Τρόποι να είσαι χαρούμενος όταν δεν έχεις λεφτά

3 Νοεμβρίου 2014

Οικονομική κρίση και κατάθλιψη:

Διηγείται ο ψυχίατρος, Παύλος Σακκάς

Πρόσφατα ήρθε ένας άνδρας γύρω στα 40, ο Λευτέρης, ζητώντας μου ένα φάρμακο για την επίμονη αϋπνία που παρουσίαζε τον τελευταίο μήνα. Πριν προλάβω καλά καλά να τον ρωτήσω για τις αιτίες της αϋπνίας του, βούρκωσε και με σπασμένη φωνή, μου διηγήθηκε, σαν να απολο­γείται σε ένα αόρατο δικαστήριο, το προσωπικό του δράμα:

  • Δεν έκανα κάτι κακό... Δεν ήμουν παράλογος, ούτε επιπόλαιος... Δεν είμαι απατεώνας. Ξαφ­νικά όμως αισθάνομαι σαν τον χειρότερο εγκληματία, που πρέπει να πληρώσει για τα εγκλήματα που έκανε...

Η διήγησή του ήταν ποταμός. Το μόνο που έκανα ήταν με την έκφρασή μου, να του δείχνω το ενδιαφέρον μου γι' αυτά που έλεγε. Φρόντιζα να μη διακόπτω ούτε τις σιωπές του. Όταν γύριζε το βλέμμα του σε μένα, τον κοίταζα στα μάτια. Κάποιες φορές, προκειμένου να τον ενθαρρύνω, έσκυβα το σώμα μου προς αυτόν.

...Ήμουν από τους καλύτερους πωλητές σε μια μεγάλη έκθεση αυτοκινήτων. Δούλευα δέκα χρόνια και κανένας δεν είχε παράπονο από μένα. Τα τελευταία χρόνια κατάφερνα να κερδίζω 4.000 ευρώ τον μήνα. Κάθε πρωί πήγαινα στη δουλειά, δεν ήμουν τεμπέλης... Η γυναίκα μου επίσης έβγαζε καλά λεφτά. Ήταν υπεύθυνη σε μια μπουτίκ με ρούχα. Έτρεχε και αυτή από το πρωί ως το βράδυ... Πριν δύο χρόνια, μιας και η κόρη μας θα πήγαινε σχολείο, αποφασίσαμε να μετακομίσουμε από τα Νέα Λιόσια, που είναι το πατρικό μου σπίτι. Πήραμε με δάνειο ένα διαμέρισμα στο Μαρούσι, που αφενός έχει στην περιοχή του καλά σχολεία, αφετέρου είναι και πιο κοντά στις δουλειές μας... Δεν κάναμε καμιά υπερβολή. Βάλαμε ένα δά­νειο 2.000 τον μήνα, τη στιγμή που εγώ έβγαζα 4.000 και η γυναί­κα μου 3.000. Και παίρνουμε και 400 ευρώ ενοίκιο από το πατρικό μου... Γράψαμε την κόρη μας σε ένα καλό σχολείο και είπαμε «δόξα τω Θεώ»... Δεν προλάβαμε να χαρούμε όμως. Τους τελευταίους έξη μήνες ήρθαν τα πάνω κάτω. Όπως ξέρετε οι πωλήσεις αυτοκινήτων έχουν βαλτώσει. Για να μη σας τα πολυλογώ, η έκθεση αυτοκινήτων έκλεισε και όπως καταλαβαίνετε μου είναι αδύνατο πλέον να βρω δουλειά σε αυτό το αντικείμενο. Γύρισα όλες τις αντιπροσωπείες και κανένας δεν προσλαμβάνει... Όλοι απολύουν. Είναι μάταιο να γυρίζω όλη μέρα με ένα βιογραφικό στο χέρι. Δεν μπορείτε να φα­νταστείτε την απογοήτευση που παίρνω κάθε μέρα. Ντύνομαι με γραβάτα και κοστούμι και γυρίζω την Αττική, κουβαλώντας ένα πλατύ χαμόγελο, αλλά και ένα πλάκωμα στο στήθος μου. Κάθε μέρα που περνά, το χαμόγελό μου γίνεται όλο και πιο ψεύτικο. Όσο κα­λός πωλητής και να είμαι, δεν μπορώ πλέον να πουλήσω τον εαυτό μου. Είναι μάταιο και στενάχωρο... Η στεναχώρια φουσκώνει και με πνίγει...

Αναλύθηκε σε λυγμούς. Έσκυψα και του έδωσα ένα χαρτομάντιλο. Η έκφρασή μου ήταν γεμάτη κατανόηση και συμπόνια, με την πλήρη ετυ­μολογική σημασία της λέξης «συμπόνια». Γιατί υπέφερα πραγματικά, με το δράμα αυτού του φιλόδοξου, αλλά και φιλότιμου και εργατικού νέου άνδρα. Και πιστέψτε με, είναι δύσκολο να βλέπεις έναν υπερήφα­νο άνδρα να κλαίει!

... Βασανίστηκα όσο γύριζα γυρεύοντας δουλειά. Σταμάτησα πια. Δεν έχει νόημα.

Και η γυναίκα σου;

-Άστα γιατρέ. Λες και κατουρήσαμε στο πηγάδι! Πριν δύο μήνες έκλεισε η μπουτίκ και εκείνης... Αλλά ευτυχώς, με τις διασυνδέσεις που είχε και τις πελάτισσες που εξυπηρετούσε, κατάφερε και βρήκε δουλειά σαν απλή πωλήτρια σε μια μπουτίκ στο μεγάλο εμπορικό κέντρο. Βγάζει 1.500 και είμαστε και ευχαριστημένοι... Καθημερινά μου τηλεφωνούν από την Τράπεζα. Δεν μπορώ να πληρώσω το δά­νειο... Θα αναγκαστούμε να χάσουμε το σπίτι μας... Δεν υπάρχει άλλη λύση. Θα γυρίσουμε στο πατρικό μου... Κάθε μέρα γυρίζει το βλέμμα μου στο διαμέρισμά μας και είναι σαν να το βλέπω για τε­λευταία φορά... Αισθάνομαι σαν μελλοθάνατος.

Έλα τώρα. Δεν είναι και τόσο τραγικά. Και άλλοι αναγκάστηκαν να μετακομίσουν. Δεν είναι πια και το τέλος του κόσμου. Άλλωστε τίπο­τε δεν είναι μόνιμο.

Και τι λες στο παιδί; Δεν με νοιάζει για μένα και τη γυναίκα μου. Αυτή καταλαβαίνει... Αν και να σου πω γιατρέ, εσύ που είσαι άντρας μπορείς να με καταλάβεις: Όσο και να λέει ότι καταλαβαίνει, μέσα της είμαι σίγουρος ότι θα με υποτιμά. Αυτή κάθε πρωί φεύγει για τη δουλειά της. Το παιδί πάει σχολείο και εγώ... κάνω τις δουλειές του σπιτιού... Δεν μπορώ άλλο γιατρέ. Νιώθω υπεύθυνος. Άλλωστε εγώ είμαι ο άντρας στο σπίτι. Δική μου ευθύνη είναι να τους εξασφαλίζω τα προς το ζην... Έτσι έχουμε μάθει. Και η Τράπεζα άλλωστε εμένα κυνηγάει. Νιώθω άχρηστος. Αλλά μαζί και ανήμπορος. Δεν μπορώ να κάνω τίποτε, για να αποτρέψω την καταστροφή. Κάθε βράδυ αυτά γυρίζουν στο μυαλό μου και μου είναι αδύνατο να κοιμηθώ...

Είχαμε πια φτάσει στο τελευταίο σκαλοπάτι. Έπρεπε να επέμβω δυ­ναμικά. Κατά την προσφιλή μου τακτική, αντί για λόγια παρηγοριάς και κατανόησης έγινα δεικτικός και ίσως κάποια από αυτά που έλεγα να φάνηκαν και επιθετικά.

Αρκετά με το αυτομαστίγωμά σου. Επιτέλους, όπως είπες δεν έκα­νες και τίποτε κακό. Και αν ήρθε η κρίση και η ύφεση, λόγω της οποίας έχασες τη δουλειά σου, δεν είσαι υπεύθυνος εσύ. Έξω γίνε­ται ένας πόλεμος, που δεν τον κήρυξες εσύ. Κατάλαβέ το. Εσύ απλά υφίστασαι τις συνέπειές του. Και όπως στον πόλεμο, αν πέσει μια βόμβα στο σπίτι σου και γκρεμιστεί, θα πεις δόξα τω Θεώ, που εγώ και η οικογένειά μου σωθήκαμε. Και ας χάσεις ολόκληρο το σπίτι, με τα έπιπλα... Θα πάρεις το παιδί σου αγκαλιά και με τη γυναίκα σου, θα πας στο πατρικό, που είναι ακόμα όρθιο και θα ευγνωμονείς τον Θεό που σου άφησε και ένα κεραμίδι, να στεγάσεις την οικογένειά σου. Έτσι είναι η κατάσταση. Πρέπει να το συνειδητοποιήσουμε όλοι.

Ναι αλλά δεν είναι όλοι στη δική μου κατάσταση, γιατρέ.

-Ακόμα... Αλλά μη νομίζεις, όλους μάς έχει επηρεάσει η κρίση. Μπο­ρεί να μην έχουν γκρεμιστεί όλα τα σπίτια, αλλά όλοι ζορίζονται. Άλ­λωστε και στον βομβαρδισμό, δεν γκρεμίζονται όλα τα κτίρια. Εσύ είσαι τυχερός που έχεις κάπου να πας. Υπάρχουν άλλοι που αναγκά­ζονται να ζουν στα αυτοκίνητά τους. Γιατί υπάρχουν και αυτοί... Οι οποίοι όταν αγόραζαν τα αυτοκίνητα από σένα, δεν τους περνούσε από το μυαλό τέτοια εξέλιξη.

Έπρεπε να ελαφρύνω λίγο την ατμόσφαιρα. Και παράλληλα να δείξω ότι άλλοι μπορεί να είναι και σε χειρότερη κατάσταση.

-Το ότι υπάρχουν και χειρότερα, δεν σημαίνει ότι τα δικά μου είναι ευκολότερα.

Ναι, αλλά δεν σου δίνουν το δικαίωμα να κλαίγεσαι και να πιστεύεις ότι ο ουρανός έπεσε στο κεφάλι σου. Έπεσε στο κεφάλι όλων μας. Σε άλλον περισσότερο και σε άλλον λιγότερο. Και εν πάση περιπτώ- σει πρέπει να αντιληφθείς ότι οι ατομικές σου ευθύνες είναι μικρές. Άρα δεν δικαιολογούνται τύψεις και ενοχές.

-Μήπως πρέπει και να χαίρομαι;

Οχι αλλά αν συνειδητοποιήσεις ότι το πρόβλημα είναι γενικό και οι ευθύνες σου ελάχιστες, θα κοιτάξεις μπροστά σου και θα πάψεις να κλαις, γι'αυτά που έχασες. Πρέπει να ξέρεις ότι στον Πόλεμο και την Κατοχή δεν υπήρχε κατάθλιψη. Περιουσίες χάνονταν, άνθρω­ποι σκοτώνονταν, αλλά όσοι επιζούσαν κοίταζαν μπροστά. Φρό­ντιζαν για την επιβίωσή τους, μέχρι να τελειώσει ο πόλεμος. Και ο πόλεμος κάποια στιγμή θα τελειώσει. Αυτό είναι το μόνο βέβαιο. Αν επιβιώσουμε, θα γευθούμε τους καρπούς της ειρήνης. Ακόμα και η οικονομική ιστορία μιλά για κύκλους, ανάπτυξης και ύφεσης. Μετά λοιπόν την εύκολη ανάπτυξη και τη φούσκα που τη συνόδευσε, μας ήρθε κατακέφαλα η ύφεση. Τίποτε πιο προβλέψιμο. Απλώς κανείς δεν ήξερε το πότε. Έτσι είναι αυτά.

 

Πήρα μια βαθιά ανάσα. Με κοίταζε λίγο πιο ξαλαφρωμένος. Και ίσως απορημένος, από τα αυτονόητα που του έλεγα, που όμως δεν τα είχε προηγουμένως αναλογιστεί. Τουλάχιστον όχι, σε αυτή τη διάσταση. Και συνέχισα το «κήρυγμά» μου.

Είμαστε η μόνη γενιά, στη χώρα μας, που δεν γνώρισε πόλεμο. Μά­λιστα εσείς οι νεότεροι, δεν ακούσατε ούτε τις ζωηρές διηγήσεις, με τις οποίες μεγαλώσαμε εμείς. Εμένα κάθε μέρα οι γονείς μου, μου έλεγαν για την κατοχή. Μεγάλωσα με το «κατοχικό σύνδρο­μο». Ήταν ντροπή να μη φάω όλο το φαγητό μου και ήταν αμαρτία να πετάξω κάτι που μπορεί κάποτε να φανεί χρήσιμο! Δεν υπήρχε βέβαια τότε η έννοια της ανακύκλωσης, αλλά ήταν δύσκολο στη μητέρα μου να πετάξει ένα μπουκάλι, γιατί «κάποτε μπορεί να μας χρειαστεί», όπως μου έλεγε. Και όταν διαμαρτυρόμουνα, αυτή μου επαναλάμβανε μονότονα: «δεν έχεις περάσει κατοχή... και δεν στο εύχομαι».

Και τώρα λέτε γιατρέ ότι ήρθε;

Ευτυχώς δεν ήρθε όπως την εννοούσε η μητέρα μου, αλλά η ύφεση ήρθε για να μας δείξει ότι τα πράγματα δεν είναι πάντα εύκολα. Η διαδρομή της ζωής μας, έχει και ανηφόρες, έχει και ανατροπές. Ο παππούς μου το 1929 είχε καπναποθήκες και ήταν μεγαλέμπορος και μέσα σε μια νύχτα έγινε απλός μπακάλης. Μπορεί να νοσταλ­γούσε τα μεγαλεία του, αλλά κατάφερε να επιβιώσει και να μεγαλώ­σει τα επτά παιδιά του! Εμείς νομίζω ότι ξεχάσαμε όλα τα διδάγματα του παρελθόντος. Λες και ό,τι μαθαίναμε στην Ιστορία δεν αφορού­σε το γένος μας, αλλά κάποιους εξωγήινους. Θέλαμε να πιστεύουμε ότι ζούσαμε σε έναν κόσμο παραμυθένιο, μαγικό, που δεν θα μας άγγιζε τίποτε. Αλλά η πραγματικότητα δυστυχώς δεν είναι συνέχεια έτσι. Πιστέψαμε ότι μπορούσε η γενιά μας και η δική σας στη συνέ­χεια, να ξεφύγει από το «μαγκανοπήγαδο της Ιστορίας». Ήταν πολύ ωραίο για να είναι πραγματικό. Δεν πειράζει. Θα το ξεπεράσουμε. Άλλωστε όπως φαίνεται ξώφαλτσα μας πήρε η Ιστορία.

Μπορείτε να διαβάσετε περισσότερα στο βιβλίο Η Ψυχιατρική Αλλιώς,Ιατρικές Εκδόσεις Βήτα 

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ! :
ΡΩΤΗΣΤΕ ΤΟΥΣ ΕΙΔΙΚΟΥΣ
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ