Οι άνδρες πληγώνουν τις γυναίκες για να εκδικηθούν τη μάνα τους

3 Νοεμβρίου 2014

Ως ένα βαθμό, όταν ένας άντρας εγκαταλείπει μια γυναίκα, νιώθει νικητής, γιατί δραπετεύει από τη μητέρα του.

Ρόμπερτ Μπλάι

Η ιστορία που θα διαβάσετε είναι αληθινή και έχει καταγραφεί ως περιστατικό από τον συγγραφέα και ψυχοθεραπευτή John Lee. Eίναι η ιστορία του Τζον. Ο ίδιος μας εξομολογείται τα προβλήματα που αντιμετωπίζει στην ερωτική του σχέση και πως αυτά συνδυάζονται με την προβληματική σχέση που πάντα είχε με τη μητέρα του. 

Δεν πέθανα, αν και πολλές φορές φοβήθηκα πως θα πεθάνω. Δεν τρελάθηκα, αν και ήμουν σίγουρος ότι μου ετοίμα­ζαν δωμάτιο στο κρατικό ίδρυμα. Δεν απαλλάχτηκα από τη Λόραλ, τον πόνο, τη θλίψη και το θυμό μου. Αλλά η θεραπευ­τική διαδικασία που προσδοκούσα είχε αρχίσει. Κλείνοντας τα τριάντα τρία είχε αρχίσει να φαίνεται στους φίλους μου, στους θεραπευτές μου και στη Λόραλ ότι άλλαζα, ότι γινόμουν επι­τέλους ο άνθρωπος που για τόσον πολύ καιρό απλώς προ­σποιούμουν ότι ήμουν.

Όσα έγιναν εκείνη τη χρονιά ίσως να σου φανούν πολύ παράξενα και ίσως να νομίσεις ότι τα γράφω κλειδωμένος σ’ ένα μικρό αμπαρωμένο δωμάτιο, πίσω από κάποιον φράχτη που τον φυλάνε καλά. Σε διαβεβαιώνω όμως ότι είμαι απόλυτα ελεύθερος να πηγαίνω όπου θέλω και να γράψω χωρίς την πα­ρακολούθηση γιατρών και νοσοκόμων.

Το σώμα μου άλλαζε. Αντανακλούσε τις αλλαγές που συνέβαιναν μέσα μου. Άρχισα να το παρατηρώ όλο και περισ­σότερο. Μπορούσα να νιώσω τον πόνο και να τον βιώσω. Μπο­ρούσα να νιώσω τις απολαύσεις και να τις βιώσω. Συνειδητο­ποιούσα ότι είχα ένα κορμί που ήταν ακόμα πανέμορφο, παρ’ όλο που το είχα παραμελήσει τόσα πολλά χρόνια. Άρχισα να βιώνω τον εαυτό μου ως ένα όλον και όχι σαν μια συναρμολο- γημένη μηχανή χωρίς συναισθήματα, που απλώς με μετέφερε εδώ κι εκεί για να μορφώνομαι, να διασκεδάζω ή να βαριέμαι.

Άρχισα να παρατηρώ τα σώματα των ανθρώπων που συναναστρεφόμουν. Ήμουν επαγγελματίας σύμβουλος περί­που οκτώ χρόνια και πάντα συγκέντρωνα την προσοχή μου στις λέξεις, στη λεκτική επικοινωνία. Μόνον άκουγα. Μολο­νότι πολλές λέξεις είναι αληθινές, ωστόσο οι περισσότερες συνδυάζονται για να φτιάξουν μια ιστορία, για να αναπαρα- γάγουν ένα μύθο. Δυστυχώς στις περισσότερες ιστορίες, ακό­μα και σ’ αυτήν που διηγούμαι τώρα, παραλείπονται πολλά κομμάτια της αλήθειας και το ενδιαφέρον συγκεντρώνεται πε­ρισσότερο στη μυθιστορηματική αφήγηση παρά στα γεγονότα. Αλλά εγώ συνέχιζα να ακούω τις ιστορίες. Ελπίζω να κάνεις κι εσύ το ίδιο με τη δική μου. Όμως στα τριάντα τρία μου στα­μάτησα να ακούω. Σταμάτησα για λίγο και την εργασία μου ως σύμβουλος και άρχισα να παρατηρώ το σώμα μου και τα σώματα των άλλων.

Το ταξίδι της επιστροφής στο σώμα μου άρχισε από το τραπέζι της Ρέιτσελ, μια εμπειρία που για μένα ήταν σαν να πή­γαινα σε ένα νηπιαγωγείο που θα με βοηθούσε να αρχίσω να μαθαίνω το σώμα και την ψυχή μου. Ο πιο σημαντικός σταθ­μός στο ταξίδι μου ήταν η συνειδητοποίηση ότι έμοιαζα πολύ στη μητέρα μου. Έψαχνα να βρω το πρόσωπο της μητέρας μου στα πρόσωπα όλων των γυναικών που συναντούσα. Μό­λις το έβρισκα, το έβαζα στα πόδια πανικόβλητος και ξανάρ­χιζα την αναζήτηση. Η ψυχολογική και η πνευματική αιμομιξία απαγορεύονται. Από τη στιγμή που ανακοίνωσα στη μητέρα μου ότι δεν ήθελα να τη δω ή να την ακούσω για κάποιο διά­στημα, ήξερα ότι είχα αρχίσει να θεραπεύω το μητρικό μου σύμπλεγμα.

Η Λόραλ ήξερε πάρα πολύ καλά ότι τη χρησιμοποιούσα για να αντικαταστήσω τη μητέρα που ποτέ δεν κατάφερε να είναι ένας καθρέφτης για το παιδί της. Αντί γι’ αυτό η μητέρα μου ήταν σαν μια κρυφή κάμερα που κατέγραφε ασταμάτητα αν ο γιος της μπορούσε να είναι όλα εκείνα που η ίδια τα είχε απόλυτη ανάγκη.

Όταν διέκοψα την επικοινωνία μαζί της την πλήγωσα, αλλά εκείνη η πράξη με βοήθησε άμεσα. Άρχισα να βλέπω τη Λόραλ σαν έναν ξεχωριστό άνθρωπο, με αυτοτελή προσωπι­κότητα, παρ’ όλο που οι ψυχές μας συνδέονταν με έναν τρόπο που ακόμα με κάνει να τρέμω όταν τον σκέφτομαι. Πάψαμε να παίζουμε παιχνίδια που ήταν υποκατάστατα της σχέσης μητέ­ρας και γιου.

Μετά από εκείνην τη βραδιά που η Λόραλ με κρατούσε στην αγκαλιά της τρυφερά κι εγώ έκλαιγα, άρχισα να τη βλέ­πω πιο συχνά. Λίγες μέρες αργότερα πήγαμε μαζί στον κινη­ματογράφο. Έβλεπα την ταινία που προβαλλόταν στην οθόνη και στο μυαλό μου προβαλλόταν μια πιθανή εκδοχή του μέλ­λοντος μου. Είχα αρχίσει να σκέφτομαι την ερωτική επανασύν­δεσή μας, αφού είχα δουλέψει τόσο πολύ με τον εαυτό μου και αφού η σχέση μας είχε αρχίσει να γίνεται πολύ πιο υγιής. Με­τά την ταινία πήγαμε σε μια κοντινή καφετέρια και εκεί είδα για άλλη μια φορά τη λύπη από την οποία δεν μπορούσε να απελευθερωθεί.

"Λόραλ, έχε μου εμπιστοσύνη". Προσπάθησα να αγγίξω το χέρι της αλλά εκείνη τραβήχτηκε. "Μίλησέ μου. Θα σε α­κούσω και θα είμαι δίπλα σου".

"Τζον, δε με έχεις πείσει ότι μπορώ να σ’ εμπιστευτώ. Κά­θε φορά που σ’ εμπιστεύομαι με προδίδεις και με πληγώνεις".

Ο σερβιτόρος ακούμπησε δύο ποτήρια κρασί στο τραπέ­ζι μας. Και οι δύο κοιτάζαμε μέσα στα ποτήρια.

"Εγώ σ’ εμπιστεύτηκα", της είπα. "Σου τα είπα όλα".

"Ναι, αλλά εσύ μπορείς να βασιστείς σ’ εμένα", μου είπε η Λόραλ πίνοντας το κρασί της και προσπαθώντας να συγκρα- τήσει τα δάκρυα της.,

"Πάμε στο σπίτι μου. Θα είμαστε μόνοι μας και θα μπο­ρέσουμε να μιλήσουμε. Θα σε ακούσω, γιατί σ’ αγαπώ τόσο πολύ!"

Τελειώσαμε το κρασί μας σιωπηλά. Κρατιόμασταν από χα χέρια χωρίς να ξέρουμε τι θα συμβεί μετά. Πήγαμε στο σπί­τι μου και όταν φτάσαμε η Λόραλ μου είπε: "Αυτό που θέλω είναι να μ’ αγκαλιάσει κάποιος. Μπορείς να μ’ αγκαλιάσεις;"

"Ναι, μπορώ".

Σχεδόν συρθήκαμε μέχρι το κρεβάτι, όπως είχαμε κάνει εκατοντάδες φορές στο παρελθόν. Τα φώτα ήταν σβηστά, τα κορμιά μας αγκαλιάστηκαν, σαν να ήξεραν ότι δεν μπορού­σαμε ποτέ να χωρίσουμε οριστικά εμείς οι δυο. Την κράτησα σφιχτά στην αγκαλιά μου όλο το βράδυ, όπως ακριβώς της εί­χα υποσχεθεί.

Το πρωί έλαμπε ολόκληρη έτσι όπως έπεφτε το φως του ήλιου στο πρόσωπό της. Κι εγώ άρχισα να ξεστομίζω τελεσί­γραφα. "Λόραλ, θέλω να πεις στο Στηβ ότι είμαστε μαζί. Θέλω να πάμε μαζί σε κάποιον ψυχοθεραπευτή. Θέλω να γυρίσεις σε μένα".

Το πρόσωπό της σκοτείνιασε και μόνο μετά από μερικές μέρες συνειδητοποίησα πως με τα λόγια που είχα πει είχα χά­σει κάθε πιθανότητα να ξαναζήσω μαζί της. Ακόμα υπήρχαν πολλά που έπρεπε να κάνω στη δουλειά με τον εαυτό μου.

Τους επόμενους δώδεκα μήνες αφοσιώθηκα στη δουλειά μου, στις τύψεις, στη λύπη και στο θυμό που με κατέκλυζε ορ­μητικά, ένα θυμό που ήταν πια έτοιμος και πρόθυμος να βγει στην επιφάνεια και να απελευθερωθεί.

Προσπάθησα να καταπιαστώ με το βαθύ θυμό που έ­τρεφα για τη μητέρα μου. Αποφάσισα να τη δω και να της μι­λήσω. Κανόνισα να συναντηθούμε στο Νάσβιλ, στο σπίτι της αδελφής μου. Η μητέρα μου θα την επισκεπτόταν για λίγες μέ­ρες. Ήμουν τρομοκρατημένος. Φοβόμουν γι’ αυτά που μπορεί να της έλεγα. Φοβόμουν ότι δε θα κατάφερνα να της πω όλα όσα ήθελα. Ήμουν αγχωμένος και σίγουρα μελαγχολικός. Μια μέρα πριν την αναχώρησή μου συνάντησα την ψυχοθεραπεύ^ τριά μου και συζητήσαμε τους φόβους μου. "Δρ Μέισον, πολύ φοβάμαι ότι όλα θα είναι όπως παλιά. Εκείνη θ’ αρχίσει να μου μιλάει για αρρώστιες, για τον μπαμπά ή τις αδελφές της και, το χειρότερο απ’ όλα, θα θέλει να παίξω το ρόλο του συμ- βουλάτορά της. Με κούρασε αυτός ο ρόλος. Κουράστηκα".

"Ίσως να σκέφτηκε κι εκείνη κάποια πράγματα όλο αυτό το διάστημα που δεν επικοινωνήσατε", μου αντέτεινε.

Φτάνοντας στο Νάσβιλ κόντευε να σπάσει η καρδιά μου. Ήμουν τρομοκρατημένος, πανικόβλητος. Η μητέρα μου με περίμενε στο αεροδρόμιο και παρ’ όλο που αγκαλιαστήκαμε κά­πως ψυχρά νιώθαμε άνετα μεταξύ μας. Ξεκινήσαμε αμέσως για το σπίτι της αδελφής μου. Το αεροδρόμιο δεν ήταν το πιο κα­τάλληλο μέρος για να αρχίσουμε τη συζήτηση. Πριν προλάβω να πω λέξη η μητέρα μου με κοίταξε βαθιά μέσα στα μάτια.

"Γιε μου", μου είπε. "Σκέφτηκα πολύ το τελευταίο διά­στημα και νομίζω πως έχεις πολλούς λόγους να είσαι θυμωμέ­νος μαζί μου, δεν είναι έτσι;" Κόντεψα να πέσω από το κάθι­σμά μου. Πήρα μια βαθιά ανάσα ανακούφισης.

"Ναι, μαμά, είναι πολλά αυτά που με έχουν εξοργίσει. Γιατί δε μας πήρες μακριά από τον μπαμπά; Γιατί που να πά­ρει και να σηκώσει δεν τον χώρισες, γιατί τουλάχιστο δεν τον εμπόδιζες όταν μας κακομεταχειριζόταν; Μου έκλεψες τα παι­δικά μου χρόνια. Γιατί μ’ έκανες να μεγαλώσω πριν την ώρα μου; Δεν ήμουν παρά ένα παιδί. Από πέντε χρονών σε φροντί­ζω. Πάντα σε άκουγα να παραπονιέσαι για τη ζωή σου. Αφού ήσουν τόσο δυστυχισμένη γιατί δεν έκανες κάτι;"

Συνέχισα το λογύδριό μου για μία ώρα. Εκείνη με άκουγε. Μαινόμουν από θυμό, έκλαιγα και έβριζα. Άρχισε κι εκείνη να κλαίει και τελικά το τείχος που μας χώριζε κατέρρευσε. Τα δάκρυα ξεχύθηκαν ορμητικά κι από τους δύο, αλλά δεν έπαυε να είναι εκείνη η μητέρα μου κι εγώ ο γιος της.

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ! :
ΡΩΤΗΣΤΕ ΤΟΥΣ ΕΙΔΙΚΟΥΣ
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ