλλάζω με αστραπιαία ταχύτητα φόρεμα και παπούτσια. Επιστρέφω με την ίδια ταχύτητα στην αίθουσα δεξιώσεων, έτοιμη να υποδεχτώ την καγκελάριο στο πλευρό του προέδρου. Η γνωριμία με τη Μέρκελ είναι ευχάριστη. Και είναι η πρώτη φορά που τη συναντάω. Μου λέει πως είναι πολύ χαρούμενη που με γνωρίζει και πως θα ήθελε πολύ να μας ξαναδεί στο Φεστιβάλ του Μπαϊρόιτ. Της απαντώ πως πολύ θα το ήθελα. Ο Φρανσουά και η Ανγκελα Μέρκελ αποχωρούν για μια συνάντηση εργασίας λίγο πριν από το επίσημο δείπνο». Τα όσα ακολουθούν βέβαια είναι απλά επακόλουθα ενός αναπόφευκτου χωρισμού, με την επιπλέον παραδοχή ότι η ίδια έκανε ό,τι μπορούσε για να διαλύσει έναν αδιέξοδο ήδη δεσμό. «Ο Φρανσουά με κατακρίνει για τα πάντα και μου λέει πως λυπάται, πως είναι αδύνατον πλέον να ζει μαζί μου. Σίγουρα είμαι οξύθυμη και νευρική, με αποτέλεσμα οι μεταξύ μας καβγάδες να πολλαπλασιάζονται, μερικές φορές για το τίποτα. Οσο περισσότερο όμως με αγνοεί, τόσο περισσότερο υποφέρω». 


Το συρτάκι του προέδρου

Μόνο που αυτού του μονίμως «εκρηκτικού» καθεστώτος προηγήθηκε η αρχική περίοδος της ερωτικής νηνεμίας που τους χάριζε η θάλασσα της Μεσογείου - και της Ελλάδας. Η Βαλερί Τριερβελέρ λέει πως ήταν εκείνη που έμαθε στον Φρανσουά Ολάντ να χαίρεται τον ήλιο και να αγαπάει το ελληνικό καλοκαίρι, τη θάλασσα και τη θετική επενέργειά της στο θυμικό ενός δραστήριου πολιτικού όπως εκείνος. Και η αλήθεια είναι ότι η ίδια εξακολουθεί να επιστρέφει στη χώρα μας όσο πιο συχνά μπορεί: «Αναπολώ τις πρώτες μας εκείνες αξέχαστες διακοπές το 2007 στη Νότια Γαλλία και την Ισπανία - αλλά και τα επόμενα χρόνια που συνηθίζαμε να τα περνάμε στην Ισπανία ή στην Ελλάδα. Στην Αθήνα και μετά στη Σύρο, τις επισκέψεις μας στη Μύκονο, αλλά και στην Πάρο, ήμασταν σαν δυο έφηβοι που ρίχνονται σε ατελείωτη περιπέτεια από νησί σε νησί. Νοικιάζαμε σκούτερ και κάναμε κόντρες στον δρόμο χωρίς να φοράμε κράνη. 

Ούτε καν φροντίζαμε να κλείσουμε κάποιο δωμάτιο - κοιμόμασταν όπου βρίσκαμε κάθε φορά. Τότε ακόμη ο Φρανσουά ήξερε να απολαμβάνει τις στιγμές. Νιώθαμε πλήρεις, γελούσαμε με το τίποτα». Επιμένει ότι ο Φρανσουά Ολάντ την έκανε να γελάει με το καθετί - ειδικά όταν προσπαθούσε να χορέψει συρτάκι: «Ηταν οι εποχές που δεν μας ένοιαζε τίποτα - ζούσαμε απλώς μια περιπέτεια. Περνούσαμε ώρες κάνοντας βόλτες με το αυτοκίνητο και ακούγοντας CD. Ηταν ικανός να χορεύει συρτάκι με τραγούδι της Νταλιντά παντού - ακόμη και οδηγώντας. Κι αυτό το έκανε μόνο και μόνο για να με κάνει να γελάσω - και εγώ γελούσα πραγματικά με την καρδιά μου». 


Zηλεύει ακόμα τη Σεγκολέν 

Από το βιβλίο επομένως δεν απουσιάζουν οι καλές στιγμές: από ρομαντικές βόλτες και πολυτελή ταξίδια μέχρι και λεπτομέρειες από επίσημες επισκέψεις. Αναλυτικές είναι, για παράδειγμα, οι περιγραφές της συνάντησης που είχε η Τριερβελέρ με την πρώτη κυρία των Ηνωμένων Πολιτειών, την οποία βρήκε «εντυπωσιακή, ψηλή και πανέμορφη, πολύ περισσότερο από ό,τι δείχνουν οι φωτογραφίες. Και όταν άνοιγε τα χέρια της να σε αγκαλιάσει έμοιαζε με κύκνος που απλώνει τα φτερά του και με μια αμεσότητα που ξεπερνούσε το πρωτόκολλο». 

Μόνο που η ίδια παραδέχεται ότι είχε θιχτεί όταν τα αμερικανικά μέσα την ανέφεραν ως «την καλή φίλη της Μισέλ Ομπάμα» - κάτι που κατά τη γνώμη της την υποτιμούσε βαθιά. Ωστόσο παραδέχεται ότι είχε συνηθίσει να ακούει πλείστους αρνητικούς χαρακτηρισμούς από το οικείο περιβάλλον του Ολάντ, από φίλους της Σεγκολέν Ρουαγιάλ, την οποία παραδέχεται ότι εξακολουθεί να ζηλεύει θανάσιμα, αλλά και από τους συναδέλφους της δημοσιογράφους. 

Χαρακτηριστικό είναι το κεφάλαιο όπου καταγράφει την τελευταία συνάντηση με τον πρόεδρο, τη σχέση της με το στενό του περιβάλλον, καθώς και την πρώτη τους παράνομη ερωτική συνεύρεση: « Πρώτες μέρες της άνοιξης, 2014. Οπως κάθε μέρα από τότε που έφυγα από το Ελιζέ, βρίσκομαι μόνη στο σπίτι. Ο ήλιος έχει ήδη ζεστάνει το σαλόνι και τα παράθυρα παραμένουν ορθάνοιχτα. Εργάζομαι ξαπλωμένη με το κομπιούτερ ακουμπισμένο χαλαρά στα γόνατα. Μόλις έχω λάβει μια ειδοποίηση από τον πρώην διευθυντή του γραφείου μου ότι μου έχει αποσταλεί κάτι στο σπίτι. Το παραλαμβάνω τριάντα λεπτά αργότερα. Είναι ένα υπέροχο μπουκέτο με λευκά και κόκκινα τριαντάφυλλα, ακριβώς αυτά που λατρεύω. Μου τα έχει στείλει ο Φρανσουά. Δεν έχει ξεχάσει την ημερομηνία. Το ίδιο πρωί μου είχε γράψει την κάρτα που έλεγε: “Εννιά χρόνια από εκείνο το φιλί στη Λιμόζ”.



Η Ζιλί Γκαγιέ θα διαβάζει το παραλήρημα της Βαλερί και μάλλον θα χαμογελά. Η Τριερβελέρ, πάντως, επιμένει πως ο Ολάντ της έκανε πρόταση γάμου μετά το σκάνδαλο με την Γκαγιέ: «Αν δεν είχε μεσολαβήσει εκείνη η φωτογραφία με τον πρόεδρο να φοράει το κράνος, τη Ζιλί Γκαγιέ, τον τρελό χαμό κι όλη αυτή την τρέλα, θα κλείναμε όντως εννιά χρόνια»

Αν δεν είχε μεσολαβήσει εκείνη η φωτογραφία με τον πρόεδρο να φοράει το κράνος, τη Ζιλί Γκαγιέ, τον τρελό χαμό κι όλη αυτή την τρέλα, θα ήταν όντως εννιά χρόνια. Η ιστορία μας είχε πεθάνει προτού ακόμη συμπληρωθεί εννιαετία, αλλά αν ο έρωτάς μας έπρεπε να έχει ένα όνομα, αυτό θα ήταν “το φιλί στη Λιμόζ”. Είναι ο προσωπικός μας μύθος: Πέμπτη, 14 Απριλίου του 2005. Αυτή η ημερομηνία θα ήταν έκτοτε πολύ σημαντική για μένα. 

Ακριβώς εννιά χρόνια αργότερα, και τη στιγμή που δεν είχαμε τίποτα πραγματικά να γιορτάσουμε, δέχομαι να δειπνήσω μαζί του για δεύτερη φορά μετά τον χωρισμό μας. Παρά την επιμονή του δεν θέλω να έχω επαφές “στενού τύπου” στην Κοσί. Προτιμώ το ιταλικό εστιατόριο της γειτονιάς, εκεί όπου συνηθίζαμε να πηγαίνουμε τα χρόνια που μέναμε μαζί. Πλέον δεν υπάρχει πρόεδρος, ούτε πρώτη κυρία, ούτε πόνος, ούτε κλάματα, αλλά ανάμεικτα συναισθήματα χαράς και θλίψης. [....] Ο Φρανσουά μου εκμυστηρεύεται ότι στεναχωριέται πραγματικά που δεν μπόρεσε να προστατεύσει τον ιδιωτικό μας χώρο. Και ότι όντως εγώ είχα κάνει τα πάντα για να τον κρατήσω προστατευμένο. Αλλά εκείνος επέτρεπε τα πάντα στους πάντες. Δεν ήξερε ποτέ να βάζει όρια. Ακόμη και το μπάνιο μας είχε γίνει κέντρο διερχομένων.

 Κάποια μέρα είχα βρει τον σύμβουλό του Κλοντ Σεριγιόν να κατευθύνεται προς τα εκεί αφού προηγουμένως είχε τολμήσει να διασχίσει με άνεση την κρεβατοκάμαρά μας. Τον πέταξα έξω έξαλλη με την αυθάδειά του.Επανειλημμένως είχε συμβεί τα μέλη της προσωπικής ασφάλειας του προέδρου να ανακατεύονται στις κουβέντες μας. Πόσες φορές τους είχα ζητήσει να κρατήσουν κάποια απόσταση στις κοινές μας βόλτες; Πολύ συχνά προτιμούσα να φεύγω από το να υφίσταμαι την παρουσία τους. Επίσης, μια φορά έκπληκτη είχα πετύχει κάποιον από τους “κομιστές των κρουασάν” του να κάθεται στο κρεβάτι μας παίζοντας με το τηλεκοντρόλ της τηλεόρασής μας. Ολα αυτά θύμισα στον Φρανσουά, που πάντα έπαιρνε το μέρος τους κάθε φορά που εγώ προσπαθούσα να προστατεύσω τον προσωπικό μας χώρο. 

“Eχεις δίκιο και είχα άδικο, έπρεπε να είχα ακούσει και να καταλάβω πόσο σημαντικά ήταν αυτά που μου έλεγες”, μου είπε.


2005: Ο καβγάς που οδήγησε στο «φιλί της Λιμόζ» 

Οσο για το “φιλί της Λιμόζ”, είναι μια μεγάλη ιστορία. Ολα ξεκίνησαν με έναν καβγά. Ενα πρωί είχε τύχει να μάθω από την αβλεψία κάποιου στο "Paris Match" ότι ο Φρανσουά Ολάντ και ο Νικολά Σαρκοζί θα έρχονταν στο περιοδικό για να φωτογραφηθούν παρέα και μάλιστα για το εξώφυλλο παραχωρώντας κοινή συνέντευξη με αφορμή το δημοψήφισμα για το Ευρωπαϊκό Σύνταγμα. 

Εμεινα άναυδη. Κανείς δεν με είχε προειδοποιήσει, ούτε ο ίδιος, ούτε καν η αρχισυντάκτριά μου. Θα καταλάβαινα το να μην ήθελε να τον συνοδεύσω σε ταξίδι στον Λίβανο, αλλά το να κλείνει φωτογράφηση και κοινή συνέντευξη τέτοιας σημασίας στο περιοδικό μου χωρίς να μου έχει πει τίποτα την ίδια στιγμή που ήμασταν τόσο κοντά; Αυτό ήταν αδιανόητο. 

Κι ενώ σκεφτόμουν όλα αυτά χτύπησε το τηλέφωνο και ήταν ο εκπρόσωπος Τύπου του, Φρεντερίκ Εσπανιάκ: “Βαλερί, τι χαζομάρες είναι αυτές που τον βάζεις να κάνει; Μα να φωτογραφηθεί μαζί με τον Σαρκοζί; Είναι τρέλα”.



Σε εκπομπή μαγειρικής με τη Μισέλ Ομπάμα

Του εξήγησα ότι ούτε εγώ ήξερα τίποτα και ότι μόλις το είχα μάθει. Μου ζητούσε επίμονα να τον πείσω να αρνηθεί. Προσπάθησα. Τον πήρα τηλέφωνο. Δεν δεχόταν κουβέντα: “Επρεπε να το είχατε πάρει χαμπάρι νωρίτερα”.

Δεν καταλάβαινα την αντίδρασή του, πόσο μάλλον τη στρατηγική του. Τι συμφέρον μπορεί να έχει να φωτογραφίζεται με τον κατεξοχήν πολιτικό του αντίπαλο τη στιγμή που οι αντίπαλοι της ευρωπαϊκής συνθήκης τούς κατηγορούν για συνέργεια; Μάζεψα τα πράγματά μου και εξαφανίστηκα από το γραφείο προτού φτάσει. 

Μόνη μου στο αμάξι οδηγούσα κατευθυνόμενη προς το σπίτι μου χωρίς να βλέπω μπροστά μου από το κλάμα. Δεν μπορούσα όμως να καταλάβω γιατί. Ηταν το κλάμα μιας δημοσιογράφου που μόλις της “έκλεψαν το θέμα” ή της γυναίκας που την πρόδωσαν; Από τότε το θέμα της προδοσίας... Εφτασα σπίτι μου έχοντας πλαντάξει στο κλάμα. Την ίδια στιγμή εκείνος ζητούσε να επισκεφθεί κάθε γωνιά του περιοδικού -ακόμη και την καντίνα- μήπως και με βρει.

Την επόμενη μέρα προσπάθησε να με βρει στο τηλέφωνο αλλά του το έκλεισα στα μούτρα. 

«Οσο για το “φιλί της Λιμόζ”, είναι μια μεγάλη ιστορία. Ολα ξεκίνησαν με έναν καβγά», γράφει η Βαλερί

Κάθε μέρα το ίδιο σενάριο, με τον εκπρόσωπο Τύπου του να προσπαθεί να με πετύχει έστω και τηλεφωνικώς. Τελικά δέχτηκα να του μιλήσω, μόνο που η κουβέντα μας πήρε μια πολύ πιο προσωπική τροπή απ’ όσο περίμενα. Κάποια στιγμή δεν κρατήθηκε άλλο και μου το αποκάλυψε: “Βαλερί, δεν έχεις καταλάβει ότι ο Ολάντ είναι ερωτευμένος μαζί σου; Μίλα του, δεν τον έχω ξαναδεί τόσο πικραμένο”.

Το είχα καταλάβει ότι του αρέσω, η σύνδεσή μας ήταν προφανής καθώς έμοιαζε σαν μια ιδιαίτερη φιλία με αρκετά συγκεχυμένα όρια. Αλλά όχι έρωτας, αυτό που φάνταζε κάτι παράλογο και απαγορευμένο. 

Η φράση και μόνο μου προκάλεσε σοκ. Εμεινα άφωνη. Την επόμενη βδομάδα δεν υπήρξε καμία τηλεφωνική επαφή. Κι εγώ ένιωθα την κατάσταση να γίνεται όλο και πιο πολύπλοκη. Δεν ήξερα αν πρέπει να ζητήσω να μου καταργήσουν τη διαπίστευση στο σοσιαλιστικό κόμμα. Αλλά δεν μπορούσα να πείσω ούτε καν τον ίδιο μου τον εαυτό. Τελικά δέχτηκα να συναντηθούμε για ένα “πρωινό συμφιλίωσης”. Βρεθήκαμε να μιλάμε για ώρες. [...]. Μία βδομάδα αργότερα δέχτηκα να τον ακολουθήσω σε ταξίδι. Ηταν 14 Απρίλη και η συνάντηση θα λάμβανε χώρα κάπου στην κεντρική Γαλλία, νομίζω κοντά στο Σατερού, αλλά δεν θυμάμαι ακριβώς το μέρος. 

«Ηταν οι εποχές που δεν μας ένοιαζε τίποτα ... Ηταν ικανός να χορεύει συρτάκι με τραγούδι της Νταλιντά παντού - ακόμη και οδηγώντας, μόνο και μόνο για να με κάνει να γελάσω...», γράφει για τις πρώτες τους διακοπές στις Κυκλάδες

Αναχωρήσαμε από το Παρίσι νωρίς το απόγευμα. Κάθισα στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου στα δεξιά του - αλλά εκείνος δεν ήταν όπως συνήθως. Δεν έκανε τα καθιερωμένα αστεία. Κάτι βαρύ υπήρχε στην ατμόσφαιρα. Στο τιμόνι ήταν πάντα ο έμπιστός του, ο Ρασίντ. Ο Φρανσουά Ολάντ άρχισε να με πλησιάζει όλο και περισσότερο και μου έπιασε το χέρι. Παρότι ένιωσα άβολα με την κίνησή του, ούτε καν κουνήθηκα. Και τότε είναι που άκουσα μια φωνή να μου λέει: “Είσαι τρελή, μη βιάζεσαι, σταμάτα, μακριά τα χέρια!”. Δεν έκανα όμως τίποτα. Μιλούσαμε για τα πάντα. Οχι για εμάς, αλλά για την πολιτική, για το εξώφυλλο του “Paris Match” με τον Σαρκοζί που είχε προκαλέσει σάλο. Φτάνοντας κάναμε σαν να μη συνέβη τίποτα. Εκείνος προτίμησε να ακολουθήσει το πρόγραμμά του ως συνήθως, εύχαρις και όλο κέφια. Ηταν μάλιστα υπέρ του “ναι” στο δημοψήφισμα για το Ευρωπαϊκό Σύνταγμα και σε αυτό κρατούσαμε κοινή γραμμή [...]. Ξαναμπήκαμε στο αμάξι. Το δικό μου ξενοδοχείο ήταν στη Λιμόζ ενώ εκείνος έπρεπε να φτάσει μέχρι την Τουλ. Μου ξανάπιασε το χέρι. Μια ώρα αργότερα σταματήσαμε στη Λιμόζ. Μου πρότεινε να τον συνοδεύσω στην Τουλ. Αρνήθηκα με την πρόφαση ότι έχω να αναχωρήσω νωρίς το πρωί για ένα σημαντικό ραντεβού στο Παρίσι. Ηξερα πολύ καλά τι σημαίνει “να με συνοδέψεις μέχρι την Τουλ”.



Σε τρυφερό φλερτ εξελίχθηκε ο χορός της Βαλερί με τον Μπράχιμ Ζάιμπατ, τον πρώην της Μαντόνα, στη χριστουγεννιάτικη δεξίωση προς τιμήν της Ανγκελα Μέρκελ. Ο Ολάντ τής είχε ήδη ομολογήσει τη σχέση του με τη Ζιλί Γκαγιέ

Επειδή όμως δεν μπορούσαμε να αποχωριστούμε ο ένας τον άλλο, προτιμήσαμε να κάτσουμε σε ένα καφέ. Παραγγείλαμε κρέπες και κρασί. Για πρώτη φορά τολμήσαμε να ανοίξουμε κουβέντα για τη σχέση μας. Για την αμοιβαία έλξη. Με μισόλογα ωστόσο, όπως συμβαίνει πάντα μαζί του. Εκείνος μου άφησε να καταλάβω ότι δεν ψάχνει για μια ακόμη περιπέτεια και ότι κρύβει πραγματικά αισθήματα για μένα. Του ομολόγησα ότι κι εγώ δεν είμαι αδιάφορη απέναντί του. 

Αλλά ότι το ενδεχόμενο μιας σχέσης ήταν παραπάνω από αδύνατο και ότι ενείχε πολλούς κινδύνους για μένα και για εκείνον. Δεν υπήρχε καν περίπτωση. Και εγώ και εκείνος ήμασταν τότε δεσμευμένοι. 

Στη συνέχεια αυτός θα έπαιρνε τον δρόμο για την Τουλ και η συνάντησή μας θα τελείωνε εκεί. Αλλά τα πράγματα έγιναν όπως το είχαμε προβλέψει. Τη στιγμή του αποχαιρετισμού η σχέση μας έτυχε να μετατοπιστεί σε κάτι που κανείς από τους δυο μας δεν είχε καταλάβει πώς έγινε. 

Κάτι ανείπωτο, σαν σκηνή από σινεμά . Ενα φιλί που ποτέ δεν έτυχε ποτέ να ανταλλάξω με αυτό τον τρόπο στη ζωή μου. Ενα φιλί που θέλαμε από καιρό να δώσουμε, σε ένα τρίστρατο. 

Ο Φρανσουά δεν θα πάρει ποτέ τον δρόμο για την Τουλ εκείνο το απόγευμα. Το επόμενο πρωί θα με συνοδεύσει ξημερώματα μέχρι τον σταθμό. Θα ζήσουμε μια μοναδική στιγμή, αν και με δυσκολία τού απευθυνόμουν στον ενικό ή πρόφερα το όνομά του. Ημασταν πλέον κι οι δυο βουτηγμένοι στην ακολασία».


Ο άνδρας που αγαπά να μισεί

Με γραφικό, σχεδόν ειδυλλιακά κιτς τρόπο περιγράφει η Βαλερί Τριερβελέρ την πρώτη συνάντησή της με τον «πρόεδρο», τον οποίο δείχνει ακόμη ότι αγαπά να μισεί. Επιμένει δε ότι της έκανε πρόταση γάμου πρόσφατα μετά τον σάλο που ξέσπασε με το σκάνδαλο με την Γκαγιέ,  αλλά ότι εκείνη αρνήθηκε - παρότι λίγες σελίδες αργότερα ομολογεί ότι εκείνος είχε αρχίσει να απομακρύνεται μετά το περίφημο «tweet» της κατά της μητέρας των παιδιών του Σεγκολέν Ρουαγιάλ. Παρότι κανείς δεν ξέρει τι είναι αλήθεια και τι ψέμα -ειδικά για τις πολιτικές θέσεις του Ολάντ και τις μυστικές του δοσοληψίες-, το σίγουρο είναι ότι η Βαλερί Τριερ­βελέρ έχει καταστρατηγήσει έναν πολύτιμο νόμο στη Γαλλία: αυτόν των προσωπικών αναμνήσεων από το κρεβάτι της πολιτικής. Καμία ερωμένη δεν είχε τολμήσει μέχρι πρότινος να εκδώσει βιβλίο με προσωπικές λεπτομέρειες, αν και πολλές είχαν βρεθεί να μοιράζονται κοινά κρεβάτια με εκπροσώπους της εξουσίας - κάτι μάλλον σύνηθες στην πολιτική ιστορία του τόπου.

Αλλωστε και η ίδια ομολογεί ότι αυτό που τη συνέδεε για καιρό με τον Ολάντ ήταν μια «ερωτική φιλία» και όχι «σχέση» - ένας διαχωρισμός που μπορεί να έχει εγκυρότητα και ισχύ μόνο στην απελευθερωμένη ερωτικά Γαλλία. Οσο έξαλλοι είναι επομένως αυτή τη στιγμή οι Γάλλοι κυρίως με την ανικανότητα του Ολάντ να διαχειριστεί τα ερωτικά του -και την κυβερνητική κατάσταση-, άλλο τόσο είναι με την ίδια την Τριερβελέρ. Η ίδια, πάντως, δεν έχει κανένα λόγο να ανησυχεί - όσο πιο πολύ θυμώνουν τόσο πιο πολύ αγοράζουν το βιβλίο, το οποίο έχει εξαντλήσει μέσα σε μόλις μία εβδομάδα κυκλοφορίας το τιράζ -200.000 αντίτυπα-, προσθέτοντας αρκετές χιλιάδες ευρώ στα ταμεία του εκδοτικού οίκου Les Arènes και στην τσέπη της πιο κερδισμένης απατημένης κυρίας της Γαλλίας. 



Protothema.gr 

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ! :
ΡΩΤΗΣΤΕ ΤΟΥΣ ΕΙΔΙΚΟΥΣ
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ
Τα Ζώδια σήμερα
Αστρολογία
14:29 Τα Ζώδια σήμερα