Guardian: Η Αθήνα γέμισε από άστεγους που πριν είχαν μία κανονική δουλειά

21 Οκτωβρίου 2014

H Ευρώπη σαν δύο κόσμοι: από τη μία το Μόναχο, η τρίτη χώρα σε ανάπτυξη στην ήπειρο, και από την άλλη η Αθήνα των χιλίων προβλημάτων. Η βρετανική εφημερίδα Guardian πραγματοποιεί ένα οδοιπορικό στους δρόμους της Αθήνας και εστιάζει στο πρόβλημα των αστέγων. Ανθρώπων που κάποτε είχαν μια καλή δουλειά και τώρα που τα έχασαν όλα, εξωθήθηκαν στο περιθώριο της πόλης και του κοινωνικού ιστού.
«Η πόλη του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη, η Αθήνα, το λίκνο του δυτικού πολιτισμού και το μέρος που γεννήθηκε η Δημοκρατία, παραμένει το μείζον εμπορικό κέντρο της νότιας Ευρώπης. Είναι, όμως, και η πρωτεύουσα με τα περισσότερα προβλήματα από όλες τις άλλες της ηπείρου. Από το 2008 και μετά έχει χτυπηθεί περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη από την κρίση. Μαγαζιά κλείνουν, κόσμος βγαίνει έξω από τα σπίτια του, τα «ενοικιάζεται» βρίσκονται παντού», σημειώνει η εφημερίδα.

Και συνεχίζει την ανάλυση της κατηφόρας:

«Το 1/4 του ΑΕΠ της Ελλάδας χάθηκε, η ανεργία ανέβηκε στο 27% και κυρίως στις νέες ηλικίες. Περίπου ένα εκατομμύριο κάτοικοι της Αθήνας έχουν μείνει χωρίς δουλειά. «Οι άστεγοι δεν έχουν επίπτωση στο κοινωνιο-οικονομικό στάτους της πόλης», αναφέρει ο Ίβαν Γιούριτς του Ιδρύματος Λάτση που μέσω του φιλανθρωπικού έργου του έχει αναπτύξει περίπου 50 προγράμματα κάλυψης και στήριξης αστέγων και ανθρώπων που βρίσκονται κοντά στο φάσμα του... δρόμου. Η επίσημη οργάνωση της ΕΕ (FEANTSA) αναφέρει πως άστεγος δεν είναι μόνο αυτός που μένει στο δρόμο, αλλά και αυτός που φιλοξενείται σε οικείους και φίλους, έτσι ώστε να βρει ένα πρόχειρο κατάλυμα».

Ο δημοσιογράφος της Guardian μιλάει με ανθρώπους της πόλης που έχασαν τα πάντα.

Ο 53χρονος Βασίλης Δημόπουλος, ήταν για χρόνια πωλητής εξοπλισμού για γραφικές τρέχνες. Ο μισθός του έφτανε στις 3000 ευρώ, ώσπου το 2008 η εταιρεία του έβαλε λουκέτο.

«Η βιομηχανία ήταν ήδη προβληματική και το έβλεπα να έρχεται», δηλώνει χαρακτηριστικά, «πούλησα το σπίτι μου το 2007, αλλά ακόμα και αυτά τα χρήματα χάθηκαν. Για κάποιο διάστημα ζούσα σε ένα σπίτι της ξαδέρφης μου που δεν ήθελε να νοικιάσει, αλλά δεν μπορούσα να πληρώνω το λογαριασμό της ΔΕΗ. Στο μεταξύ κι εκείνη το ήθελε το σπίτι και έτσι τους τελευταίους έξι μήνες ζω στο δρόμο».

Τώρα ζει στο πανδοχείο του Ερυθρού Σταυρού και ζει από τα χρήματα που λαμβάνει πουλώντας τη «Σχεδία», παλεύει να γυρίσει στη δουλέιά, αλλά λέει με πόνο: «πάρα πολλές αιτήσεις για μικρή προσφορά εργασίας».
Σύμφωνα με την κοινωνική λειτουργό Τζένη Βαρβαγιάννη, περίπου 1000 άνθρωποι κοιμούνται αυτή τη στιγμή στους δρόμους της Αθήνας. Άλλες εκτιμήσεις κάνουν λόγο για 1500 αστέγους, ενώ σύμφωνα με την FEANTSA περίπου 15000 κάτοικοι μπορούν να χαρακτηριστούν άστεγοι. Οι περισσότεροι εξ αυτών είναι άνδρες και οι μισοί από αυτούς αλλοδαποί. Το 60% είναι εθισμένοι στο αλκοόλ και τα ναρκωτικά και πάρα πολλοί αντιμετωπίζουν ψυχολογικά προβλήματα.

Ο κ. Βαρβαγιάννη λέει πως υπάρχουν άνθρωποι της μεσαία τάξης που έχασαν τα πάντα ή σχεδόν τα πάντα, βρίσκονται αυτή τη στιγμή στο όριο της κατάρρευσης και της εξόδου στο δρόμο. Οι νεόπτωχοι, οι νέοι άστεγοι. Πρόκειται για ανθρωπιστική κρίση, περισσότερο από κοινωνική και οικονομική. Μάλιστα, σημειώνει πως είναι δύσκολο να μετρηθεί ο ακριβής αριθμός αυτών των ανθρώπων, καθώς στην Ελλάδα οι οικογένειες όσο μπορούν βοηθούν έτσι ώστε οι δικοί τους άνθρωποι να μην καταλήξουν στο δρόμο. Αρκετοί, όμως, από αυτούς ζουν σε άθλιες συνθήκες δίχως νερό και ηλεκτρικό και μη μπορωντας να πληρώσουν τα χρέη τους. Και η κ. Βαρβαγιάννη καταλήγει: «Πόσο θα κρατήσει όλο αυτό; Όλοι πλέον είναι πιεσμένοι. Οι συντάξεις και οι μισθοί μειώνονται. Γίνεται ολοένα και χειρότερη η κατάσταση».

Η FEANTSA σημειώνει πως υπάρχει αύξηση των αστέγων στην Ελλάδα κατά 25% από το 2009 και κατηγορεί την Ελλάδα πως δεν έχει μια συγκεκριμένη στρατηγική για να αντιμετωπίσει το πρόβλημα. Η μειώσεις στους κρατικούς προϋπολογισμούς έχει επιφέρει ζημιά και στις κοινωνικές παροχές που σε εκείνους που τις χρειάζονται περισσότερο. Παρά τις αντιξοότητες περίπου 1400 γεύματα δίνονται καθημερινά σε αστέγους και δίνεται καταφύγιο σε 150 άτομα, κάθε βράδυ. Κυρίως μέσω οργανώσεων ΜΚΟ, από εισφορές που δίνουν σπόνσορες και φιλανθρωπίες.

Όπως σημειώνει η κ. Βαρβαγιάννα: «Η λογική στην Ελλάδα αλλάζει σιγά-σιγά. Πρέπει να αλλάξει. Το μέλλον μας ως κοινωνία πρέπει να είναι η αλληλεγγύη». Κάπως έτσι η ιδιωτική πρωτοβουλία, οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα, αλλά και άλλοι φορείς προσφέρουν τρόφιμα, φάρμακα και μια οικιακή υποδομή.

Όπως σημειώνει ο κ. Γιούριτς τα πράγματα πρέπει να αλλάξουν καθώς «υπάρχουν σημαντικές αλλαγές στο Νεπάλ και στην Γκάνα και όχι στην Ελλάδα.
Στη Δεληγιώργη, υπάρχει ήδη ένας χώρος που οι άστεγοι μπορούν να νιώσουν τη ζεστασιά ενός σπιτιού. Να κάνουν μπάνιο, να τραφούν, ακόμα και να διαβάσουν ή να δουν μια ταινία. Ειδικοί τους παρέχουν κάθε αναγκαία φροντίδα.

Τα παραδείγματα δεν έχουν τέλος. Ο Θεοτόκης Βονιτσάνος, 49 χρονών, έκανα πολλές δουλειές στη ζωή και έβγαζε περίπου 1000 ευρώ το μήνα πριν μείνει άνεργος. Τώρα ζει με τη μητέρα του και τους λείπουν τα απαραίτητα.

Ο 39χρονος Γιάννης Κώτσος, νηπιαγωγός, χρωστάει ενοίκια ενός χρόνου και λέει: «Δεν είμαι στο δρόμο γιατί η σπιτονοικουρά μου είναι γενναιόδωρη. Και σκεφτείτε: αυτό το ενοίκιο είναι το μοναδικό εισόδημά της».
Το θέμα είναι πως η ελληνική πολιτεία δεν μπορεί να διαμορφώσει μια πολιτική ριζικής αντιμετώπισης του προβλήματος, τη στιγμή μάλιστα που οι οικονομικές συνθήκες πηγαίνουν προς το χειρότερο, οι παροχές μειώνονται δραστικά και το κοινωνικό κράτος αποδομείται.

guardian.co.uk
ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ! :
ΡΩΤΗΣΤΕ ΤΟΥΣ ΕΙΔΙΚΟΥΣ
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ