Ψυχιατρική: Πώς καταλαβαίνουμε ότι κάποιος είναι μανιακός;

10 Νοεμβρίου 2014

Οι διπολικές διαταραχές είναι ασθένειες που χαρακτηρίζονται από ακραίες διακυμάνσεις ανάμεσα σε δύο συναισθηματικές διαθέσεις: από την μία μεριά, υπέρμετρη έξαρση, δηλαδή "μανία" ("πάνω"), και από την άλλη, κατάθλιψη ("κάτω"). Περιλαμβάνει λοιπόν συναισθήματα των δύο συναισθηματικών άκρων ή αλλιώς "πόλων" (απ' όπου προέρχεται και η λέξη "διπολική", σε αντίθεση με τις καταθλιπτικές διαταραχές που ονομάζονται και μονοπολικές).

Στην τυπική μορφή των διπολικών διαταραχών, οι ασθενείς περνούν από κύκλους ή φάσεις μανίας που εναλλάσσονται με κύκλους ή φάσεις σοβαρής κατάθλιψης. Μεταξύ αυτών των κύκλων ή φάσεων μπορεί να παρεμβάλλονται διαστήματα με φυσιολογική διάθεση ("νορμοθυμία"). Στην πραγματικότητα όμως, οι διπολικές διαταραχές αποτελούν ένα ευρύ φάσμα κλινικών εικόνων ποικίλης έντασης, συχνότητας και μορφής.

Για περίπου ένα αιώνα, η διπολική ασθένεια ονομαζόταν μανιοκατάθλιψη. Ο ισχύων σήμερα όρος είναι διπολική διαταραχή.

Διακυμάνσεις της διάθεσης εμφανίζονται φυσιολογικά σε κάθε άνθρωπο ως αποτέλεσμα των ερεθισμάτων του περιβάλλοντος και του τρόπου με τον οποίο το άτομο τα επεξεργάζεται, τα ερμηνεύει και τα εσωτερικεύει. Στους ασθενείς όμως με διπολική διαταραχή, τα "πάνω" και "κάτω" της διάθεσης είναι έντονα και παθολογικά (λόγω της μεγάλης έντασης, της μακράς διάρκειας και των σημαντικών αρνητικών επιπτώσεών τους στην κοινωνική και επαγγελματική ζωή του ατόμου) με αποτέλεσμα να επηρεάζουν την φυσιολογική λειτουργικότητα του ατόμου, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να είναι και επικίνδυνα ακόμα και για την ίδια του τη ζωή. Οι μεταβολές της διάθεσης που χαρακτηρίζουν τη διπολική διαταραχή, με την ποικιλία των διαβαθμίσεων που παίρνουν, μπορούν να αναπαρασταθούν ως σημεία ενός συνεχούς, στο ένα άκρο του οποίου βρίσκεται η βαριά κατάθλιψη, κατόπιν η ήπια κατάθλιψη, κάπου στο μέσο η ισορροπημένη διάθεση, στη συνέχεια η υπομανία και, τέλος, στο άλλο άκρο, η μανία.

Τα καταθλιπτικά επεισόδια των διπολικών διαταραχών είναι κλινικά όμοια με των καταθλιπτικών διαταραχών. Επομένως, το βασικό διακριτικό στοιχείο των διπολικών διαταραχών είναι η έξαρση. Η έξαρση περιλαμβάνει ένα ευρύ φάσμα συναισθηματικών διαθέσεων που κυμαίνονται από τις φυσιολογικές καταστάσεις της ευφορίας και της χαράς μέχρι τις παθολογικές καταστάσεις της υπομανίας και της μανίας.

Ο όρος "μανία" δηλώνει υπέρμετρη έξαρση, υπερκινητικότητα, διέγερση και επιταχυμένο ρυθμό ομιλίας, συχνά με διαταραγμένη σκέψη.

 Ο όρος "υπομανία" αναφέρεται σε ένα παρόμοιο σύνδρομο, αλλά όχι τόσο έντονο όσο η μανία. (περισσότερες λεπτομέρειες για τις διαφορές μεταξύ μανιακών και υπομανιακών επεισοδίων, εδώ και εδώ). Αρκετοί κλινικοί αποδίδουν τον όρο "υπομανία" σε καταστάσεις που δεν παρουσιάζουν ψυχωσικά συμπτώματα, ενώ χρησιμοποιούν τον όρο "μανία" στις καταστάσεις όπου ενυπάρχουν ψυχωσικά συμπτώματα (διαταραγμένη επαφή με την πραγματικότητα).

Σύμφωνα με την υποκειμενική αντίληψη και αίσθηση του ασθενή η κατάσταση της μανίας ή υπομανίας μπορεί να είναι ιδιαίτερα ευχάριστη, καθώς νιώθει "ανεβασμένος", γεμάτος αυτοπεποίθηση, ευτυχισμένος και χαρούμενος. Συνήθως όμως, ο μανιακός (και λιγότερο ο υπομανιακός) ασθενής, χαρακτηρίζεται επίσης από έντονη ευερεθιστότητα, οργή και ενίοτε και παρανοϊκότητα. Συνεπώς, είμαστε πιο ακριβείς όταν μιλάμε για ανεβασμένη – διεγερμένη διάθεση και όχι για εξηρμένη διάθεση.

Μανιακό επεισόδιο υφίσταται (κατά DSM-IV) όταν υπάρχουν τουλάχιστον 3 από τα παρακάτω συμπτώματα μαζί με επίμονα ανεβασμένη, διαχυτική ή ευερέθιστη διάθεση (τουλάχιστον 4 συμπτώματα απαιτούνται όταν η διάθεση χαρακτηρίζεται μόνο από ευερεθιστότητα) κατά το μεγαλύτερο μέρος της ημέρας, σχεδόν κάθε μέρα και για διάστημα μεγαλύτερο της μίας εβδομάδας:

 

1. διογκωμένη αυτοεκτίμηση ή αίσθημα μεγαλείου

2. ελαττωμένη ανάγκη για ύπνο (π.χ. το άτομο νιώθει ότι ξεκουράστηκε ύστερα από μόνο 3 ώρες ύπνο)

3. μεγαλύτερη ομιλητικότητα από το συνηθισμένο ή πίεση να συνεχίσει να μιλά (αισθάνεται την ανάγκη να μιλά διαρκώς)

4. φυγή ιδεών ή υποκειμενική αίσθηση ότι οι σκέψεις καλπάζουν

5. διάσπαση της προσοχής (η προσοχή έλκεται πολύ εύκολα από ασήμαντα ή άσχετα εξωτερικά ερεθίσματα)

6. αύξηση της στοχοκατευθυνόμενης δραστηριότητας, δηλ. το άτομο είναι υπερβολικά δραστήριο (είτε κοινωνικά, στην εργασία ή στο σχολείο, είτε σεξουαλικά) ή ψυχοκινητική διέγερση

7. υπερβολική εμπλοκή σε ευχάριστες δραστηριότητες που έχουν μεγάλη πιθανότητα για οδυνηρές συνέπειες (π.χ. το άτομο εμπλέκεται σε χωρίς περιορισμό άκριτες αγορές, σε σεξουαλικές αδιακρισίες ή σε ανόητες επιχειρηματικές επενδύσεις).


Για να οριστικοποιηθεί η διάγνωση, η διαταραχή της διάθεσης πρέπει να είναι αρκετά σοβαρή ώστε να προκαλεί έντονη έκπτωση στην επαγγελματική λειτουργικότητα ή στις συνηθισμένες κοινωνικές δραστηριότητες ή στις σχέσεις με τους άλλους ή να κάνει απαραίτητη την νοσηλεία του ασθενή για να προληφθεί η πρόκληση βλάβης στον εαυτό του ή στους άλλους ή υπάρχουν ψυχωτικά στοιχεία. Επίσης, χρειάζεται να αποκλειστεί η περίπτωση τα συμπτώματα να οφείλονται στα άμεσα φυσιολογικά αποτελέσματα της δράσης μιας ουσίας (π.χ. ναρκωτικών ουσιών, φαρμάκων κλπ.) ή μιας γενικής ιατρικής κατάστασης (π.χ. υπερθυρεοειδισμός).

 Κείμενο: Αγγελική Μενεδιάτου, Ψυχολόγος, Μ.Α. Κλινικής Ψυχολογίας, Ιδρυτικό μέλος και πρόεδρος του ΔΣ της Ελληνικής Εταιρείας Διαταραχών διάθεσης. 

 
 
 

 

Κείμενο: Αγγελική Μενεδιάτου, Ψυχολόγος, Μ.Α. Κλινικής Ψυχολογίας, Ιδρυτικό μέλος και πρόεδρος του ΔΣ του ΜΑΖΙ.

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ! :
ΡΩΤΗΣΤΕ ΤΟΥΣ ΕΙΔΙΚΟΥΣ
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ