Έρωτας: Αδιάκριτες ερωτήσεις που εκνευρίζουν τον άνδρα!

23 Οκτωβρίου 2014

Η χρήση των ερωτήσεων

Η χρήση ερωτήσεων είναι ένας πολύ φυσιολογικός τρόπος για τη διεξαγωγή και ολοκλήρωση μιας συζήτησης. Κάνουμε ερωτή­σεις όχι μόνο για να μάθουμε πληροφορίες, αλλά και για να εξα­σφαλίσουμε την υποστήριξη των άλλων, για να διαπραγματευτού­με, για να καταλάβουμε τι θέλει ο συνομιλητής μας και για να πά­ρουμε αποφάσεις. Παρ’ όλ’ αυτά, η χρήση ερωτήσεων μπορεί κά­ποιες φορές να οδηγήσει σε παρεξήγηση ή και σε αδιέξοδο. Οι ερω­τήσεις είναι βέβαια πολύ χρήσιμες, αλλά εκείνος που πρέπει να απαντήσει μπορεί ορισμένες φορές να τις θεωρήσει ως απειλή απέναντι στην προσωπική του αξία, τις γνώσεις ή την τιμιότητά του. Εφόσον περιμένουμε η συζήτηση να πάρει το δικό της ρυθμό, το να κάνουμε πάρα πολλές ερωτήσεις ή, ακόμη, λάθος ερωτήσεις μπορεί από μόνο του να εκφράζει ένα μήνυμα έλλειψης εμπιστο­σύνης ή τουλάχιστον συμπάθειας προς τον άλλον.

Αναλύει ο συγγραφέας- ψυχοθεραπευτής Aaron Beck. Επιστημονική επιμέλεια κειμένου Dr. Γρηγόρης Σίμος - ψυχίατρος, ψυχοθεραπευτής. 

 Γρηγόρης Σίμος 

Ένα παράδειγμα Η Σάλι κάνει ερωτήσεις στον Τομ, αυ­τός αρχίζει να εκνευρίζεται καθώς πιστεύει ότι εκείνη αμφιβάλλει για την αλήθεια, αμφισβητεί την ικανότητά του ή και τους σκο­πούς του. Ορισμένοι άνθρωποι βλέπουν τις ερωτήσεις σαν έναν άμεσο κίνδυνο. Τις αντιλαμβάνονται ως μια μορφή ανάκρισης, ως ένα ξεγύμνωμα των αμυνών τους για την ανακάλυψη των ευαί­σθητων σημείων τους (σαν τον τρόπο με τον οποίο ο οδοντίατρος εντοπίζει ένα χαλασμένο δόντι). Πράγματι, πολλοί σύζυγοι προ­χωρούν σε μια πολύ βαθύτερη διερεύνηση, γιατί με τον τρόπο αυ­τό ικανοποιούν τις δικές τους συναισθηματικές ανάγκες.

Μια γυναίκα μού είπε για παράδειγμα: “Μου αρέσει να μπαί­νω μέσα στο μυαλό των άλλων για να καταλαβαίνω πώς λειτουρ­γούν”. Αλλά, όταν χρησιμοποίησε τη μέθοδο αυτή στο σύζυγό της, εκείνος θύμωσε γιατί την εξέλαβε σαν μια αυστηρή ανάκριση.

Κάποιος μπορεί να καταφύγει στη χρήση ερωτήσεων όταν ο συνομιλητής του είναι ασαφής. Για παράδειγμα, όταν ο Τεντ, ένας χαρακτηριστικός ορθολογιστής, δεν καταλαβαίνει ακριβώς τι του λέει η Κάρεν, προσπαθεί συνήθως να την πιέσει να του εξηγήσει. Η Κάρεν αντιδρά λέγοντας: “Γιατί μια ζωή μού κάνεις ανάκριση; Με αναγκάζεις να βρίσκομαι πάντα σε άμυνα”. Ο Τεντ φυσικά στενο­χωριέται με το παράπονο αυτό, γιατί αυτό που προσπαθεί είναι απλά να εξακριβώσει αυτό που η Κάρεν θέλει να πει ή επιθυμεί. Η

Κάρεν όμως νιώθει να την πνίγουν αυτές οι ερωτήσεις. Ο Τεντ έχει ένα συγκεκριμένο πρόβλημα. Θέλει να είναι απόλυτα σίγου­ρος για τις πράξεις του. Το πρόβλημα της Κάρεν έχει να κάνει με το άγχος της ότι δέχεται πίεση και έλεγχο.

Ένα ιδιαίτερο πρόβλημα μπορεί να δημιουργηθεί όταν χρησι­μοποιείτε ερωτήσεις του τύπου “γιατί”: αυτού του είδους οι ερω­τήσεις μπορεί να κάνουν το συνομιλητή σας να θέλει ν’ αμυνθεί. Αν και μπορεί να έχετε τις πιο αγνές και ειλικρινείς προθέσεις ή να θέλετε απλά να πάρετε κάποιες πληροφορίες όταν κάνετε αυτές τις ερωτήσεις, η χρήση του “γιατί” στην αρχή της πρότασης μπορεί να θυμίσει στο συνομιλητή σας μια αυστηρή ανάκριση γονιού: “Γιατί ήρθες σπίτι τόσο αργά;” ή “Γιατί παρακολουθείς ακόμη τη­λεόραση;”. Επιπλέον, οι ερωτήσεις του τύπου “γιατί” υποδηλώ­νουν ορισμένες φορές μια δυσπιστία, ή ακόμη και καχυποψία. Για παράδειγμα, όταν η Μάρτζορι ρώτησε τον Κεν γιατί θα αντικαθι­στούσε το λέβητα, εκείνος το θεώρησε ως ένδειξη αμφισβήτησης της ικανότητάς του να παίρνει αποφάσεις - αν και η Κάρεν ήθελε μόνο να μάθει το λόγο της απόφασής του αυτής.

Υπάρχουν διάφοροι τρόποι ώστε να κάνετε ερωτήσεις που να αποκλείουν τη χρήση της λέξης “γιατί”. Ορίστε δυο παραδείγματα:

- Θα μπορούσες να μου εξηγήσεις την απόφασή σου για την αγορά και­νούριου λέβητα;

- Υπάρχει μήπως κάποιο πρόβλημα και αργείς νά ’ρθεις σπίτι;

Οι διαφορές στις ερωτήσεις που μπορεί να κάνουν δυο σύζυγοι ανάγονται στον τρόπο ανατροφής τους. Σε ορισμένες οικογένειες οι γονείς ζητούν διαρκώς εξηγήσεις, με αποτέλεσμα τα άτομα που έχουν μεγαλώσει σ’ ένα τέτοιο περιβάλλον να θεωρούν απόλυτα φυσιολογικό το να ζητάνε εξηγήσεις και να τις προσφέρουν και τα ίδια. Σε άλλες, πάλι, οικογένειες σπάνια ζητούνται και σπάνια δί­νονται εξηγήσεις. Κάποιος/α που ανήκει στον πρώτο τύπο οικογέ­νειας μπορεί να κάνει αρκετά συχνά ερωτήσεις στο/στη σύντροφό του, ενώ κάποιος που έχει μεγαλώσει σε μια περισσότερο σιωπηλή οικογένεια δεν είναι συνηθισμένος να του κάνουν ερωτήσεις - ή να τις απαντάει. Συνεπώς, μπορεί να θεωρήσει την ερώτηση του/της συντρόφου του/της ως πρόκληση ή εισβολή στην ατομικότητά του.

Αλλά καί η χρήση ελάχιστων ερωτήσεων ενέχει κάποιους κιν­δύνους. Οι σύζυγοι που ποτέ δεν κάνουν ερωτήσεις είναι πιθανόν ν’ ακολουθούν το προσωπικό τους προαίσθημα, το οποίο σε πολ­λές περιπτώσεις ίσως είναι λανθασμένο. Ακόμη, είναι δυνατόν να ερμηνεύσουν αυτήν τη σιωπή από την πλευρά των συντρόφων τους ως έλλειψη ενδιαφέροντος.

Το πιο σημαντικό στοιχείο στον τρόπο ή στο στιλ συζήτησης εί­ναι ότι αποτελεί προϊόν μάθησης, και στην περίπτωση που εμπο­δίζει την αποτελεσματική επικοινωνία μπορεί να αλλάξει. Πολλοί άνθρωποι πιστεύουν ότι το προσωπικό τους στιλ συζήτησης είναι μέρος της φύσης τους, αλλά ανακαλύπτουν ότι μπορούν να το αλ­λάξουν και να υιοθετήσουν ένα πιο δημιουργικό στιλ.

Διαφορές ανάμεσα στα φύλα

Ο Daniel Maltz και η Ruth Borker συνοψίζουν έναν αριθμό πα­ρατηρήσεων που ρίχνουν φως στους λόγους για τους οποίους οι σύζυγοι έχουν προβλήματα στην επικοινωνία. Ένας λόγος είναι ότι οι άντρες και οι γυναίκες έχουν διαφορετικά στιλ ομιλίας.

Αν και ένα συγκεκριμένο άτομο μπορεί να έχει ουσιαστικά το ίδιο στιλ με το/τη σύντροφό του, στις περισσότερες περιπτώσεις, που υπάρχει όντως διαφορά, η σύζυγος υιοθετεί ένα πολιτισμικά καθορισμένο “γυναικείο” στιλ ομιλίας και ο σύζυγος ένα “αντρικό” στιλ.*

Χαρακτηριστικά, οι γυναίκες παρουσιάζουν μια μεγαλύτερη τάση να κάνουν ερωτήσεις. Σε παρατηρήσεις από συζητήσεις που έγιναν ανάμεσα σε άντρες και γυναίκες διαπιστώθηκε ότι υπερι­σχύει ένα συγκεκριμένο μοντέλο συζήτησης, σύμφωνα με το οποίο οι γυναίκες κάνουν τις περισσότερες ερωτήσεις. Ορισμένοι ερευνητές πιστεύουν ότι η τάση των γυναικών να ρωτάνε δείχνει τη διάθεσή τους να διατηρούν σχέσεις με άλλους ανθρώπους. Το χαρακτηριστικό τους αυτό αποτελεί ένδειξη ότι αναλαμβάνουν την ευθύνη να διευκολύνουν και να διατηρούν τη ροή της συζήτησης. Αυτή η συγκεκριμένη τεχνική συζήτησης μπορεί ακόμη να εκφράζει ένα μεγαλύτερο ενδιαφέρον για τις διαπροσωπικές σχέσεις. 

Οι άντρες παρουσιάζουν μικρότερη πιθανότητα από τις γυναί­κες να κάνουν προσωπικές ερωτήσεις. Συνήθως σκέφτονται ως εξής: “Αν θέλει να μου πει κάτι, θα μου το πει χωρίς να τη ρωτήσω”. Οι γυναίκες ωστόσο σκέφτονται: “Αν δεν του κάνω ερωτήσεις, θα νομίζει ότι δεν ενδιαφέρομαι”. Για τους άντρες οι ερωτήσεις απο­τελούν μια δυσάρεστη παρενόχληση και μια εξωτερική παρέμβαση στην ίδια τους την προσωπικότητα, για τις γυναίκες όμως συνιστούν ένα σύμβολο οικειότητας και μια έκφραση ενδιαφέροντος.

Οι γυναίκες χρησιμοποιούν περισσότερες ερωτήσεις προκειμένουν να αποσπάσουν αντιδράσεις από το συνομιλητή τους. Όπως αναφέρθηκε και προηγουμένως, έχουν την τάση να χρησιμοποιούν περισσότερες φορές από τους άντρες ορισμένους ήχους, όπως “μμμ... χμ...”, για να δείξουν ότι προσέχουν το συνομιλητή τους. Ένας άντρας θα εκφράσει κατά κανόνα μια τέτοια αντίδραση μόνο όταν συμφωνεί με ό,τι του λέει η σύζυγός του, ενώ μια γυναίκα απλά για να δείξει ότι ακούει. Συνεπώς, ένας άντρας μπορεί να ερ­μηνεύσει αυτά τα επιφωνήματα της συζύγου του ως σημεία ότι εκεί­νη συμφωνεί μαζί του. Αργότερα όμως νιώθει προδομένος όταν ανακαλύπτει ότι δε συμφωνούσε καθόλου μαζί του. Δε συνειδητο­ποιεί ότι εκείνη εξέφραζε απλά το ενδιαφέρον της γι’ αυτά που της έλεγε και ότι ήθελε μόνο να συνεχίσει τη συζήτηση. Η γυναίκα, από την άλλη, νιώθει παραμελημένη και απογοητευμένη γιατί ο σύζυγός της δε χρησιμοποιεί καθόλου αυτά τα επιφωνήματα, κάτι που η ίδια ερμηνεύει ως απουσία ενδιαφέροντος από την πλευρά του.

Οι άντρες έχουν μεγαλύτερη τάση σε σχέση με τις γυναίκες να κάνουν σχόλια κατά τη διάρκεια της συζήτησης αντί να περιμένουν έως ότου ο συνομιλητής τους σταματήσει να μιλά. Οι γυναίκες πα­ρουσιάζονται περισσότερο ενοχλημένες και επιρρεπείς στην εκδή­λωση μιας “σιωπηλής διαμαρτυρίας” αν τις διακόψουν ενώ μιλούν ή δεν καταφέρνουν να προκαλέσουν μια ηχητική αντίδραση. Αυτή η διαφορά έγκειται στο παράπονο πολλών γυναικών ότι: “Ο σύζυ­γός μου με διακόπτει πάντα” ή “Ποτέ δε μ’ ακούει”. Επίσης, οι γυ­ναίκες χρησιμοποιούν σε μεγαλύτερο βαθμό τις αντωνυμίες εσν και εμείς, που προσδίδουν μια ταυτότητα στο συνομιλητή τους. Αυτός ο τρόπος ομιλίας προάγει ένα αίσθημα ενότητας.

Με βάση αυτά τα ερευνητικά δεδομένα, ένα ζευγάρι πρέπει να έχει κατά νου τις επόμενες διαπιστώσεις για το στιλ συζήτησης που χαρακτηρίζουν το κάθε φύλο. Πρώτον, όπως αναφέρθηκε και πα­ραπάνω, οι άντρες έχουν την τάση να διακόπτουν περισσότερες φο­ρές το συνομιλητή τους - είτε αυτός είναι άντρας είτε γυναίκα. Δεύ­τερον, δεν ανταποκρίνονται τόσο συχνά στα σχόλια του συνομιλη τή τους· συνήθως, δεν απαντούν ή δεν αντιδρούν καθόλου, δίνουν μια καθυστερημένη απάντηση αφού ο συνομιλητής τους σταματήσει να μιλά ή δείχνουν έναν πολύ μικρό ενθουσιασμό. Τρίτον, παρου­σιάζουν μεγαλύτερη πιθανότητα να προκαλέσουν ή να αμφισβητή σουν τα λεγάμενα των συνομιλητών τους, κάτι που εξηγεί το λόγο για τον οποίο ο σύζυγος μπορεί να φαίνεται διαρκώς επιθετικός. Τέλος, οι άντρες εκφράζουν πολύ πιο συχνά τη γνώμη τους ή μι­λούν για κάποια αντικειμενικά γεγονότα απ’ ό,τι οι γυναίκες. Ορι­σμένες γυναίκες απεχθάνονται τη “φωνή της αυθεντίας” - καθώς δι συνειδητοποιούν ότι οι δηλώσεις του συζύγου τους αντιπροσωπεύ ουν ένα αντρικό στιλ ομιλίας παρά ένα αίσθημα ανωτερότητας.

Αυτές οι αντιθέσεις στον τρόπο συζήτησης ανάμεσα σε άντρες και γυναίκες ευνοούν σε μεγάλο βαθμό την εμφάνιση συγκρούσεων. Για παράδειγμα, μια γυναίκα μπορεί πολύ εύκολα να θεωρή σει το σύζυγό της αδιάφορο, δεσποτικό ή αναίσθητο όταν ο τρό­πος ομιλίας του απλά εκφράζει το στιλ που αυτός έχει μάθει να χρησιμοποιεί με τον καθέναν και όχι απλά με την ίδια. Τα συμπεράσματα του τύπου “Ο σύζυγός μου δε μ’ ακούει ποτέ” ή “Ο σύζυγός μου διαφωνεί με ό,τι κι αν του πω” τις περισσότερες φορές δι ν αντιπροσωπεύουν την αντίθεσή του ή την έλλειψη ενδιαφέροντος προς τη σύζυγό του, αλλά το συγκεκριμένο στιλ ομιλίας που an τός έχει μάθει να χρησιμοποιεί. Η γνώση της ύπαρξης αυτών των διαφορών ανάμεσα στα φύλα, καθώς και η συνειδητοποίηση ότι αυτό δεν οφείλεται στην κακή διάθεση, στην έλλειψη σεβασμού ή στην αδιαφορία, μπορεί να βοηθήσει τα ζευγάρια να αποδέχονται τον τρόπο συζήτησης του συντρόφου τους και να τα προφυλάξει από τυχόν παρεξηγήσεις.

Παρ’ όλες αυτές τις διαφορές στους κώδικες επικοινωνίας, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι σύζυγοι μπορούν να βελτιώσουν τη σχέ­ση τους, μαθαίνοντας να συγχρονίζουν αυτούς τους συγκεκριμέ­νους κώδικες. Λαμβάνοντας υπόψη το σημαντικό συμβολικό νόη­μα του τρόπου ομιλίας του, ένας άντρας θα μπορούσε να διευκο­λύνει την επικοινωνία αν, για παράδειγμα, άκουγε περισσότερο ενεργητικά τη σύντροφό του, καθώς και αν τη διέκοπτε ή διαφω­νούσε μαζί της λιγότερο. Θα τον βοηθούσε ακόμη να προσέχει πε­ρισσότερο το πνεύμα της συζήτησης και να αναγνωρίσει το γεγο­νός ότι οι ενδείξεις της προσοχής του (όπως τα επιφωνήματα ή οι κινήσεις) κρύβουν συχνά τόση δύναμη όση και οι ίδιες οι λέξεις - αν όχι περισσότερη. Τέλος, πρέπει να κατανοήσει ότι οι δογματι­κές του δηλώσεις αποτελούν φραγμούς στη συζήτηση.

 

[3]Tannen, That’s Not What I Meant.

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ! :
ΡΩΤΗΣΤΕ ΤΟΥΣ ΕΙΔΙΚΟΥΣ
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ