Ο άγνωστος Λάκης Λαζόπουλος

7 Νοεμβρίου 2014

Γεννήθηκε το 1956 στη Λάρισα, όπου μεγάλωσε και τελείωσε το σχολείο. Είναι ατσαλάκωτος και με μαμαδίστικη περιποιημένη χωρίστρα.

lakis-lazopoulos

Ο πατέρας του, ήταν υπάλληλος στην Ένωση Αγροτικών Συνεταιρισμών και η μητέρα του νοικοκυρά. Τα παιδικά του χρόνια, όπως έχει πει ο ίδιος, τα πέρασε κλεισμένος στο δωμάτιό του, όπου έβρισκε ησυχία και μπορούσε να απομονωθεί. Η πιο έντονη ανάμνησή του από εκείνη την ηλικία ήταν το μεσημεριανό τραπέζι, όπου ο πατέρας του πριν ξεκινήσουν να τρώνε τους διάβαζε αποσπάσματα από κείμενα του Δημήτρη Ψαθά και ειδήσεις από την εφημερίδα. Μετά το σχολείο σπούδασε Νομική στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης, στην Κομοτηνή. Εκεί γνώρισε και τη συμφοιτήτριά του και μετέπειτα σύζυγό του, Τασούλα, με την οποία απέκτησαν το 1987 μια κόρη. Παράλληλα με τη φοίτησή του στο Πανεπιστήμιο, ο Απόστολος, έγραψε και τα πρώτα του θεατρικά κείμενα. 
Στιχουργός, ερμηνευτής, ηθοποιός, ένας καλλιτέχνης με χίλια δυο πρόσωπα, που έχει αποδειχθεί ταλέντο στις επιλογές του. 

Λαζόπουλος " src="http://www.musicheaven.gr/html/images/stories/2008/1216759576.jpg" alt="Λάκης Λαζόπουλος" />
Ο Λάκης Λαζόπουλος γεννήθηκε στη Λάρισα. Σπούδασε νομικά στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης. Εκεί ανεβάζει και τις πρώτες του θεατρικές παραστάσεις με την θεατρική ομάδα του Πανεπιστημίου. Κάνει μεταπτυχιακό στο Ποινικό Δίκαιο και στην Εγκληματολογία στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Δεν έχει παρακολουθήσει Δραματική σχολή. 

Παράλληλα με τις σπουδές του στο Πανεπιστήμιο, το 1979, γράφει τα πρώτα του κείμενα για το Θεσσαλικό Θέατρο, στην επιθεώρηση “Κάτι τρέχει στα γύφτικα”.

Το 1980, εκτός από την συγγραφική του δραστηριότητα, συμμετέχει και σαν ηθοποιός στο Θεσσαλικό Θέατρο, στην επιθεώρηση “Χαιρέτα μου τον πλάτανο”, που γράφει με άλλους συγγραφείς.

Συνεχίζει στην Αθήνα το καλοκαίρι του 1981 με την Ελεύθερη Σκηνή (Σ. Φασουλής, Α. Παναγιωτοπούλου) στις επιθεωρήσεις “Της Ελλάδας το κάγκελο” (Θέατρο Σμαρούλα) και “Αλλαγή και πάνω τούρλα”(Θέατρο Βέμπο) . 
Φεύγει από την Ελεύθερη Σκηνή το 1982 και μέχρι το 1986 γράφει, μαζί με τον Γιάννη Ξανθούλη, τέσσερις επιθεωρήσεις: “Το ΠΑΣΟΚ της Χάιδως”, “Του ΠΑΣΟΚ τους τον χαβά”, “Μια στο καρφί και μια στο πέταλο” και “Χαράτσι από τον Ανδρέα τον Απάτσι”. Και οι τέσσερις παραστάσεις μεταφέρονται στη Θεσσαλονίκη σημειώνοντας πρωτοφανή επιτυχία. 
Εν τω μεταξύ το 1983 γράφει μαζί με τον Παντελή Βούλγαρη την τηλεοπτική σειρά « οι απόμαχοι». 
Το 1984 συμμετέχει στην ταινία του Γιάννη Σμαραγδή «Σιγά η πατρίδα κοιμάται» 
Το χειμώνα του ’86 περιοδεύει με αποσπάσματα των επιθεωρήσεών του σε όλη την Ελλάδα και σημειώνει ρεκόρ εισπράξεων. 

Καλοκαίρι του 1986 ανεβάζει, σε δική του μετάφραση-ελεύθερη απόδοση, την “Λυσιστράτη” του Αριστοφάνη, σε όλα τα μεγάλα ανοιχτά θέατρα της Ελλάδας, καθώς και στο Ηρώδειο, παίζοντας ο ίδιος τον ομώνυμο ρόλο. Σε σκηνοθεσία Ανδρέα Βουτσινά, μουσική Σταμάτη Κραουνάκη και στίχους Λίνας Νικολακοπούλου. Η παράσταση σημειώνει πρωτοφανή επιτυχία και μένει στην ιστορία του θεάτρου. 

Το καλοκαίρι του 1987 ανεβάζει, στο Θέατρο Αθήναιον, μαζί με την Άννα Παναγιωτοπούλου, την παράσταση “Τι είδε ο Γιαπωνέζος”, Σκηνοθεσία Α. Βουτσινά και μουσική Στ. Κραουνάκη.

Το 1988 κατατάσσεται στο στρατό και υπηρετεί την θητεία του. 

Στα τέλη του ’88 ανεβάζει στο Θέατρο Πορεία το “Ημερολόγιο ενός τρελού” του Γκόγκολ σε σκηνοθεσία Μίνωα Βολανάκη. 

Αρχές του ’89 μεταφέρεται στο θέατρο Λαμπέτη και ανεβάζει το “Ελλάς κατόπιν αορτής” για δύο σαιζόν με μοναδική επιτυχία. 

Αλλά ο θρίαμβος έρχεται με την παράσταση “Ήταν ένα μικρό καράβι” που γράφει και σκηνοθετεί ο ίδιος (1990), σε σκηνικά Διονύση φωτόπουλου και μουσική Θάνου Μικρούτσικου. Η παράσταση παίζεται για δύο ολόκληρα χρόνια στο ίδιο θέατρο και μεταφέρεται στην τηλεόραση (MEGA CHANNEL). 

Το 1991 γράφει, σκηνοθετεί και πρωταγωνιστεί στο “Κάτι έχω να σας πω” στο Θέατρο Βεάκη. 

Στην συνέχεια περιοδεύει στην Ελλάδα με το “Επιτέλους μόνοι”. Η ίδια παράσταση ανεβαίνει το 1994 και στη Νέα Υόρκη, στο CITY CENTER HALL (9.000 θεατές). Το “Επιτέλους μόνοι” ανεβαίνει στο κινηματοθέατρο ΠΑΛΛΑΣ για 40 παραστάσεις και περιοδεύει σε όλη την Ελλάδα σημειώνοντας ρεκόρ εισιτηρίων. 

Το καλοκαίρι του 1993 ερμηνεύει το ρόλο του Μακ Κήθ στην “Όπερα της πεντάρας” σε σκηνοθεσία Ζυλ Ντασέν (Θέατρο Αθήναιον - Καζάκος, Ζούνη, Καραμπέτη) . 

Είναι η περίοδος που έχει ξεκινήσει στην τηλεόραση να γράφει, να σκηνοθετεί και να ερμηνεύει- πάνω από 15 διαφορετικούς ρόλους- στην πιο πετυχημένη τηλεοπτική σειρά της ελληνικής τηλεόρασης «Δέκα μικροί Μήτσοι». 

Την ίδια χρονιά παρουσιάζει στο Μέγαρο Μουσικής, σε εναλλασσόμενες παραστάσεις με τον Δημήτρη Χορν, το ίδιο παραμύθι του PROKOFIEF “O Πέτρος και ο Λύκος”, με την Καμεράτα υπό την διεύθυνση του Α. Μυράτ. Οι παραστάσεις αυτές έμελλε να είναι και οι τελευταίες του Δημήτρη Χορν. 

Το 1994 πρωταγωνιστεί στην τηλεταινία “Το κορίτσι με τις βαλίτσες” (ΑΝΤ1), σε σκηνοθεσία του Νίκου Νικολαϊδη. 
Εμφανίζεται ως γκεστ σταρ στην ταινία του Γιάννη Σμαραγδή, “Καβάφης”. 

Λάκης ΛαζόπουλοςΤο 1997 παρουσιάζει στη Θεσσαλονίκη το έργο “Η Κυριακή των παπουτσιών”, σε σκηνικά Διονύση Φωτόπουλου και μουσική Θάνου Μικρούτσικου, στο πλαίσιο της Πολιτιστικής Πρωτεύουσας της Ευρώπης. H παράσταση μεταφέρεται το 1998 στην Αθήνα, στο δικό του πλέον θέατρο, το θέατρο ΗΒΗ και παίζεται μέχρι τον Μάιο του 1999. Η παράσταση αυτή αποτελεί τον καινούργιο μεγάλο σταθμό του Λάκη Λαζόπουλου. 

H WALT Disney PRODUCTIONS, το 1997, του αναθέτει την προσαρμογή στα ελληνικά του φιλμ κινουμένων σχεδίων “Ηρακλής”, στο οποίο δανείζει και τη φωνή του στους ήρωες Φιλ και Πάνικ. Ο ROY Disney του απονέμει ειδική πλακέτα της καλύτερης προσαρμογής σε όλη την Ευρώπη. 

Τον Οκτώβριο του 1997 συμμετέχει σε μεγάλη εκδήλωση για τα παιδιά με καρκίνο στο Madison Square Garden του Manhattan . 25.000 χιλιάδες Ελληνες της διασποράς τον αποθεώνουν μαζί με τους Γιώργο Νταλάρα, Αρβανιτάκη " href="http://www.musicheaven.gr/html/modules.php?name=Tags&t=eleutheria-arvanitaki">Ελευθερία Αρβανιτάκη και Βασίλη Παπακωνσταντίνου. 

To καλοκαίρι του 1999 γυρίζει στην Αυστραλία και την Κρήτη την πρώτη του μεγάλου μήκους ταινία “ΦΟΒΟΥ ΤΟΥΣ ΕΛΛΗΝΕΣ…”. Η ταινία σηματοδότησε την πρώτη συμπαραγωγή Αυστραλίας-Ελλάδας, σε σκηνοθεσία του John Tatoulis και σενάριο του Tom Galbraith. 

Προβλήθηκε στις αίθουσες τον Ιανουάριο του 2000 με μεγάλη επιτυχία. 
Το καλοκαίρι του 2000 αρχίζει τα γυρίσματα της μεγάλου μήκους ταινίας “Ο ΚΑΛΥΤΕΡΟΣ ΜΟΥ ΦΙΛΟΣ”, σε δικό του σενάριο και σκηνοθεσία. Στην ταινία πρωταγωνιστεί ο ίδιος, ο Αντώνης Καφετζόπουλος, η Σμαράγδα Καρύδη και η Βέρα Κρούσκα. Αρχές Μαρτίου του 2001 προβλήθηκε στις αίθουσες και έρχεται πρώτη σε εισπράξεις για το 2001. 
Το Φεβρουάριο του 2002 ανεβάζει στο θέατρο ΗΒΗ το θεατρικό έργο “ΤΑ ΛΕΜΕ” που έγραψε και σκηνοθέτησε ο ίδιος με συμπρωταγωνιστή τον Γιώργο Κωνσταντίνου και μαζί τους ο Αλέξης Γεωργούλης και η Φαίη Κοκκινοπούλου. 
Η παράσταση παίχτηκε για δεύτερη συνεχή χρονιά σε μια καινούργια εκδοχή 
«ΤΑ ΛΕΜΕ Νο 2» στην οποία μαζί με τον Γιώργο Κωνσταντίνου και το Λάκη Λαζόπουλο συμμετείχε και ο νέος ηθοποιός Μάξιμος Μουμούρης. Τον Μάρτιο του 2003, η παράσταση ανέβηκε στην Θεσσαλονίκη και σημειώνει νέα πρωτοφανή επιτυχία. 

Το καλοκαίρι του 2002, συμμετείχε με τον μονόλογο «οι ηλικίες του γελοίου», σε σκηνοθεσία Σωτήρη Χατζάκη, στους Θεατρικούς Μονολόγους, που οργάνωσε η Πολιτιστική Ολυμπιάδα. 

Το καλοκαίρι του 2003 αρχίζει τα γυρίσματα της μεγάλου μήκους ταινίας
Ρ 20 σε δικό του σενάριο και σκηνοθεσία που βγήκε στις αίθουσες αρχές Φλεβάρη του 2004. Στην ταινία πρωταγωνιστεί ο ίδιος. Μαζί του ο Βασίλης Χαραλαμπόπουλος. Το χειμώνα του 2003-04 ανεβάζει στο θέατρο ΒΡΕΤΑΝΙΑ την επιθεώρηση-αναθεώρηση “…κι αέρας στα πανιά μας !!!”, που γράφει , σκηνοθετεί και πρωταγωνιστεί ο ίδιος με συμπρωταγωνίστρια την Τζένη Μπότση.

H παράσταση σημείωσε μεγάλη καλλιτεχνική και εισπρακτική επιτυχία. Ταυτόχρονα είναι Καλλιτεχνικός Διευθυντής των θεάτρων ΒΡΕΤΑΝΙΑ και ΑΘΗΝΩΝ. Το καλοκαίρι του 2004 παίζει στο έργο του Αριστοφάνη «ΠΛΟΥΤΟΣ», σε σκηνοθεσία Νίκου Μαστοράκη και μουσική του Σταμάτη Κραουνάκη ,έχοντας τον πρωταγωνιστικό ρόλο του Χρεμύλου, με τον οποίο και κάνει την πρώτη του εμφάνιση στο Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου. Καταχειροκροτείται στο κατάμεστο θέατρο της Επιδαύρου και τις δύο ημέρες. Ακολουθεί περιοδεία σε όλη την Ελλάδα με συμμετοχή στα περισσότερα φεστιβάλ.

Τον χειμώνα του 2004-05 επανέρχεται δριμύτερος στο θέατρο ΒΡΕΤΑΝΙΑ-MOTOROLA, γράφοντας και σκηνοθετώντας την παράσταση « Που πάει αυτό το λεωφορείο;» με συμπρωταγωνιστή τον Τάσο Παλαντζίδη. 

Από τον Νοέμβριο του 2004, και για πρώτη φορά στην ελληνική τηλεόραση, παρουσιάζει μέσα από τον ALPHA , ζωντανά το σατιρικό δελτίο ειδήσεων « Αλ τσαντίρι νιουζ». 

Ο Λάκης Λαζόπουλος την ίδια περίοδο είχε και την καλλιτεχνική επιμέλεια της τηλεοπτικής σειράς «504 χ.λ.μ βόρεια της Αθήνας» που προβλήθηκε από το κανάλι του ALPHA. Καθώς επίσης και της ταινίας, που στάθηκε η αφορμή για την τηλεοπτική σειρά, με τίτλο «Μη φεύγεις» από το ίδιο κανάλι. 
Λάκης ΛαζόπουλοςΤο καλοκαίρι του 2005 πρωταγωνιστεί στην παράσταση του Εθνικού Θεάτρου «Αχαρνείς» του Αριστοφάνη, ενσαρκώνοντας τον Δικαιόπολη σε σκηνοθεσία Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου. Η επιτυχία που σημειώνει η δεύτερη καθοδός του στην Επίδαυρο τεράστια. 

Το Νοέμβριο του 2005 ανέβασε στο θέατρο ΒΡΕΤΑΝΙΑ -MOTOROLA
την παράσταση «Hysteria» του Τέρυ Τζόνσον, σε σκηνοθεσία Κων/νου Αρβανιτάκη, όπου πρωταγωνίστησε στο ρόλο του πατέρα της Ψυχανάλυσης, Φρόϋντ. Μαζί του ήταν οι: Άκης Σακελλαρίου, Φαίη Ξυλά και Μπάμπης Γιωτόπουλος. 
Φθινόπωρο 2006, συμμετείχε στα γυρίσματα της ταινίας «EL GRECO» (σκηνοθεσία Γιάννη Σμαραγδή), όπου συμπρωταγωνιστούσε κρατώντας το ρόλο του Νικολού. Η ταινία βγήκε στους κινηματογράφους τον Οκτώβριο του 2007 κάνοντας ρεκόρ εισιτηρίων .

Εν τω μεταξύ, για τέταρτη χρονιά συνεχίζεται στο κανάλι του ALPHA, η πολύ πετυχημένη, ζωντανή, εκπομπή του «Αλ Τσαντίρι νιουζ» κάνοντας ρεκόρ τηλεθέασης για τα σημερινά εποχή επίπεδα. 
Έχει συμμετάσχει σε παρά πολλές συναυλίες σε Ελλάδα και εξωτερικό με μεγάλους καλλιτέχνες ερμηνευτές και σημαντικό η συνεργασία με τη Λαϊκή ορχήστρα Μίκης Θεοδωράκης το τελευταίο καιρό που διοργανώνουν για φιλανθρωπικούς σκοπούς.

H σύντροφος της ζωής του

Η Τασούλα Λαζοπούλου είναι η πιο φανατική θαυμάστρια του Λάκη. Βρίσκει το χιούμορ του έξυπνο και γελάει πολύ με τη σάτιρα που παρουσιάζει. Αλλωστε, το χιούμορ είναι ένα από τα στοιχεία που αγάπησε στον άνθρωπο τον οποίο παντρεύτηκε πριν από χρόνια, ο οποίος είναι ο πατέρας της μοναχοκόρης της. 

Ο Λάκης και η Τασούλα γνωρίστηκαν στην Κομοτηνή, φοιτητές και οι δύο της Νομικής Σχολής. Νεαρά παιδιά, έζησαν μαζί τα φοιτητικά τους χρόνια που ήταν καθοριστικά για τη ζωή τους. Μοιράστηκαν την ξεγνοιασιά και τις αγωνίες της πρώτης νιότης και δεν άργησαν να ανεβούν τα σκαλιά της εκκλησίας. Ο Λάκης επισκεπτόταν συχνά τους γονείς της Τασούλας στη Δράμα, με τους οποίους διατηρούσε στενούς δεσμούς. Τους σεβόταν και τους αγαπούσε, ενώ τα ίδια συναισθήματα είχε και όλη η οικογένεια της Τασούλας γι’ αυτόν. Στη Δράμα έχουν περάσει τις πιο όμορφες οικογενειακές γιορτές, Χριστούγεννα και Πάσχα. 

Η Τασούλα Λαζοπούλου δεν έχει αλλάξει σχεδόν καθόλου την εμφάνισή της. Διατηρεί πάντα το ίδιο στιλ στα μαλλιά της, ενώ το ντύσιμό της είναι απλό. Ασχολείται πολύ με το διάβασμα και βρίσκεται πάντα στο πλευρό της κόρης τους, Μαριέλλης, κάτι που ο Λάκης εκτιμά αφάνταστα. Αλλωστε, εκείνος ήταν πάντα -και εξακολουθεί να είναι- πολύ απασχολημένος με το θέατρο και την τηλεόραση και οι ώρες που μπορεί να βρίσκεται στο σπίτι είναι ελάχιστες.

Η διακριτική, σεμνή και σοβαρή Τασούλα Λαζοπούλου έχει κερδίσει και τη μεγάλη εκτίμηση όλων των ανθρώπων του θεάτρου. 

Οταν τη συναντούν στις πρεμιέρες του καλλιτέχνη, όλοι την πλησιάζουν για να της δείξουν την αγάπη τους. Εκείνη το εισπράττει αυτό και καμαρώνει. 




H Mαριλού

Λάκης Λαζόπουλος: Η γυναίκα της ζωής του

 

Αν ρωτήσει κανείς τον Λάκη Λαζόπουλο, ποια ήταν η πιο ευτυχισμένη χρονιά της ζωής του, με σιγουριά θα πει το 1987. Θυμάται με κάθε λεπτομέρεια, την πρώτη φορά που πήρε αγκαλιά τη νεογέννητη κόρη του, τις ατέλειωτες ώρες που περνούσε πάνω από την κούνια της να την παρατηρεί, γεμάτος λατρεία για εκείνη. Είναι η κόρη του Μαριέλλη –Μαριλού για τους φίλους της- που είναι και η μοναδική γυναίκα που μπορεί να κάνει τον Λάκη Λαζόπουλο, ό,τι θέλει!

Η σχέση με τη μητέρα του

Σχέσεις στοργής με την κυρία Ριρίκα

Με την μητέρα του

 

Η οικογένειά του υπήρξε ανέκαθεν σημείο αναφοράς για τον Λάκη Λαζόπουλο. Οι δεσμοί που διατηρεί με την 70χρονη μητέρα του είναι στενοί και η επαφή μαζί της ένα είδος ομφάλιου λώρου, που τροφοδοτεί τον καλλιτέχνη με αγάπη και κουράγιο για να συνεχίσει να διαπρέπει.

«Ο καθένας έχει κάποιον στο μυαλό του όταν παίζει, εγώ έχω εκείνη. Ανυπομονώ να μου πει κάθε φορά πώς της φάνηκε η εκπομπή, τι της είπαν οι γειτόνισσες», σχολιάζει ο ίδιος.

Έτσι, όπως γνωρίζουν όλοι οι άνθρωποι του στενού του περιβάλλοντος, μετά το τέλος της εκπομπής και όταν τα φώτα σβήσουν, το πρώτο τηλεφώνημα που κάνει ο παρουσιαστής είναι στη μητέρα του.

Η κυρία Ριρίκα είναι πάντα παρούσα στις πρεμιέρες του, ενώ βλέπει ανελλιπώς «Αλ τσαντίρι» και γι αυτό της απευθύνει κάθε φορά χαιρετισμό.

«Όπως και κάθε μητέρα, έτσι κι εγώ είμαι πολύ περήφανη για τον Λάκη», μας έχει πει σε τηλεφωνική συνδιάλεξη η κ. Λαζοπούλου. Με περηφάνια και καμάρι παραδέχτηκε: «Φυσικά και παρακολουθώ τις δουλειές του. Ωστόσο, δεν μπορώ να πω τίποτε παραπάνω χωρίς τη σύμφωνη γνώμη του γιου μου».

Τη στενή σχέση μάνας και γιου μας επιβεβαίωσε και ο πρώτος του ξάδελφος, ο κ. Αχιλλέας Λαζόπουλος, που μας είπε χαρακτηριστικά:

«Ο Λάκης επισκέπτεται πολύ συχνά τη Λάρισα, γιατί μένει εδώ η αγαπημένη του μητέρα. Γι αυτό και είναι πολύ αγαπητό πρόσωπο εδώ. Τον βλέπουμε και τον καμαρώνουμε. Ως άνθρωπος είναι απίστευτος και, φυσικά, δεν είναι από αυτούς που η επιτυχία τούς παίρνει τα μυαλά. Είναι δεκαετίες στο επάγγελμα και είναι το ίδιο ανθρώπινος».

Τι λέει, όμως, ο ίδιος ο Λάκης για τα παιδικά του χρόνια και την οικογένειά του;

«Αγαπάω τη ζωή που έζησα. Θυμάμαι τον πατέρα μου. Το πατρικό μου σπίτι, που έχει μείνει όπως τότε δεν το έχουμε πειράξει. Η μητέρα μου είναι ακόμη εκεί, πηγαινοέρχεται. Η ζωή εκείνα τα παιδικά μου χρόνια ήταν μέσα σ' ένα δωμάτιο. Χρειαζόμουν πάντα ένα χώρο όπου θα ήμουν μόνος μου, να δουλέψω». Η εικόνα που του θυμίζει έως σήμερα τον αγαπημένο του πατέρα είναι το μεσημεριανό τραπέζι της οικογένειας. Πριν ξεκινήσουν το φαγητό ο πατέρας Λαζόπουλος τους διάβαζε τον Ψαθά, μετά τους έλεγε τα κυριότερα νέα από την εφημερίδα και κατόπιν έτρωγαν. Αυτό γινόταν καθημερινά.

Έτσι περιέγραψε ο κορυφαίος ηθοποιός σε συνέντευξή του τα συναισθήματά του.

Η πρόθεσή του να γυρίσει μια ταινία με θέμα τη ζωή του πατέρα του, Δημήτρη, μας οδήγησε να ψάξουμε πιο επισταμένα και να ζητήσουμε επιβεβαίωση από το συγγενικό του περιβάλλον . Γι αυτό, απευθυνθήκαμε στον πρώτο του ξάδελφο, που ζει με την ευτυχισμένη οικογένειά του στη Νίκαια, προάστιο της Λάρισας.

Αλήθεια, έχετε ακούσει ότι θέλει να γυρίσει τη ζωή του αγαπημένου του πατέρα σε ταινία;

«Φυσικά και το έχω ακούσει. Θα είναι πολύ ωραίο, αν το υλοποιήσει τελικά. Ήταν πολύ δεμένοι με τον πατέρα του και του στοίχισε που τον έχασε τόσο νωρίς».

Τι σχέση είχαν οι δυο τους;

«Ήταν παραπάνω από φίλοι. Υπήρχε βαθιά αγάπη και η φιγούρα του πατέρα λειτουργούσε καθοριστικά στην οικογένεια του Λάκη. Ο πατέρας του τον θαύμαζε απίστευτα και από τα πρώτα του βήματα στο σανίδι, που τα έκανε εδώ, στη Λάρισα. Συνήθιζε μάλιστα να βάζει τις κασέτες που τον ηχογραφούσε στις παραστάσεις του στις τσέπες του και να της ακούει όποτε ένιωθε την ανάγκη, δυστυχώς όμως δεν πρόλαβε να τον καμαρώσει σήμερα, που αποθεώνεται».

Η αλήθεια είναι ότι έφυγε νωρίς
«Έφυγε πολύ ξαφνικά από τη ζωή κι ενώ βρισκόταν σε διακοπές στην Αιδηψό. Έπαθε καρδιακή προσβολή και δεν υπήρχε γιατρός για να τον κοιτάξει Στοίχισε πολύ σε όλους μας. Πάνε δέκα χρόνια από τότε. Ήταν πολύ δεμένα τα αδέρφια Λαζόπουλου με τον πατέρα τους. Μπορεί να ήταν αυστηρός, άλλωστε μιλάμε και για τα δύσκολα χρόνια της δεκαετίας 1960-1970, αλλά το έκανε πολύ διακριτικά. Αγωνίστηκε πολύ σκληρά στη ζωή του ο πατέρας του. Ήταν υπάλληλος στην Ένωση Αγροτικών Συνεταιρισμών».

 

Τι κάνει σήμερα ο Λάκης Λαζόπουλος; 

Στην τελική ευθεία για το τυπογραφείο είναι το βιβλίο που υπογράφει ο Λάκης Λαζόπουλος, που όπως δήλωσε σε συνέντευξή του στο «ΘΕΜΑ» πρόκειται περισσότερο για ένα «ανθολόγιο από στιγμές» που τον σημάδεψαν για πάντα παρά για μια αυτοβιογραφία. Πρόσωπα, πράγματα και περιστατικά περιγράφονται γλαφυρά και αποκαλύπτουν τον άλλο Λάκη, τον άγνωστο  στον πολύ κόσμο

Σε ένα ιδανικό σύμπαν ο Λάκης Λαζόπουλος πιθανόν να μην κουνούσε ρούπι από το σπίτι του -ειδικά από αυτό της Πάρου- αν δεν ήταν απαραίτητο για να δει φίλους και να ακούσει τα νέα του κόσμου ή της γειτόνισσας. Θα καθόταν με τις ώρες να αγναντεύει την αγαπημένη του θάλασσα ή να ζωγραφίζει. Οι περισσότεροι μπορεί να μην το ξέρουν, αλλά ο Λάκης ζωγραφίζει καταπληκτικά -αφηρημένα πορτρέτα που έχουν κάτι από πρώιμο Κλέε- και γράφει με μανία. 


Γράφει ακατάπαυστα όχι μόνο κείμενα για την εκπομπή του, αλλά και προσωπικές σκέψεις, σενάρια για εκπομπές στο εξωτερικό (ναι, το κάνει και αυτό) - κάνει μέχρι και διασκευές για θεατρικά έργα. Εκτός όμως από τα πάσης φύσεως σχεδιαγράμματα που σκαλίζει στο χαρτί, έχει ήδη έτοιμο το μεγαλύτερο μέρος μιας ιδιότυπης αυτοβιογραφίας που θα περιλαμβάνει στιγμές που χάραξαν τη ζωή του ανεξίτηλα - καλές ή κακές, οδυνηρές ή φλογερές, αποσπάσματα μιας ολόκληρης ζωής όπως τα ανακαλεί τώρα στη μνήμη του. «Δεν πρόκειται για αυτοβιογραφία με την αυστηρή έννοια, αφού δεν είχα σκοπό να καταγράψω με λεπτομέρεια τη ζωή μου, αλλά να δώσω μια άλλη διάσταση στα όσα με σφράγισαν έως τώρα. Πρόθεσή μου είναι να φωτίσω διαφορετικά τα πράγματα και τα πρόσωπα που έπαιζαν κάποια στιγμή καταλυτικό ρόλο στη ζωή μου. Εξάλλου έχω την τάση να μιλάω για τα γεγονότα όχι εν βρασμώ, αλλά αφού κοπάσουν. Ευτυχώς έχω υπομονή και το γεγονός ότι μπορούσα πάντα στωικά να περιμένω να περάσει η μπόρα με βοήθησε να αντέξω πολλές δύσκολες καταστάσεις. Από μικρός θυμάμαι -προτού ακόμη χάσω τον πατέρα μου- να γίνονται διάφορα δυσάρεστα στο σπίτι κι εγώ να απομονώνομαι και να σκαρώνω ιστορίες. Πάντα μου άρεσε να “ξαναφτιάχνω” όμορφα τα πράγματα, να τους δίνω μια πιο ευάρεστη διάσταση και προοπτική». 

Ομολογεί ωστόσο ότι ποτέ δεν θα μπορούσε να γράψει μια αυστηρή βιογραφία αλλά «ένα ανθολόγιο με στιγμές». Ο νους άλλωστε καταβάλλει τεράστιες προσπάθειες να διακρίνει ψήγματα προσωπικής ανταύγειας στη διάρκεια της μνήμης. «Θυμάμαι στιγμές που μπορεί εν πρώτοις να μη φαντάζουν βαρυσήμαντες ή σπουδαίες, αλλά έπαιξαν σημαντικό ρόλο στη ζωή μου. Οι πρώτες γραμμές της αφήγησης ξεκινάνε με εικόνες από όταν ήμουν μικρός και γυρνούσα τα χωριά της Λάρισας χαζεύοντας εμμονικά τα κάρα που περνούσαν. Μου άρεσε να τα βλέπω να απομακρύνονται και να χάνονται στο βάθος του ορίζοντα και κάπως έτσι φαντάζομαι ότι θα χαθούν κάποια στιγμή οι εικόνες από τη μνήμη μου - θα εξαφανιστούν από τα μάτια μου σαν εκείνα τα κάρα. Αυτές τις στιγμές προτίθεμαι να συνθέσω στο βιβλίο που γράφω με τη μορφή μοντάζ, ίσως επειδή ξέρω ότι κάπως έτσι συμβαίνουν τα πράγματα και στις ταινίες. Δεν είναι τυχαίο ότι οι ταινίες δεν λαμβάνουν χώρα σε φυσικό χρόνο αλλά αποκαλύπτονται μέσα από μοντάζ τονίζοντας τις σκηνές που είναι σημαντικές για τη δράση. Ετσι κι εγώ - πολλές φορές δεν θυμάμαι καν τα στιγμιότυπα που ανακαλύπτω σε διάφορες ξεχασμένες φωτογραφίες, εξ ου και το ότι δεν μου αρέσουν καθόλου οι φωτογραφήσεις. Ισως γι’ αυτό μου άρεσαν τόσο οι εικόνες των αγίων, το να θυμούνται ένα πράγμα από εσένα μόνιμο και απαράλλακτο. Ετσι κι αλλιώς ένα πράγμα θυμάσαι και αποσπάς από τα πράγματα. Το ίχνος, το αποτύπωμα που αφήνουν είναι πάντοτε ένα». 



Γι’ αυτό και οι σκηνές που παραθέτει στο βιβλίο του ο Λάκης Λαζόπουλος δεν θα μπορούσαν να μην είναι εκ των πραγμάτων εξομολογητικές - προσωπικές περισσότερο και όχι μόνο πολιτικές όπως θα περίμενε κανείς. «Από τις περισσότερες πάντως ιστορίες εξάγεται κάτι εντελώς απρόβλεπτο στην προσπάθειά μου να αποσαφηνίσω συγκεκριμένες αποφάσεις σε κρίσιμες στιγμές. Κάποιες μάλιστα καταδεικνύουν τον εσωτερικό χειρισμό μιας δικής μου λεπτής υπόθεσης, αλλά δεν θα πω τίποτα παραπάνω. Στο βιβλίο περιλαμβάνω επίσης πολλές σκηνές από τα παρασκήνια του θεάτρου -κι αυτές είναι εκείνες τελικά που θυμάμαι με μεγαλύτερη ευχαρίστηση- αλλά και από την παιδική μου ηλικία. Επίσης, αμυδρές σκηνές από την οικογένειά μου από τότε που ζούσε ο πατέρας μου, τον οποίο έχασα πρόωρα. Υπάρχουν βέβαια και κάποιες από το πανεπιστήμιο ή άλλες πιο πρόσφατες από πρόσωπα και πράγματα - χωρίς όμως να θίγω κανέναν. Παρότι υπήρξαν εποχές που έξω από το σπίτι μου στο Κολωνάκι “κατέφταναν” διάφοροι φάκελοι με αποκαλύψεις για διάφορες υποθέσεις -αρχεία ανήκουστα-, δεν θέλησα ποτέ να φέρω κάποιον σε δύσκολη θέση και να τα εκθέσω. Ο χαρακτήρας μου δεν ήταν ποτέ εκδικητικός».


Ανθρωποι εμπιστοσύνης


Ωστόσο στο βιβλίο του δεν μπορεί να μην αναφερθεί και σε χρόνιες κόντρες του, όπως αυτή με το ΕΣΡ. 

«Ανέκαθεν έδινα μάχη με τη λογοκρισία, από τα παλιά χρόνια στο MEGA . Από τότε επέμενα να φέρνω τις κασέτες της εκπομπής 5 λεπτά προτού ξεκινήσει και ο όρος αυτός ήταν τόσο απαράβατος που είχε ως αποτέλεσμα να καθυστερήσουμε ενάμιση χρόνο να υπογράψουμε συμβόλαια με τον σταθμό. Δεν έχω ποτέ φέρει αντίρρηση σε όποιον δεν συμφωνεί με τους όρους μου να λύσει τη συνεργασία, αλλά άπαξ και είμαι εκεί θέλω να έχω ελευθερία. Αν ήξερε ο κόσμος τι λογοκρισία και ανελευθερία υπάρχει στον χώρο της τηλεόρασης, θα έφριττε - αν ποτέ έβγαιναν επακριβώς τα παρασκήνια! Μπορώ επομένως να φανταστώ τι είδους πιέσεις είχαν υποστεί τα κανάλια με τα οποία συνεργάστηκα. Δεν είναι τυχαία η ιστορία με τις συχνότητες, όταν μου έλεγαν ότι πρέπει να μετακινήσω την εκπομπή μου από τις 9 στις 11 επειδή υποτίθεται ήταν κλειδωμένες οι συχνότητες και δεν μπορούσαν να μου δώσουν νούμερα. Και τι έκανε τότε το ΕΣΡ; Αποφάσισε να αποδυναμώσει την εκπομπή μου - κάτι που κάνει πάντα με εκπομπές που του μπαίνουν στο μάτι,επιβάλλοντας πρόστιμα σε ό,τι βλέπει να έχει πέραση στον κόσμο. Πρόθεσή τους είναι να καταστήσουν άνυδρο το τοπίο ώστε να υπάρχει απλώς ένα στεγνό lifestyle και κατευθυνόμενες ειδήσεις». 

Ωστόσο στο βιβλίο του ο Λάκης Λαζόπουλος δεν μιλάει μόνο για τις κόντρες, αλλά και για αγαπημένους του ανθρώπους από το θέατρο - μου μιλάει με ιδιαίτερη αγάπη για το Θεσσαλικό Θέατρο και τον Κώστα Τσιάνο, με τον οποίο έχουν ήδη κάτι στα σκαριά. Μου λέει επίσης πως αισθάνεται ευτυχής που ακόμη έχει δίπλα του ανθρώπους τους οποίους μπορεί να εμπιστευτεί. «Ευτυχώς ακόμη βρίσκω ανθρώπους που να εμπιστεύομαι. Είναι άνθρωποι που είναι δίπλα μου σταθερά και στους οποίους νιώθω ότι μπορώ να βασιστώ χωρίς κρατήματα». Το ίδιο ένιωθε και μικρός, όταν ο φιλόλογός του, ο κύριος Παρασκευάς, του έδινε τον κατάλογο και την τσάντα του για να τα αφήσει σπίτι του. 

«Αυτό δεν το έκανε επειδή ήμουν ο καλύτερος της τάξης ή το σπασικλάκι -μακριά από εμένα αυτός ο ρόλος-, αλλά ίσως επειδή ήξερε ότι δεν υπήρχε ποτέ περίπτωση να τα ανοίξω. Φυσικά και εγώ, όπως και όλοι οι υπόλοιποι συμμαθητές μου θα πεθαίναμε να ανοίξουμε το φερμουάρ και να δούμε τι κρύβει ο κατάλογός του, αλλά άπαξ και του είχα δώσει την υπόσχεσή μου δεν υπήρχε περίπτωση να το κάνω. Οταν υποσχεθώ κάτι σε κάποιον, ξέρει ότι δεν υπάρχει περίπτωση να μεσολαβήσει τίποτα που να σπάσει τον όρκο μου - δεν υπάρχει δεύτερο. Αυτό έχει να κάνει για μένα με την αφοσίωση σε κάτι και μια πειθαρχία που στην περίπτωσή μου είναι περισσότερο εσωτερική». Βέβαια η λέξη «εσωτερική» είναι εξαιρετικά βαρυσήμαντη για τον Λάκη, στον βαθμό που πάντα θα βρει τρόπο να ανιχνεύσει τον χώρο που θα λειτουργήσει ως προσωπικό του καταφύγιο.

 «Αγαπώ τον κόσμο, θέλω να ζω μέσα στον κόσμο, αλλά ο μοναχισμός είναι κάτι πολύ κραταιό στη ζωή μου και φαντάζει ως κυρίαρχη ψυχολογία». Γι’ αυτό εκμυστηρεύεται ότι αγαπάει πολύ τους ερημίτες: «Είναι δικοί μου άνθρωποι και γι’ αυτό πολλές φορές θα πάρω, χωρίς δεύτερη σκέψη, τον δρόμο για να συναντήσω κάποιον που ξέρω ότι ζει με αυτό τον τρόπο για χρόνια, για να συνομιλήσω μαζί του χωρίς να το μάθει ποτέ κανείς. Είμαι ικανός να πάω στο Αγιον Ορος ή στην άκρη της Γης για να βρω στιγμές ηρεμίας, να καθίσω τρεις μέρες και να ακούω τις μετρημένες του κουβέντες». Ισως αυτό να είναι και το μεγάλο μυστικό και πλεονέκτημα του Λάκη: όχι μόνο ξέρει να απομακρύνεται, αλλά κυρίως να ακούει. Τους ανθρώπους, την ψυχή τους, τα λόγια τους. Κι αυτό είναι που του δίνει δύναμη να βγαίνει στον κόσμο, να εκτίθεται και να μην υπολογίζει ούτε αντιδράσεις ούτε στεγανά και να είναι ο Λάκης που όλοι ξέρουμε. 

 

FUN FACTS

  1. Ο Λάκης Λαζόπουλος με τη σύζυγό του γνωρίστηκαν στην Κομοτηνή, φοιτητές και οι δύο της Νομικής Σχολής
  2. Ο Λάκης Λαζόπουλος έχει ονομάσει το σκάφος του «Μπέλης» που όπως αποκάλυψε είναι η συντομογραφία του «Τεμπέλης»
  3. Αγαπάει τις Κυκλάδες και επέλεξε την Πάρο για να αγοράσει ένα οικόπεδο και να φτιάξει μια παραδοσιακή κατοικία 300τ.μ.
  4. Σε κάθε του νέο βήμα έχει κοντά του μεταξύ άλλων και την πολύ καλή του φίλη Χαρούλα Αλεξίου

 

 

 

Πηγές: Μusicheaven, mixanitouxronou.gr , gossip-tv, myword.gr  Protothema.gr , espressonews.gr 

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ! :
ΡΩΤΗΣΤΕ ΤΟΥΣ ΕΙΔΙΚΟΥΣ
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ