Σχέσεις: Αν δεν κάνουμε παιδί θα χωρίσουμε;

7 Οκτωβρίου 2014

Η Επίδραση της Υπογονιμότητας στον Ψυχισμό του Ζεύγους

Γράφει η Χαρίκλεια Μανουσάκη

Σύμβουλος Ψυχικής Υγείας κι Επικοινωνίας

 Χαρίκλεια Μανουσάκη

 

Η ανάγκη για τεκνοποίηση και συνάμα η απόγνωση κι ο πόνος της αδυναμίας σύλληψης αποτελούσαν κι αποτελούν σημαντικότατο κομμάτι της ζωής ενός ζεύγους.

Η απόκτηση ενός απογόνου είναι ένα θέμα εξέχουσας σημασίας για την κοινή ζωή δύο ανθρώπων κι απορρέει τόσο από φυσικούς (βιολογική παρόρμηση), όσο κι από ψυχοκοινωνικούς παράγοντες. Κάθε προσπάθεια για την επίτευξη τεκνοποίησης, συνοδεύεται από λαχτάρα κι αγωνία, οι οποίες έχουν περιγραφεί γλαφυρά σε μύθους, στην λογοτεχνία, αλλά και στην τέχνη γενικότερα.

Για τους λόγους αυτούς, όταν η σημαντική αυτή προσπάθεια, αποβαίνει άκαρπη ή αντιμετωπίζει εμπόδια, επηρεάζει βαθιά τη σχέση του ζεύγους, καθώς χαρακτηρίζεται ως κρίση στην ευημερία του.

Η κρίση αυτή με τη σειρά της επηρεάζει την ψυχική σταθερότητα των προσώπων που απαρτίζουν τη σχέση κι ωθεί το ζεύγος σε μία αγωνιώδη, συνήθως, εξεύρεση λύσης (ιατρικής ή κοινωνικής π.χ. υιοθεσία), προκειμένου να ξεπεραστεί το πρόβλημα της αδυναμίας σύλληψης. 

Για τα ζευγάρια που αντιμετωπίζουν τη δυσκολία της υπογονιμότητας, σηματοδοτείται η έναρξη μιας δυσάρεστης εμπειρίας ζωής που επιβαρύνει με πολλούς τρόπους το συναισθηματικό, κοινωνικό, επαγγελματικό, οργανικό και ψυχικό γίγνεσθαι του ζεύγους.

Σύμφωνα με την Patricia P. Mahlstedt, η εμπειρία της υπογονιμότητας  νοηματοδοτείται ως «απώλεια» από το ζεύγος, που εκφράζεται ως «απώλεια συναισθηματικής σχέσης, απώλεια σχέσεων του κοινωνικού δικτύου, απώλεια υγείας και σεξουαλικής ικανοποίησης, απώλεια κύρους ή/και απώλεια ελέγχου, ελπίδας, προσδοκίας κι ασφάλειας».

Το συναίσθημα της δυσφορίας, επηρεάζει ουσιωδώς την αυτοεικόνα και την αυτοεκτίμηση του ζευγαριού, καθώς η αδυναμία τεκνοποίησης επηρεάζει την προσωπική ολοκλήρωση κι ικανοποίηση, αποδυναμώνει την ταυτότητα τους ως πρόσωπα που μπορούν να φροντίσουν και να προσφέρουν σε ένα παιδί και μέσα από τη διαδικασία ανατροφής του, να ευτυχίσουν ως ζευγάρι.

Τα υπογόνιμα ζεύγη αισθάνονται «μη φυσιολογικά» και μη αποδεκτά κοινωνικά, αυξάνοντας τα επίπεδα του άγχους, καθώς αισθάνονται ελλιπείς ως προς την ταυτότητα τους ως σύντροφοι. Επίσης, διακατέχονται από δυσκολία ενσωμάτωσης του γεγονότος της αδυναμίας σύλληψης, θέτοντας το ρόλο τους ως άνδρα ή γυναίκα υπό αμφισβήτηση. Η κατάσταση αυτή, επηρεάζει αρνητικά τον αυτό-προσδιορισμό των προσώπων, καθώς αντιλαμβάνονται την αδυναμία τεκνοποίησης ως προσωπική αποτυχία.

Οι συνθήκες ζωής κι ο σχεδιασμός του ζεύγους, επιβαρύνονται από αισθήματα αναστάτωσης στη σχέση, την σεξουαλικότητα και τις αξίες των προσώπων. Επιπρόσθετα, κλινικές μελέτες καταδεικνύουν  ότι η υπογονιμότητα εκτός από το άγχος σχετίζεται και με την κατάθλιψη.

 

Ειδικότερα για τα αισθήματα του άγχους, θα πρέπει  να αναφέρουμε πως μπορεί να εκδηλωθεί ως ανησυχία, αδυναμία συγκέντρωσης, νευρικότητα χωρίς προφανή άλλο λόγο και αίσθημα κόπωσης.

Τα συναισθήματα που διακατέχουν το ζευγάρι είναι κυρίως αυτά της θλίψης, της ενοχής, της δυσφορίας, του θυμού, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις παρατηρείται άρνηση της δύσκολης κατάστασης. Η υπογονιμότητα αντιπροσωπεύει μια ουσιαστικά δύσκολη κι οδυνηρή διαδικασία, η οποία επηρεάζει σημαντικά την ποιότητα της ζωής του ζευγαριού.

Οι γυναίκες βιώνουν υψηλότερα επίπεδα ψυχικής δυσφορίας κι αναφέρουν  χαμηλότερη αυτοεκτίμηση και ικανοποίηση από τη ζωή, καθώς για την τεκνοποίηση φέρεται ιστορικά, στερεοτυπικά να «ευθύνεται» το γυναικείο φύλο.

Πέρα από τα παραπάνω, κοινωνικοσυναισθηματικά στοιχεία, η αδυναμία σύλληψης επιδρά αρνητικά και στην ίδια την εικόνα του σώματος της γυναίκας ή του άνδρα. Τα υπογόνιμα ζευγάρια αποκαλύπτουν πως - ανεξάρτητα από τις αιτίες αδυναμίας σύλληψης - αισθάνονται ατελή και ελαττωματικά, αναφορικά με το ίδιο τους το σώμα. Ιδιαίτερα οι γυναίκες νιώθουν θυμό λόγω της αδυναμίας ελέγχου των συνθηκών στο σώμα τους. Οι προσφερόμενες ιατρικές παρεμβάσεις (φαρμακευτική αγωγή υποβοηθούμενης γονιμοποίησης), δε, επιφέρουν συναισθηματικές κι οργανικές παρενέργειες που ενδέχεται να επιβαρύνουν περισσότερο την ήδη δύσκολη συναισθηματική κατάσταση.

Πολλές μελέτες τονίζουν, επίσης, ότι η μέθοδος της εξωσωματικής γονιμοποίησης, αποτελεί ιδιαίτερη πηγή άγχους για το ζευγάρι, καθώς αυτό επενδύει συναισθηματικά σε πολύ σημαντικό βαθμό σε αυτήν. 

 

Συμπερασματικά, λόγω παρουσίας πολύπλοκων ψυχολογικών παραγόντων κατά την θεραπευτική παρέμβαση, προτείνεται η επικοινωνία με ειδικό ψυχικής υγείας ή με έμπειρο επιστημονικό προσωπικό που συνδυάζει την ιατρική με την ψυχολογική δεξιότητα κι ως εκ τούτου θα μπορέσει να υποστηρίξει με τον καλύτερο δυνατό τρόπο το ζευγάρι που επιθυμεί να τεκνοποιήσει.

Είναι γεγονός πως ένα ζευγάρι με χαμηλότερα επίπεδα δυσφορίας κι άγχους έχει σημαντικά μεγαλύτερες πιθανότητες σύλληψης.

Η αντιμετώπιση των συναισθηματικών και ψυχολογικών επιπτώσεων μπορεί να ενισχύσει σημαντικά τους οργανικούς παράγοντες, να βοηθήσει στη βελτίωση της αυτοεκτίμησης του ζεύγους και να καλύψει όλα τα στάδια μίας υποβοηθούμενης προσπάθειας γονιμοποίησης με ασφαλή συναισθηματικά τρόπο.

Εκτός από την υποστηρικτική ψυχολογική βοήθεια, σημαντική είναι κι η εμπεριστατωμένη ενημέρωση του ζεύγους για την ακριβή κατάσταση και τις πιθανές εξειδικευμένες λύσεις.

Η ιατρική ενημέρωση κι η συναισθηματική ενημερότητα και στήριξη, βοηθά τα ζεύγη να προσαρμοστούν στο στάδιο της ακολουθίας λύσεων κι ως εκ τούτου τη σημαντική μείωση του άγχους που προέρχεται από την απειλή της άγνοιας.

Κάθε θεραπευτική παρέμβαση τέλος, επιδρά θετικά καθώς από μόνη της αποτελεί το πρώτο βήμα προς της επίλυση του προβλήματος και την ανάκτηση του ελέγχου προς την κατεύθυνση του ελέγχου και την πραγματοποίηση ενός ιδιαιτέρως σημαντικού στόχου: της τεκνοποίησης.

 

Βιβλιογραφία

Integrating Sex And Marital Therapy: A Clinical Guide, Gerald R. Weeks, 1988

Chapter 7: The Crisis of Infertility. An Opportunity for Growth, by Patricia P. Mahlstedt

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ! :
ΡΩΤΗΣΤΕ ΤΟΥΣ ΕΙΔΙΚΟΥΣ
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ