Σχιζοφρένεια: Ποιοι κινδυνεύουν περισσότερο και πότε;

20 Οκτωβρίου 2014

ΣΧΙΖΟΦΡΕΝΕΙΑ: ΜΙΑ ΒΙΟΛΟΓΙΚΗ ΝΟΣΟΣ

Όσοι έχουμε διδάξει φοιτητές της Ιατρικής, έχουμε έρθει αντιμέτω­ποι με την αμφισβήτηση του ορισμού της ψυχικής νόσου και της πα­θολογικής συμπεριφοράς. Είναι δύσκολο πολλές φορές να πεισθούν οι νέοι που συνήθως είναι αντιρρησίες, ότι ένας άνθρωπος χαρακτήριζεται ως ασθενής, επειδή ακούει φωνές, που οι υπόλοιποι δεν τις ακούμε και που πιστεύει ότι επικοινωνεί με το Θείο, ή ότι τον παρακολουθούν μυστικοί πράκτορες...

Γράφει ο ψυχίατρος Παύλος Σακκάς 

Όμως η σχιζοφρένεια δεν είναι μια προσωπική επιλογή, ούτε ένα κοι­νωνικό φαινόμενο, αλλά μια αρρώστια, με παγκόσμια μάλιστα εξάπλωση. Μια αρρώστια που σε όλες τις κοινωνίες, από τις πιο καπιταλιστικές και δυτικοποιημένες, μέχρι τις πιο πρωτόγονες, στο μέσο της ζούγκλας, έχει την ίδια περίπου συχνότητα, που κυμαίνεται σταθερά γύρω στο 1,5% του πληθυσμού.

Και κάτι ακόμα. Η σχιζοφρένεια είναι ένα νόσημα με γενετική συνισταμένη. Δηλαδή σήμερα ξέρουμε, ότι έχει μεγαλύτερες πιθανότητες να νοσήσει κάποιος συγγενής ασθενούς, από κάποιον που δεν έχει σχι­ζοφρενή στην οικογένειά του. Δηλαδή ενώ γενικά όλοι μας έχουμε πι­θανότητα 1,5% να νοσήσουμε, αν έχουμε έναν γονέα ή έναν αδελφό με σχιζοφρένεια, τότε οι πιθανότητες ανεβαίνουν στο 14%. Και αυτό είναι άσχετο με την οικογένεια που μεγαλώσαμε, αφού έχουν μελετηθεί και αδέλφια, που είχαν υιοθετηθεί από διαφορετικές οικογένειες. Και αυτά είχαν τις ίδιες πιθανότητες να αρρωστήσουν, άσχετα αν είχαν μεγαλώ­σει στην πραγματική τους, βιολογική οικογένεια, ή αν είχαν μεγαλώσει σε μια οικογένεια, χωρίς σχιζοφρενές μέλος.

Από την άλλη όμως, έρευνες με μονοζυγωτικούς διδύμους, δηλαδή διδύμους με το ίδιο ακριβώς γενετικό υλικό, έδειξαν ότι η αιτιολογία της σχιζοφρένειας δεν είναι μόνο γενετική. Καθότι μόνο κατά 50%, τα μονοζυγωτικά αδέλφια των σχιζοφρενών, ανέπτυξαν τη νόσο. Δηλαδή τα μισά αδέλφια δεν έπαθαν σχιζοφρένεια, ενώ ο άλλος πανομοιότυπος αδελφός τους έπασχε από τη νόσο αυτή. Το γεγονός αυτό δείχνει ότι εκτός από το γονίδιο, χρειάζεται και κάτι άλλο για να εκδηλωθεί η νόσος.

Κάτι άλλο όμως, που δεν πρέπει να έχει σχέση με το περιβάλλον και την πίεση που αυτό προκαλεί στο επιρρεπές άτομο. Αφού οι δίδυμοι και μάλιστα οι μονοζυγωτικοί, αντιμετωπίζονται όμοια τόσο από την οι­κογένεια, όσο και από το σχολείο και την ευρύτερη κοινωνία. Συνήθως μάλιστα, ο περίγυρος δεν μπορεί να τους ξεχωρίσει, αφού συχνά ακόμα ντύνονται και όμοια. Με αυτό θέλω να πω ότι η εμφάνιση της σχιζοφρέ­νειας, δεν έχει καμιά σχέση με τον τρόπο ανατροφής ή την κοινωνική πίεση που δέχεται ένα άτομο.

Και αυτό το τονίζω γιατί είναι σημαντικό, οι γονείς των σχιζοφρενών να είναι απενοχοποιημένοι και να μην αισθάνονται ότι φταίνε σε τίποτε, που τα παιδιά τους εκδήλωσαν τη νόσο. Εξάλλου πρέπει να ξέρουμε ότι οι ενοχές είναι το χειρότερο εργαλείο για την αντιμετώπιση της χρόνιας αυτής νόσου.

Αλλά για να επανέλθουμε στη σχιζοφρένεια. Η εμφάνιση ή μη της νόσου, σε δύο μονοζυγωτικούς διδύμους, πρέπει να οφείλεται στη δια­φορετικότητα των νευρωνικών οδών που έχει προτιμήσει να ενεργο­ποιήσει ο εγκέφαλος του ενός διδύμου, ενώ ο εγκέφαλος του άλλου προτίμησε, τυχαία προφανώς, άλλον, παραπλήσιο δρόμο επεξεργασίας των ερεθισμάτων. Έτσι ο ένας εγκέφαλος έπεσε σε ελαττωματικό αγω­γό, με αποτέλεσμα, όταν στην ηλικία των 17 ή 20 πέρασαν περισσότερα ερεθίσματα από τον «αγωγό» αυτόν, να προκόψουν τα βραχυκυκλώμα­τα, για τα οποία κάνω εκτενέστερη αναφορά παρακάτω.

Ένα ενδιαφέρον μοντέλο

Τα τελευταία χρόνια στους φοιτητές μου, χρησιμοποιώ ένα απλουστευτικό μοντέλο, που περιγράφει με όρους ηλεκτρονικών υπολογι­στών, την κύρια ψυχοπαθολογία που εμφανίζεται στη σχιζοφρένεια. Η εξοικείωση των νέων στους υπολογιστές, βοηθά στην αφομοίωση του μοντέλου, το οποίο έτσι τους γίνεται και πιο ελκυστικό.

Συγκεκριμένα θεωρώ ότι υπάρχει στον εγκέφαλό μας ένας Κεντρικός Επεξεργαστής, ο οποίος επεξεργάζεται τα δεδομένα που λαμβάνει από διάφορες πηγές και με βάση αυτά, παράγει αποφάσεις και συμπερά­σματα. Αυτός ο Κεντρικός Επεξεργαστής λαμβάνει δεδομένα, αφενός από το Εξωτερικό Περιβάλλον, δηλαδή από διαφορετικές αισθητηρια­κές πηγές, όπως ακουστικές, οπτικές, οσφρητικές και άλλες, οι οποίες διοχετεύονται σε αυτόν από συγκεκριμένες εισόδους (αποκαλούνται «θύρες» στους υπολογιστές). Αφετέρου ο Κεντρικός Επεξεργαστής λαμ­βάνει δεδομένα και από έναν άλλο επεξεργαστή, που ονομάζω Σκέψη. Η Σκέψη παράγει δεδομένα από στοιχεία που έχει αποθηκεΰσει από το παρελθόν, από πεποιθήσεις που έχει διαμορφώσει και γενικότερα από δεδομένα που της έχει στείλει παλαιότερα ο Κεντρικός Επεξεργαστής.

Τα δεδομένα της Σκέψης διοχετεύονται στον Κεντρικό Επεξεργαστή από συγκεκριμένη και διαφορετική είσοδο, από ό,τι τα δεδομένα από το Εξωτερικό Περιβάλλον . Έτσι ο Κεντρικός Επεξεργαστής γνωρίζει ότι, εάν ένα δεδομένο του έρχεται από την είσοδο της Σκέψης, τότε σημαί­νει ότι αυτό είναι προϊόν της δικής του Σκέψης, της δικής του φαντα­σίας. Αντίθετα εάν ένα δεδομένο του έρθει από την είσοδο, που του έρχονται τα δεδομένα τού Εξωτερικού Περιβάλλοντος, τότε γνωρίζει ότι το δεδομένο αυτό είναι πραγματικό, είναι δηλαδή δεδομένο της εξωτερικής πραγματικότητας.

Εύκολα λοιπόν κανείς αντιλαμβάνεται ότι, εάν γίνει ένα βραχυκύκλω­μα και δεδομένα που προέρχονται από τη σκέψη, διοχετευθούν στον Κεντρικό Επεξεργαστή από την είσοδο που εισέρχονται τα Εξωτερικά, ακουστικά δεδομένα για παράδειγμα, τότε ο Κεντρικός Επεξεργαστής θα πιστεύει ότι τα δεδομένα αυτά προέρχονται από τον εξωτερικό χώρο. Έτσι γεννώνται οι ακουστικές ψευδαισθήσεις, το περιεχόμενο των οποίων εκφράζει σκέψεις δικές μας, φόβους μας και ό,τι άλλο βγαί­νει από τον επεξεργαστή της Σκέψης μας (σχήμα).

Για παράδειγμα ένας άνθρωπος που είναι πολύ θρήσκος και θα ήθελε πολύ να επικοινωνήσει με τον Θεό και τους Αγίους, εάν η θέλησή του αυτή εισέλθει στον Κεντρικό Επεξεργαστή του μυαλού του, από την εί­σοδο που μπαίνουν τα Εξωτερικά ερεθίσματα, ο Κεντρικός Επεξεργα­στής θα νομίζει ότι πράγματι ακούει τη φωνή του Θεού, ή των Αγίων.

Με αυτό το μοντέλο εύκολα μπορεί να αντιληφθεί ότι η θεραπεία της διαταραχής αυτής του εγκεφάλου είναι η διακοπή των βραχυκυκλωμάτων, η οποία πραγματοποιείται με τη χορήγηση αντιψυχωσικών φαρμάκων.

Με τη θεωρία των βραχυκυκλωμάτων, εξηγώ την αιτιοπαθογένεια της σχιζοφρένειας ακόμη και στους ίδιους τους ασθενείς και στους συγγενείς τους. Αρκετοί ασθενείς, με αυτόν τον τρόπο αποδέχονται τη θεραπεία, αλλά και τη χρονιότητα που πρέπει αυτή να έχει. Επίσης οι γονείς απενοχοποισυνται, αφού τους εξηγώ ότι δεν έφταιξαν αυτοί και ο τρόπος που διαπαιδαγώγησαν τον ασθενή. Αντίθετα τους εξηγώ ότι υπάρχει πιθανόν κάποια γενετική επιβάρυνση, για την οποία βέβαια δεν είναι αυτοί υπεύθυνοι.

Πιστεύω ακράδαντα ότι όσο περισσότερο προωθείται στην κοινω­νία η επιστημονική διαπίστωση, ότι και τα ψυχικά νοσήματα δεν είναι τίποτε περισσότερο από μια βιολογική αρρώστια, τόσο θα μειώνεται ο στιγματισμός της σχιζοφρένειας και των άλλων ψυχικών νόσων. Δεν χρειάζονται εκστρατείες εναντίον του στίγματος. Αυτό από μόνο του εξαλείφεται από την πληροφόρηση του κοινού, για τις προόδους της Σύγχρονης Ψυχιατρικής. Όπως έγινε και με το στίγμα που υπήρχε προς τη φυματίωση, το «χτικιό» όπως το αποκαλούσε ο λαός. Μόλις ανακαλύφθηκε αποτελεσματική αντιβιοτική θεραπεία, το στίγμα που ακολουθούσε τους φυματικούς, ακόμα και τις οικογένειές τους, ως διά μαγείας εξαλείφθηκε.

Η ΣΥΜΜΟΡΦΩΣΗ ΤΟΥ ΑΣΘΕΝΟΥΣ ΚΑΙ Η ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ ΤΟΥ ΕΥΘΥΝΗ

-   Γιατρέ, αισθάνομαι πολύ καλύτερα τώρα, που δεν με κυνηγάνε και δεν ακούω τους γύρω μου να με σχολιάζουν.

-   Χαίρομαι. Είδες τελικά ότι έπρεπε να πάρεις τα φάρμακα, που σου σύστηναν οι γιατροί... Είχαν δίκαιο.

-   Δεν ξέρω αν είχαν δίκαιο. Εκείνο που ξέρω είναι ότι τώρα δεν ακούω πια φωνές στο μυαλό μου. Το μυαλό μου είναι καθαρό.

Σήμερα οι επιλογές του «σύγχρονου» ανθρώπου, είναι υπερβολικές και κάθε μέρα γίνονται περισσότερες. Αυτές οι επιλογές είναι που εξα­ντλούν τη δύναμη του επεξεργαστή του. Εξαντλούν αυτό το σεροτονι- νεργικό νευρωνικό κύκλωμα, που όταν δεν λειτουργεί σωστά, εμφανί­ζεται κατάθλιψη.

Ευτυχώς που ο άνθρωπος μαζί με την πολυπλοκότητα της ζωής του, ανακάλυψε τα αντικαταθλιπτικά, που ενισχύουν τη λειτουργία του επε­ξεργαστή του και έτσι μπορεί να τα βγάζει πέρα. Τα αντικαταθλιπτικά είναι σαν τα γυαλιά πρεσβυωπίας. Αν δεν υπήρχαν, οι περισσότεροι από εμάς θα ήμασταν «τελειωμένοι» από τα σαράντα μας. Δεν θα μπο­ρούσαμε να διαβάσουμε και να γράψουμε. Υποχρεωτικά θα καθόμα­σταν στον καναπέ μας και θα λέγαμε παραμύθια στα εγγόνια μας. Ή θα κάναμε χονδροειδείς δουλειές, για όσο χρόνο θα μας επέτρεπε το υπό­λοιπο σώμα μας. Εφόσον θέλουμε να παραμένουμε δραστήριοι, στις σύγχρονες ασχολίες μας, οπωσδήποτε θα πρέπει να φοράμε γυαλιά.

Σε ένα θαυμάσιο κινηματογραφικό έργο του Κουροσάβα, το «Ου- ζαλά», ο πρωτόγονος ομώνυμος πρωταγωνιστής, όταν γερνά και δεν μπορεί πλέον να σημαδέψει με το όπλο του και να κυνηγήσει, αποφα­σίζει να πεθάνει, αφού είναι άχρηστος σύμφωνα με τους νόμους της φύσης. Έτσι λειτουργεί όλη η φύση. Μόνο ο σύγχρονος άνθρωπος μπο­ρεί να βελτιώσει τη φθορά του χρόνου και τα φυσικά του ελαττώμα­τα. Όπως οι πρεσβύωπες μπορούν να μετέχουν σε όλες τις σύγχρονες δραστηριότητες, έτσι και αυτοί που έχουν ανάγκη της βοήθειας των αντικαταθλιπτικών, μπορούν να συνεχίσουν τη ζωή τους με την ίδια ένταση, χάρη στα φάρμακα αυτά.

Η συνεχής χρήση των αντικαταθλιπτικών δεν αποτελεί εθισμό σε κάτι άχρηστο, που κάνει κακό, όπως το τσιγάρο. Είναι αναγκαστική αναζή­τηση βοήθειας. 

Μπορείτε να διαβάσετε περισσότερα στο βιβλίο Η Ψυχιατρική Αλλιώς, Ιατρικές Εκδόσεις Βήτα 

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ! :
ΡΩΤΗΣΤΕ ΤΟΥΣ ΕΙΔΙΚΟΥΣ
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ