Διατροφή και νόσος του CROHN. Ο ρόλος του διαιτολόγου

18 Νοεμβρίου 2014

Δεν υπάρχει κάποιο συγκεκριμένο - προκαθορισμένο υπόδειγμα διατροφής για τη βελτίωση της νόσου του Crohn. Αυτό που συνίσταται είναι μια ισορροπημένη διατροφή, η οποία να εξασφαλίζει επαρκή ενεργειακή, βιταμινική και πρωτεϊνική πρόσληψη για την αποφυγή δυσθρεψίας και απώλειας βάρους. Η διατροφική αντιμετώπιση μπορεί να διαφέρει από άτομο σε άτομο και εξαρτάται τόσο από την έκδηλη συμπτωματολογία και τη σοβαρότητα της ασθένειας όσο και από τις διατροφικές προτιμήσεις, ανοχές και ευαισθησίες των ατόμων στις τροφές.

 

Όταν τα συμπτώματα της νόσου βρίσκονται σε έξαρση, οι συστάσεις περιλαμβάνουν:

  • Μικρά και συχνά γεύματα κατά τη διάρκεια της ημέρας (κάθε 3-4 ώρες).
  • Κατανάλωση επαρκής ποσότητας υγρών, τουλάχιστον 8 ποτήρια ημερησίως, καλά κατανεμημένα κατά τη διάρκεια της μέρας για την αποφυγή της αφυδάτωσης (λόγω διάρροιας).
  • Αποφυγή τροφίμων πλούσιων σε φυτικές ίνες (δημητριακά, ξηροί καρποί, σπόροι κ.α) - σύμφωνα με τους ειδικούς πίνακες – επιλογή τροφίμων χαμηλής περιεκτικότητας σε φυτικές ίνες.
  • Αποφυγή λιπαρών και τηγανιτών τροφίμων καθώς και των διάφορων ειδών σαλτσών (βούτυρα, μαγιονέζες, κρέμες γάλακτος) λόγω δυσ-απορρόφησης του λίπους και αύξησης της στεατόρροιας.
  • Εφόσον υπάρχει δυσανεξία στη λακτόζη, περιορισμός ή αποφυγή των γαλακτοκομικών προϊόντων, εξαιρουμένων των ζυμούμενων όπως γιαούρτια και τυριά και όσων είναι ελεύθερα λακτόζης π.χ. γάλα σόγιας. Ένταξη στο διαιτολόγιο τροφίμων εμπλουτισμένων με προ- και πρε-βιοτικά.
  • Αποφυγή ή περιορισμός του αλκοόλ και της καφεΐνης.

Σε περιόδους μη έξαρσης της νόσου (δεν υπάρχουν συμπτώματα), στο διαιτολόγιο μπορούν να ενταχθούν δημητριακά ολικής άλεσης καθώς και ποικιλίας φρούτων και λαχανικών. Η ένταξη των τροφών γίνεται σταδιακά και σε μικρές ποσότητες για αρχή. Αν εκδηλωθεί πόνος στη κοιλιά ή διάρροια, πρέπει να διακοπεί η κατανάλωση του νέο-ενταχθέντος τροφίμου. Μπορεί να γίνει προσπάθεια για επανένταξη αυτού σε μετέπειτα χρονικό διάστημα.

Σε περίπτωση που υπάρχουν στενώσεις στο έντερο (συνήθως στον ειλεό) απαιτείται η επιλογή τροφίμων που είναι χαμηλά σε στερεό υπόλειμμα, δηλαδή τρόφιμα τα οποία αφομοιώνονται από τον οργανισμό πριν την άφιξή τους στο τμήμα του εντέρου που έχει υποστεί στένωση. Ως εκ τούτου, πρέπει να αποφεύγονται τρόφιμα όπως ωμά φρούτα και λαχανικά, σπόροι, ξηροί καρποί κ.α. Συχνά, αυτές οι διαιτητικές προσαρμογές είναι προσωρινές. Ο ασθενής τις ακολουθεί μέχρι η φλεγμονή που προκάλεσε την στένωση να ανταποκριθεί είτε στην ιατρική θεραπεία είτε σε διορθωτική χειρουργική επέμβαση.

Όταν υπάρχει δυσαπορρόφηση (ο βαθμός της εξαρτάται από το τμήμα και το μέγεθος του τμήματος του λεπτού εντέρου το οποίο έχει προσβληθεί) συστήνεται η λήψη πολυβιταμινούχων σκευασμάτων για την επαρκή πρόσληψη σιδήρου (8-27 mg/day) , ασβεστίου (1000-1500 mg/day), βιταμίνης D (400-800 ΙU/day), βιταμίνης Β12, καλίου και μαγνησίου. Υπάρχει η πιθανότητα να απαιτείται η λήψη μεγαλύτερων ποσοτήτων βιταμινών και ιχνοστοιχείων απ ότι απαιτείται υπό φυσιολογικές συνθήκες στον υγιή οργανισμό. Εφόσον ακολουθείται θεραπεία με σουλφασαλαζίνη ή μεθοτρεξάτη, συστήνεται η συμπληρωματική χορήγηση φολικού οξέος 1mg/day.

 

 

Προτεινόμενες τροφές

 

Τροφές που πρέπει να αποφεύγονται

Ο ρόλος του διαιτολόγου

Όπως αντιλαμβανόμαστε, η νόσος του Crohn είναι μία ασθένεια του εντέρου που μπορεί να προσβάλει όλο το γαστρεντερικό σωλήνα με άμεσο επακόλουθο την εκδήλωση έως και πολύ σοβαρών συμπτωμάτων. Είναι φανερό ότι απαιτείται ιδιαίτερος χειρισμός, τόσο ιατρικά όσο και διατροφικά. Ο ρόλος του διαιτολόγου για την πορεία και την έκβαση της νόσου είναι καθοριστικός και πολυπαραγοντικός:

  • Να εκτιμήσει αναλυτικά την κατάσταση θρέψης του ασθενούς με βάση τα ανθρωπομετρικά (ηλικία, φύλο, ύψος και βάρος, Δ.Μ.Σ., πλεονάζον βάρος, λιπομέτρηση) αλλά και άλλα στοιχεία όπως είναι το ιστορικό βάρους και οι βιοχημικές εξετάσεις.
  • Να καταγράψει τη διατροφική πρόσληψη και τις διατροφικές συνήθειες με βάση το διατροφικό ιστορικό (ανάκλησης 24ώρου και συχνότητας κατανάλωσης τροφίμων) και να εντοπίσει την ύπαρξη διαταραγμένης διατροφικής συμπεριφοράς.
  • Να καταγράψει τυχόν τροφικές αλλεργίες και δυσανεξίες, την κατανάλωση αλκοόλ, το κάπνισμα, την λήψη φαρμάκων, συμπληρωμάτων διατροφής ή άλλων ουσιών κ.λ.π.
  • Να εκτιμήσει τα κίνητρα, την προθυμία και τη δυνατότητά του ασθενούς να συνεργαστεί αρμονικά.
  • Να εξηγήσει στον ασθενή τις διατροφικές αλλαγές που απαιτούνται και να τον εκπαιδεύσει σε αυτές με την εφαρμογή συγκεκριμένου προγράμματος αλλαγής της διατροφικής συμπεριφοράς.
  • Ο σχεδιασμός ειδικού και εξατομικευμένου διαιτολογίου με στόχο τη πλήρη κάλυψη των θερμιδοπρωτεινιών αναγκών και των ανεπαρκειών που παρουσιάζονται από τα συμπτώματα της νόσου.
  • Η εύστοχη τροποποίηση του διαιτολογίου σε περίπτωση που οι διατροφικές ανάγκες δεν καλύπτονται επαρκώς.
  • Ο καθορισμός των τροφίμων που είναι ή όχι κατάλληλα για κατανάλωση.
  • Η βελτίωση της όρεξης του ασθενούς.
  • Η παρακολούθηση της πορείας του ασθενούς ανά τακτά χρονικά διαστήματα (σωματικό βάρος, λιπομέτρηση, αιματολογικές εξετάσεις, πορεία γαστρεντερικών συμπτωμάτων, επαρκής διαιτητική πρόσληψη, συμμόρφωση με το διαιτητικό πλάνο – τήρηση διαιτητικών οδηγιών, ύπαρξη κλινικών σημείων κακής θρέψης, πρόληψη τυχόν επιπλοκών που σχετίζονται με τη διατροφή του, τήρηση ή όχι της φαρμακευτικής αγωγής (συμπληρώματα κ.λ.π), πρόοδος σχετικά με την αλλαγή στη διατροφική του συμπεριφορά.
Γράφει η Ριφιώτη Ειρήνη Τελειόφοιτος Διαιτολόγος Διατροφολόγος - www.diatrofi.gr
ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ! :
ΡΩΤΗΣΤΕ ΤΟΥΣ ΕΙΔΙΚΟΥΣ
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ