Έρωτας: Νόμιζα ότι ήταν καλός γιατί με πλήγωσε τόσο;

6 Οκτωβρίου 2014

Στην αναζήτηση του έρωτα, διαπιστώνουμε ότι πρέπει να εγκατα­λείπουμε αυτό ακριβώς το πράγμα που θέλουμε - την ίδια την ιδέα του έρωτα.

Τζέιμς Χίλμαν

Όταν οι δυο σύντροφοι δεν χωρίσουν όταν οι δυνάμεις της απώ­θησης τους σπρώχνουν οτα δυο αντίθετα άκρα του δωματίου, τό­τε κατά κάποιον τρόπο θα πρέπει να διαχειριστούν τις δυσκο­λίες αυτής της ενέργειας. Η ενστικτώδης αντίδραση όταν τελειώ­σει ο μήνας του μέλιτος είναι η υποχώρηση σε αυτό που ονομά­ζουμε «απόσταση ασφαλείας» σε μια σχέση.

Κείμενο του θεραπευτή Johnathan Robinson 

Στην αρχή μιας σχέσης, επιδεικνύουμε ένα ευάλωτο κομμάτι του εαυτοΰ μας, που συνήθως δεν τολμάμε να φανερώσουμε. Η ασφάλεια που γεννά ο έρωτας επιδρά δυνατά στο παιδί που συ­ναισθηματικά ζει ακόμη μέσα μας. «Τώοα θα ικανοποιηθούν οι ανάγκες μου, επιτέλους, θα αναπηθώ για αυτό ττου_Εΐμαι». ελπί­ζει μυστικά αυτό το παιδί και χαλαρώνουμε. Ακριβώς τότε, επι­τρέπουμε να εμφανιστούν άλλα κομμάτια του εαυτού μας. Στο επόμενο στάδιο, σταματάμε να προσέχουμε τόσο πολύ τον σύ­ντροφό μας, δεν ενδιαφερόμαστε και τόσο πολύ για τις σκέψεις ή τα αισθήματά του. Με τον καιρό, συνηθίζουμε εύκολα να τον θεωρούμε δεδομένο. Και οι δύο το αντιλαμβάνονται, και οι δύο δυσαρεστούνται από αυτό. Καθώς αρχίζει η πόλωση, το νεοαποκτηθέν αίσθημα της ασφάλειας διαταράσσεται.

Αφού τολμήσαμε να ανοιχθούμε προς χάριν του έρωτα, τώρα ξαναμαζευόμαστε. Όταν χαθεί η ασφάλεια, ένα μοναχικό κι ανεπιθύμητο κομμάτι του εαυτού μας συμπεραίνει ότι, εντέλει, δεν υπήρξαμε και τόσο καλοί, δεν αξίζαμε και τόσο πολύ να αγαπηθούμε. Δεν αισθανόμαστε πια και τόσο ασφαλείσ για να ζήσουμε με την καρδιά ανοιχτή και σιγά-σιγά την κλεινούιιε. Και καμιά φορά, την κλείνουμε απότοαα. Ό φόβος της σύγκρουσης, πι­θανόν και μιας οικειότητας που ουδέποτε πριν είχαμε βιώσει, μας κάνει να επιστρέφουμε σε γνωστά πρότυπα συμπεριφοράς που μας βοήθησαν να αισθανθούμε ασφάλεια στο παρελθόν.

Όταν λέμε «γνωστά» δεν εννοούμε ότι επιλέγουμε συνειδητά αυτά τα πρότυπα. Πρόκειται για μια υποχώρηση σε έναν ψυχο­λογικό μειονεκτικό μηχανισμό, που στήθηκε στο πλαίσιο της οικογένειάς μας. Αυτά τα πρότυπα έχουν στον πυρήνα τους μια στρατηγική χειραγώγησης του άλλου, έτσι ώστε να μην πληγω­θούμε, ούτε να εξαρτηθούμε από αυτόν. Έχουν διάφορες μορ­φές, που συμπυκνώνονται στις ακόλουθες γραμμές.

Μου αξίζει να λάβω αυτό που θέλω, χωρίς να το ζητήσω.

Θα του δώσω αυτό που θέλει, αλλά τίποτε δικό μου.

Δεν θα είμαι εγώ αυτός που ζητάει, τώρα που την κέρδισα (και παίζει το ρόλο της)

Θα κάνω τον βλάκα, ώστε να μην αισθανθεί απειλημένος κι έτσι θα κάνω αυτό που θέλω εγώ.

Δεν με νοιάζει για σένα, οπότε δεν μπορείς να με πληγώσεις.

Δεν ωψελεί να περιμένω κάτι από σένα, οπότε δεν περιμένω τί­ποτε!

Πεντάρα δεν δίνω!

Θα γίνω αυτό που θέλεις, αρκεί να μη με εγκαταλείψεις.

Υπάρχουν άπειρα τέτοια πρότυπα συμπεριφοράς που υιοθετού­με για να δημιουργήσουμε τη λεγάμενη «απόσταση ασφαλείας» σε μια ερωτική σχέση.

Είναι πολύ σημαντικό να επισημάνουμε ότι αυτοΰ του τύπου τη συμπεριφορά χειραγώγησης δεν την υιοθετούμε ύπουλα, αλ­λά επειδή φοβόμαστε. Ο φόβος είναι ένα ισχυρό και χρήσιμο αί­σθημα, που κρούει τον κώδωνα του κινδύνου. Τα παλιότερα χρόνια, ήταν το σήμα κινδύνου που βοήθησε τους προγόνους μας να επιβιώσουν εν μέσω των θηρίων. Σήμερα, τα θηρία είναι οι σύντροφοί μας! Και φυσικά, σε μια σχέση θα υπάρχει φόβος: φόβος να χάσουμε αλλά και να ζήσουμε τον έρωτα! Όσο πλη­σιάζουμε τον έρωτα, τόσο πιο πολύ φοβόμαστε. Όμως, ο φόβος δεν βοηθάει και πολύ στα ερωτικά ζητήματα.

Ήδη έχουμε πει ότι η οικειότητα μας κάνει ευάλωτους. Κι αυτό προκαλεί το φόβο της εξάρτησης. Δύσκολα μπορούμε να αντιμετωπίσουμε αυτό το φόβο, γιατί παρότι όλοι επιθυμούσαμε να αγαπηθούμε και να είμαστε ελεύθερα εξαρτημένοι όταν ήμα­στε παιδιά, ίσως να μην το πετύχαμε όλοι τότε σε αυτή την ευαί­σθητη ηλικία. Πιθανόν λοιπόν, να αποφασίσαμε μυστικά ότι δεν θέλουμε να ξαναβρεθούμε σε αυτή τη θέση εξάρτησης στο μέλ­λον. Όταν όμως αρχίζουμε μια ερωτική σχέση, ξυπνούν οι αρχι­κές ελπίδες και επιθυμίες μας, - φευ! για να απογοητευθούμε άλλη μια φορά. Κι αυτό θέτει σε λειτουργία το συναγερμό.

Οι σύντροφοι που έμαθαν να αρνούνται να είναι ευάλωτοι και εξαρτημένοι μπορεί να σοκαριστούν αν ξαφνικά γίνουν πάλι έτσι με τον σύντροφό τους. Ωστόσο, αυτό μπορεί να τους βγει σε καλό. Καθώς έχουν μάθει να μην είναι ευάλωτοι, να μη φανερώνουν την απελπισία ή την κατάθλιψή τους, μπορεί να κατασκευάσουν ένα ρόλο για τον εαυτό τους κυριαρχώντας σε ένα άλλο άτομο πε­ρισσότερο συναισθηματικό και προβληματικό από αυτούς. Κι έτσι μπορούν να εμφανίζονται στους άλλους ως οι λογικοί, ικανοί και κυρίαρχοι του παιχνιδιού. Παράλληλα, παρέχουν στον σύντροφό τους τη γονική φροντίδα και προστασία, την οποία επιζητούν στην πραγματικότητα για τον εαυτό τους. Αυτό είναι γνωστό στο επάγ­γελμα των συμβούλων ως «αλληλεξάρτηση». Πρόκειται για μια ισχυρή μορφή αναπλήρωσης. Αυτό συμβαίνει, π.χ., όταν ένα παιδί προσπαθεί να δώσει αγάπη στον γονιό του για να μπορέσει κι αυ­τός να το αγαπήσει με τη σειρά του. Δεν είναι ό,τι καλύτερο, αλλά αυτού του τύπου τα ζεύγη μπορεί να συνεχίσουν έτσι για πάντα, τηρώντας αυτή την ‘απόσταση ασφαλείας’ στη σχέση τους.

Βέβαια, κάποια στιγμή, αυτό το πρότυπο πληρώνει το τίμημά του. Αυτός που προσφέρει αγάπη, γίνεται μνησίκακος κι εξα­ντλείται. Η διαρκής ικανοποίηση των αναγκών και επιθυμιών του συντρόφου προμηθεύει μεν έναν ρόλο, αλλά δεν γεμίζει την ύπαρξή τους. Επιπλέον, έχουν πρόβλημα να αναγνωρίσουν τα αισθήματα και να ζητήσουν αυτό που θέλουν. Δεν έχουν συνεί­δηση των δικών τους ανικανοποίητων αναγκών και της επιθυ­μίας του παιδιού που κρύβεται μέσα τους να αγαπηθεί. Αλληλε- ξαρτώμενοι, παρότι επικεντρώνονται στη φροντίδα του συντρό­φου τους, έχουν ως κίνητρο να αποκτήσουν κάτι δικό τους, χωρίς ωστόσο να γνωρίζουν τις ανάγκες τους.

Περί αναγκών

Η ανάγκη να ανήκουμε και να μας αγαπούν είναι έμφυτη στην ανθρώπινη ψυχή. Δεν μπορούμε να την αποφύγουμε. Η σχέση με τη μητέρα μας κατά την παιδική ηλικία ήταν η πρώτη μας επα­φή με αυτό το θέμα. "Οταν καταλάβουμε ότι κάπου ανήκουμε και κάποιος μας αγαπάει, έχουμε ικανοποιηθεί και νιώθουμε ασφα­λείς. Ύστερα, αργά ή γρήγορα, περνούμε στο επόμενο στάδιο και είμαστε έτοιμοι να ικανοποιήσουμε την επόμενη ψυχολογική μας ανάγκη: αυτονομία ή ανεξαρτησία. Η αυτονομία είναι η ικα­νότητα να λειτουργούμε κατά το μάλλον ή ήττον μόνοι μας, να κάνουμε τις δικές μας επιλογές, να πράττουμε και να επιθυμού­με. Πρόκειται για ελευθερία και αυτοπροσδιορισμό. Τα ανθρώ­πινα όντα ουδέποτε είναι απολύτως ανεξάρτητα -ουδείς είναι ένα νησί, όπως λένε...- αλλά χρειάζονται την αυτονομία τους ως προάγγελο της ενήλικης ψυχολογικής υγείας. Κατ’ αυτόν τον τρόπο οικοδομούμε την αυτοεκτίμησή μας και την αυταξία μας, που είναι η βάση για να είμαστε ικανοί να αγαπήσουμε πραγμα­τικά κάποιον άλλον.

Ωστόσο, η ζωή σπανίως είναι ιδανική και οι περισσότεροι από εμάς πρέπει να κάνουμε συμβιβασμούς -ίσως και θυσίες- για να ικανοποιήσουμε τις ανάγκες μας για να ανήκουμε κάπου και παράλληλα να παραμείνουμε αυτόνομοι. Για παράδειγμα, αν ως παιδιά, οι γονείς μας ασκούσαν υπερβολικό έλεγχο, ή ο ένας από τους δύο γονιούς μάς θεωρούσε κάτι σαν το «όγδοο θαύμα» του κόσμου, τότε μάλλον μεγαλώσαμε μαθαίνοντας να είμαστε «το καλό παιδί» για να ανταποκριθούμε στις προσδο­κίες τους. Έτσι λοιπόν, εκπληρώνουμε τις προσδοκίες τους με απώτερο στόχο να μας αγαπήσουν κι εμείς να τους ανήκουμε. Σε αυτή την περίπτωση, μάλλον δρούμε εις βάρος της αυτονομίας μας, συμβιβαζόμαστε δηλαδή κι ως ένα βαθμό, προδίδουμε τον εαυτό μας.

Σ’ ένα διαφορετικό σενάριο, τα παιδιά που είναι παραμελη- μένα σωματικά ή ψυχολογικά, ή τα παιδιά που έχουν ανώριμους γονείς, ή αυτά που χάνουν το σπιτικό τους πολύ νωρίς, θα ανα­πτυξουν μια ανεξάρτητη και γεμάτη αυτοπεποίθηση συμπεριφο­ρά. Όμως, αυτά τα παιδιά θα έχουν κατακτήσει την αυτονομία τους εις βάρος της ανάγκης τους να ανήκουν κάπου. Πρόκειται για παρόμοιο και συμπληρωματικό συμβιβασμό καθώς και προ­δοσία του εαυτού τους, όπως περιγράψαμε ανωτέρω.

Αυτοί είναι μερικοί μόνον από τους τρόπους με τους οποίους αντιμετωπίζουμε τη δυσκολία εξισορρόπησης μεταξύ της έμφυ­της ανάγκης μας να ανήκουμε κάπου και της ανάγκης μας για ελευθερία.

Οι ερωτικές σχέσεις φέρνουν στο επίκεντρο τον τρόπο με τον οποίο επιλύσαμε αυτό το δίλημμα στο παρελθόν. Εφόσον οι σχέ­σεις μας μπορούν να μας φέρουν αντιμέτωπους με τους διακανο­νισμούς που συνήθως κάνουμε και μας υποχρεώνουν να αναθε­ωρήσουμε τη συμπεριφορά ή τις ανάγκες μας, έχουμε μια πιθα­νότητα να επανεξετάσουμε τη μειονεκτική συμπεριφορά μας. Εν τω μεταξύ και ενώ η ανάγκη για ασφάλεια του παιδιού, που υπάρχει μέσα μας, συνεχίζει να είναι υπεύθυνη για τη διαθεσι­μότητα του ενηλίκου ως προς τη δημιουργία μιας ερωτικής σχέ­σης, η απόσταση ασφαλείας είναι σπανίως ικανοποιητική.

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ! :
ΡΩΤΗΣΤΕ ΤΟΥΣ ΕΙΔΙΚΟΥΣ
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ