Γιατί παχαίνουμε όταν κόψουμε το κάπνισμα;

17 Οκτωβρίου 2014
 
Ένας παράγοντας που λειτουργεί ανασταλτικά για τη διακοπή του καπνίσματος είναι ο φόβος αύξησης του βάρους, κάτι που πολύ συχνά ισχύει, με δεδομένο ότι οι καπνιστές μπορεί να τρώνε περισσότερο από τους μη καπνιστές και να ζυγίζουν λιγότερο. Οι στατιστικές μελέτες δείχνουν ότι οι καπνιστές τρώνε τουλάχιστον τριακόσιες πενήντα θερμίδες την ημέρα περισσότερες από τους μη καπνί- ζοντες, ενώ στατιστικά ζυγίζουν λιγότερο. Η σύγχρονη έρευνα έχει αποδείξει ότι το κάπνισμα αυξάνει το μεταβολισμό του ανθρώπου περίπου 10%. Ωστόσο, ο πιο σημαντικός λόγος για τον οποίο, όταν καπνίζουμε, δεν παχαίνουμε, είναι η δυνατότητα που έχει η νικοτίνη, και γενικά το κάπνισμα, να αναστέλλει την έκκριση της δραστήριας μορφής ενός ενζύμου που λέγεται λιποπρωτεϊνική λιπάση, το οποίο είναι υπεύθυνο για το μεταβολισμό του λίπους και την αποθήκευσή του στα λιποκύτταρα.Έτσι, δεν ευνοούνται οι προϋποθέσεις για λιποαποθήκευση. Το αποτέλεσμα της διαδικασίας αυτής είναι οι καπνιστές να έχουν λιγότερο λίπος στα λιποκύτταρα του υποδόριου ιστού, αλλά να αποθηκεύουν λίπος στις αρτηρίες και την καρδιά. Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο όσοι καπνίζουν έχουν υψηλή χοληστερόλη, αυξημένα τριγλυκερίδια, αρτηριακή πίεση και, φυσικά, αντιμετωπίζουν σοβαρότερο κίνδυνο καρδιακών νοσημάτων.
Τι συμβαίνει, τώρα, όταν σταματήσουμε το κάπνισμα; Η λιποπρωτεϊνική λιπάση αποκτά δραστήρια μορφή, με συνέπεια όλη η περίσσια ενέργεια που προσλαμβάνουμε να αποθηκεύεται στα λιποκύτταρα, τα οποία γίνονται μεγαλύτερα και έτσι το Βάρος μας αυξάνεται.
Η αύξηση του ποσοστού λίπους στο σώμα μας συνεπάγεται μείωση στο ρυθ- jo του μεταβολισμού μας και, φυσικά, μείωση των αναγκών μας όσον αφορά τις ημερήσιες θερμίδες. Ο συνολικός ρυθμός των βιολογικών λειτουργιών (μεταβολισμός) μειώνεται περίπου κατά 10%. Φυσικά, όλες αυτές οι μεταβολικές αλλαγές δεν κρατούν για πάντα, μια και το σώμα έχει την τάση να προσαρμοστεί στα νέα δεδομένα, να αποκαταστήσει τις ισορροπίες και να ανακόψει την αύξηση βάρους.

Όσοι, λοιπόν, αποφασίσουν να διακόψουν το κάπνισμα πρέπει να περιμένουν αύξηση του Βάρους τους από πέντε έως επτάμισι κιλά για κάθε πακέτο τσιγάρων που κάπνιζαν, ενώ χρειάζονται έξι μήνες έως ένα χρόνο για να αναδιοργανωθούν οι λειτουργίες του μεταβολισμού έτσι ώστε η απώλεια Βάρους να γίνει εφικτή.
Στο σημείο αυτό, θα πρέπει να αναφέρουμε και έναν ακόμα σημαντικό παράγοντα που συμβάλλει στην αύξηση του Βάρους μετά τη διακοπή του καπνίσματος, ο οποίος δεν είναι άλλος από την αύξηση του φαγητού, που λειτουργεί ως υποκατάστατο του καπνίσματος. Είναι γεγονός αναμφισβήτητο ότι οι καπνιστές έχουν εθιστεί στη νικοτίνη, όπως επίσης είναι γεγονός ότι η απεξάρτηση από οποιαδήποτε εξάρτηση ή συνήθεια, και κατά κύριο λόγο από τη νικοτίνη, απαιτεί σοβαρότατη προσπάθεια οργανική και ψυχολογική. Συχνά, λοιπόν, όποιος διακόψει το κάπνισμα βρίσκει διέξοδο στο φαγητό, αυξάνοντας έτσι δραματικά το Βάρος του.
Αυτό που επιβάλλεται να κάνουμε δεν είναι, Βέβαια, να συνεχίσουμε το κάπνισμα αλλά, πριν αποφασίσουμε τη διακοπή του, να ελέγχουμε τη διατροφή μας, μειώνοντας τις ποσότητες του φαγητού, αποφεύγονταςτα λιπαρά κάθε μορφής και αυξάνοντας τη φυσική δραστηριότητα (περπάτημα, χαλαρό τρέξιμο, κολύμπι, στατικό ποδήλατο ή γυμναστική σε γυμναστήριο) για σαράντα λεπτά τρεις με τέσσερις φορές την εβδομάδα.


Πηγή: “Διατροφή για μια καλύτερη ζωή”, Γιώργος Μουλίνος

Ευχαριστούμε τις εκδόσεις Ψυχογιός
ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ! :
ΡΩΤΗΣΤΕ ΤΟΥΣ ΕΙΔΙΚΟΥΣ
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ