Ηρθε στην Ελλάδα με τις πιτζάμες και τώρα έχει το Nammos και βγάζει 15 εκ. τη σεζόν

16 Σεπτεμβρίου 2014

Ενας παραμυθένιος γάμος έγινε το Σαββατοκύριακο στη Μύκονο: ο Αιγύπτιος σεφ Σάμι Ιμπραήμ, ένας εκ των τριών ιδιοκτητών του Nammos, αντάλλαξε όρκους αιώνιας αγάπης και πίστης με την γυναίκα της ζωής του, Καρίνα.

Η γαμήλια δεξίωση δόθηκε -που αλλού;- στο διάσημο beach bar restaurant της Ψαρούς, το οποίο είχε διαμορφωθεί καταλλήλως. Γαμπρός και νύφη έφτασαν στον χώρο του γαμήλιου πάρτυ ντυμένοι στα ολόλευκα και με την συγκίνηση ζωγραφισμένη στο πρόσωπό τους. Δεκάδες συγγενείς και φίλοι ήρθαν για να γιορτάσουν με το ζευγάρι στην πιο σημαντική ημέρα της ζωής του. Ανάμεσά στους καλεσμένους οι συνέταιροι του γαμπρού, Κωνσταντής Κουσαθανάς και Ζαννής Φραντζέσκος, με τον τελευταίο να βρίσκεται σε μεγάλα κέφια, να ανεβαίνει στην πίστα και να επιδεικνύει τις ικανότητές του στους αραβικούς χορούς. Από το όλο σκηνικό δεν έλειψαν τα παρανυμφάκια που έκλεψαν την παράσταση με το νάζι και την γλύκα τους, αλλά και τα πυροτέχνηματα που φώτισαν όλη την Μύκονο και έκαναν την νύχτα μέρα. Ξεχωριστή νότα στην λαμπερή βραδιά έδωσε πενταμελές συγκρότημα ντυμένο κι αυτό στα λευκά που τραγούδησε σε τρεις γλώσσες, ενώ μια από τις πιο ιδιαίτερες στιγμές ήταν όταν ο γαμπρός έπαιζε καθιστός τουμπερλέκι την ώρα που η νύφη λικνιζόταν με χάρη από πάνω του. Ο 47χρονος Σάμι ήρθε στην Ελλάδα πριν από 27 χρόνια με μια πιτζάμα και 100 δολάρια στην τσέπη και ύστερα από σκληρή δουλειά έφτασε να γίνει ένας από τους τρεις βασικούς μετόχους του Nammos. Όσο για την Καρίνα, κατάγεται από την Κούβα και ντύνεται νυφούλα για δεύτερη φορά.


Ο Αιγύπτιος που δημιούργησε τη «συνταγή» του Nammos



Οι περιπέτειες και η πορεία ζωής του 47χρονου σήμερα Αιγύπτιου Σάμι Ιμπραήμ θυμίζουν μια σύγχρονη Οδύσσεια. Το σίγουρο είναι ότι ο Αιγύπτιος που σήμερα είναι μέτοχος στο θρυλικό «Nammos» με την ένδοξη κοσμική ιστορία, το οποίο χρόνο με τον χρόνο γίνεται πιο γνωστό, δεν θα ξεχάσει ποτέ την ημερομηνία της 16ης Ιουλίου του 1987.

Τότε δηλαδή που ο 20χρονος Αιγύπτιος από το Κάιρο θα ξοδέψει όλες τις οικονομίες του για ένα αεροπορικό εισιτήριο με προορισμό την Αθήνα. Χωρίς επιστροφή. Στα χέρια του κρατά μια τουριστική βίζα με διάρκεια ισχύος ενός μήνα και μια βαλίτσα με τα εντελώς απαραίτητα: μια πιτζάμα και μια κούτα τσιγάρα για να τον συντροφεύει τις πρώτες του μέρες στην Αθήνα όπου βρίσκει στέγη στο διαμέρισμα ενός φίλου του, δίπλα στο ξενοδοχείο «Caravel». Αυτός ο φίλος ήταν που τον είχε παρακινήσει να έρθει στην Ελλάδα γιατί εκείνη την εποχή, όπως του εξήγησε σ’ ένα γράμμα, υπήρχαν πολλές και καλές ευκαιρίες.

 

Ο Σάμι Ιμπραήμ δεν είχε κάποια ειδικότητα, ούτε καν προϋπηρεσία στα 20 μόλις χρόνια του. Είχε μόνο τεράστια όρεξη για δουλειά. Την Ελλάδα την ήξερε μόνο μέσα από τα τραγούδια αραβόφωνων κινηματογραφικών ταινιών ενώ για κάποιον περίεργο -καρμικό ίσως- λόγο πάντα αισθανόταν ότι «κάτι υπάρχει γι’ αυτόν στη χώρα που γέννησε τη Δημοκρατία», όπως αναφέρει ο ίδιος.

Υστερα από μία βδομάδα παραμονής στη χώρα βρίσκει και την πρώτη του δουλειά, στο «Le Palmier», ένα από τα πιο γνωστά μαγαζία που συνδέθηκε αργότερα με χώρους διασκέδασης και εστιατορίων που άφησαν εποχή στην Αθήνα («Le Foyer», «Bora-Bora», «Mercedes», «Empire», «Βυθός», «Must», «Βαρελάδικο»).

«Εψαχναν για κάποιο παιδί στη λάντζα και έτσι άρπαξα την ευκαιρία και ξεκίνησα να δουλεύω», δηλώνει ο ίδιος στο «ΘΕΜΑ». «Μέσα σε 20 μέρες έγινα βοηθός μάγειρα χωρίς ωστόσο να ξέρω να βράζω ούτε δύο αυγά. Μάλλον εκτίμησαν το γεγονός ότι ήξερα από γεύσεις».

Οι μέρες περνούν, η βίζα του εκπνέει και εκείνος καλείται να αποφασίσει τι θα κάνει με τη ζωή του. Η απόφασή του είναι θέμα δευτερολέπτων. Η επιστροφή του στο Κάιρο μετατίθεται για κάποια άλλη στιγμή στο μέλλον, ενώ εξακολουθεί να εργάζεται στην κουζίνα του «Le Palmier» για περίπου 1,5 χρόνο. Ζώντας παράνομα πλέον στην Ελλάδα, αποφεύγει να κινείται σε πολυσύχναστες περιοχές όπου παραμονεύει η Αστυνομία. Αγοράζει βιβλία μαγειρικής και πέφτει με τα μούτρα στο διάβασμα, έχοντας πλέον κατασταλάξει ότι αυτός είναι ο χώρος που τον ενδιαφέρει και θέλει να δραστηριοποιηθεί. Οσα χρήματα βγάζει ως βοηθός μάγειρα τα ξοδεύει δοκιμάζοντας διαφορετικές γεύσεις σε άλλα εστιατόρια όπου πηγαίνει ως θαμώνας. Διψά για μάθηση και νέες εμπειρίες. Κάποια στιγμή αφήνει το «Le Palmier» και πιάνει δουλειά στην κουζίνα του πιο κλασικού και comme il faut «Taboo» στην περιοχή του Χίλτον. Αλλο πελατολόγιο, άλλες παραστάσεις, νέες εμπειρίες. Τα καλοκαίρια τον βρίσκουν στην Κω να εργάζεται σε εστιατόρια του νησιού μέχρι και το Πάσχα του 1991 όπου ταξιδεύει στη Μύκονο για να συναντήσει το ίδιο φιλικό του πρόσωπο που τον παρότρυνε να έρθει στην Ελλάδα. «Πήγα για μία εβδομάδα διακοπές, όπως έκαναν τόσοι άλλοι τότε», θυμάται ο 47χρονος σήμερα Αιγύπτιος σεφ. «Πήγα για μία εβδομάδα και κάθισα συνολικά δέκα καλοκαίρια», προσθέτει.

Ο Σάμι Ιμπραήμ παραδέχεται ότι η ταβέρνα «Νίκος» στη Χώρα, όπου άρχισε να δουλεύει ως βοηθός μάγειρα έπειτα από παράκληση του ιδιοκτήτη της καθώς δεν έβρισκε άνθρωπο να καλύψει το κενό, ήταν για τον ίδιο το μεγαλύτερο σχολείο της ζωής του. Ηταν το σκαλοπάτι που τον μετέφερε σε ανώτερο επίπεδο και το έναυσμα για να αναζητήσει την τύχη του στα καλύτερα μαγαζιά της Αθήνας όχι πια ως βοηθός, αλλά ως σεφ.



O Ζαννής Φραντζέσκος και o Κωνσταντής Κουσαθανάς, οι δύο άλλοι συνιδιοκτήτες του «Nammos», ενθουσιάζονται με το deal του Σάμι Ιμπραήμ. Ενας από τους τρεις θα πρέπει να βρίσκεται τον χειμώνα στη Νέα Υόρκη για να τρέχει την επιχείρηση, όπως αναφέρεται ρητά σε μία ακόμα από τις λεπτομέρειες της συμφωνίας

Τον χειμώνα του 1996 κλείνει στο «Caprice» στο Κολωνάκι. Είναι το μπαρ-εστιατόριο, αδερφάκι του ιστορικού μπαρ της Μυκόνου, που προκαλεί αίσθηση στην πόλη και αλλάζει τα δεδομένα στον χάρτη της διασκέδασης. Στα απογευματινά πάρτι που οργανώνει γίνεται το αδιαχώρητο και όλες οι φυλές της πόλης φρενιάζουν χορεύοντας στα τραπέζια χωνεύοντας T-bone steaks και λαχταριστούς λουκουμάδες, τα δύο δημοφιλή πιάτα του εστιατορίου.

Στο «Caprice» γνωρίζει και τον άνθρωπο με τον οποίο αργότερα θα πορευτεί επαγγελματικά σε επιχειρηματικό επίπεδο. Είναι ο δεύτερος από τους τρεις μετόχους του «Nammos», ο Ζαννής Φραντζέσκος, ο οποίος εκείνη την εποχή δουλεύει στην μπάρα του καταστήματος. Η γνωριμία τους συνδέεται με ένα ακόμα σημαντικό για εκείνον γεγονός: αποκτά επιτέλους την πράσινη κάρτα και από παράνομος γίνεται νόμιμος.

«Επιτέλους αρχίζω να ταξιδεύω στο εξωτερικό, στην Ιταλία και την Ισπανία, για σεμινάρια μαγειρικής. Πάντα σκεφτόμουν πώς να εμπλουτίσω τις γνώσεις μου αποκτώντας ταυτόχρονα νέες εμπειρίες», διηγείται στο «ΘΕΜΑ».

Στο «Caprice» μένει για τρεις συνεχείς χειμώνες. Μέχρι που το 2001 παίρνει την απόφαση να τολμήσει το πρώτο του επιχειρηματικό βήμα. Ανοίγει στη Μύκονο το δικό του μαγαζί, το «La Casa», ένα εστιατόριο που λειτουργεί μόνο τον χειμώνα και απευθύνεται ως επί το πλείστον στους ντόπιους. Εναν χρόνο μετά και ενώ η φήμη του καταστήματος είχε αρχίσει να εξαπλώνεται, ένα ατύχημα με μια φιάλη υγραερίου οδηγεί στην καταστροφή. Το «La Casa» γίνεται παρανάλωμα του πυρός. Εκείνο το πρωινό, θυμάται ο Σάμι Ιμπραήμ, υπήρχε ένας Μυκονιάτης που μπήκε μέσα στη φωτιά και τράβηξε τη φιάλη έξω από το μαγαζί για να αποφευχθεί ακόμα μεγαλύτερη καταστροφή: «Ηταν ο Κωνσταντής Κουσαθανάς. Την επόμενη χρονιά μάλιστα ήρθε και μου ζήτησε δουλειά στο “La Casa”. Του πρότεινα να συνεταιριστούμε. Ετσι το μαγαζί πήγε ακόμα καλύτερα. Τότε ήρθε ο Ζαννής και μας έκανε την πρόταση να τον ακολουθήσουμε στο “Nammos”».

Μάλιστα το μερίδιο του Σάμι σ’ αυτό το νέο επιχειρηματικό σχήμα θα το βάλει η μητέρα του Κωνσταντή Κουσαθανά. «Ηταν θέμα εμπιστοσύνης», σημειώνει ο Αιγύπτιος σεφ.

Το «Nammos» ανοίγει, αλλά μια δυσάρεστη έκπληξη περιμένει τον Σάμι. Σπάει το πόδι του και για έξι μήνες το βάζει σε γύψο. Αναγκάζεται να δουλέψει έχοντας το πόδι του πάνω σε σκαμπό.

«Αν υπάρχει κάτι για το οποίο θα έπρεπε να αισθάνομαι χαρούμενος σήμερα δεν είναι αυτό που κατάφερα να πετύχω, αλλά η διαδρομή μου ως εδώ», απαντά στο ερώτημα για το ποιο θεωρεί ότι είναι το μυστικό της επιτυχίας που τον οδήγησε από το μηδέν στην κορυφή. Και εξηγεί: «Ολα όσα έχουμε πετύχει μπορούν να διαλυθούν μέσα σε μια νύχτα. Οσα όμως έζησα, γεύτηκα και είδα όλα αυτά τα χρόνια δεν μπορούν να διαγραφούν ποτέ από τη μνήμη μου». 

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ! :
ΡΩΤΗΣΤΕ ΤΟΥΣ ΕΙΔΙΚΟΥΣ
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ
Edgar Wallace
Η Σκέψη της ημέρας
3:17 Edgar Wallace