Η δικαστική απόφαση για τη λίστα Λαγκάρντ που δεν είδε ποτέ τη δημοσιότητα

15 Δεκεμβρίου 2014

Πλήθος αποδεικτικών στοιχείων, που θα μπορούσαν να ρίξουν νέο φως στην πολύκροτη υπόθεση της «λίστας Λαγκάρντ» και στις διαδρομές τεράστιων χρηματικών ποσών εντός και εκτός Ελλάδος, κατέθεσε η «δημοκρατία» στο Ανώτερο Δικαστήριο του Λονδίνου. 

Η κατάθεση των στοιχείων έγινε στο πλαίσιο δίκης μεταξύ της «δ» και του Ελληνοϊσραηλινού επιχειρηματία Σάμπυ Μιωνή, η οποία διεξήχθη την περασμένη εβδομάδα στη βρετανική πρωτεύουσα. 

Ο ενάγων, που έχει δηλώσει ενόρκως ότι δεν ασκεί πλέον επαγγελματική δραστηριότητα και είναι «συνταξιούχος» σε ηλικία 46 ετών, ισχυρίστηκε ότι η εφημερίδα μας (αν και δεν αποστέλλει αντίτυπα στο εξωτερικό και δεν δίνει έμφαση στην προβολή των άρθρων της μέσω του διαδικτύου) τον δυσφήμησε και ζημίωσε τα συμφέροντά του στο Ηνωμένο Βασίλειο. Επίσης, αμφισβήτησε το γεγονός ότι ο ίδιος και οι στενοί συνεργάτες του στην εταιρία CMA ήλεγχαν ή διαχειρίζονταν, για λογαριασμό πελατών τους, περίπου το 50% της «λίστας Λαγκάρντ», μολονότι ο επίμαχος κατάλογος του υποκαταστήματος της HSBC Γενεύης αποτελεί πια δημόσιο έγγραφο (στα πρακτικά της Βουλής), με γνωστοποιημένα όλα τα ονόματα και τα ποσά καταθέσεων.

 

Η απόφαση


Η απόφαση του δικαστηρίου του Λονδίνου θα γίνει γνωστή στις αρχές Δεκεμβρίου, αλλά τα συζητηθέντα, καθώς και τα κατατεθέντα έγγραφα αποτελούν ήδη δημόσιο κτήμα για την ελληνική Δικαιοσύνη και την κοινή γνώμη. 

Ο Αγγλος δικαστής απέρριψε το αίτημα των δικηγόρων του κ. Μιωνή για διαδικασία κεκλεισμένων των θυρών, καθώς και τα επιχειρήματά τους ότι η δημοσιότητα «θα έβλαπτε το αντικείμενο της διαδικασίας» και θα περιλάμβανε «εμπιστευτικές πληροφορίες», ενώ η μυστικότητα θα ήταν «προς το συμφέρον της Δικαιοσύνης».

- Τι υποστήριξαν οι δύο πλευρές

Στο πλαίσιο της απόφασης του δικαστηρίου για δημόσια διαδικασία, η «δ» παρουσιάζει τα κύρια στοιχεία των εκατέρωθεν επιχειρημάτων, μεριμνώντας για την ορθή προβολή των απόψεων και του αντιδίκου της: 

1. Ο κ. Μιωνής αναφέρεται «σε σειρά άρθρων από τον Οκτώβριο 2012 ως τον Μάιο 2013» που τον δυσφημούν και τον εμφανίζουν «να διευκολύνει φοροδιαφυγή μεγάλης κλίμακας, ανησυχώντας τόσο πολύ, ώστε, όταν έγινε γνωστή η “λίστα Λαγκάρντ”, έσπευσε να κλείσει τις επιχειρήσεις και να καλύψει τα ίχνη του». 

Αντίθετα, η «δ» υπογράμμισε ότι δεν υπήρχε καμία δυσφημιστική αναφορά ότι η «λίστα Λαγκάρντ» αποτελεί ζήτημα ύψιστου ενδιαφέροντος στην Ελλάδα, ότι η Βουλή ερεύνησε το θέμα και ότι η Δικαιοσύνη συνεχίζει να το ερευνά. Η «δ» έχει σημειώσει ότι κανείς εκ των αναφερομένων στη λίστα δεν πρέπει να θεωρείται, αυτομάτως, φοροφυγάς, αλλά ότι πρέπει να εξεταστεί κάθε περίπτωση, καθώς και ότι υφίσταται ένας παραλογισμός με σκοπό τη φίμωση του Τύπου. 

Γιατί η υπόθεση αφορά μια ελληνική εφημερίδα κι έναν Ελληνα πολίτη (τον κ. Μιωνή) που τώρα κατοικεί στο Τελ Αβίβ και επιλέγει να καταθέσει αγωγή στο Λονδίνο, ζητώντας μάλιστα να διεξαχθεί μυστική διαδικασία. Αναφέρθηκε μάλιστα το παράδειγμα άλλης υπόθεσης, όπου οι ίδιοι οι δικηγόροι του κ. Μιωνή τόνιζαν πως πρέπει ο ενάγων να αποδεικνύει αναγνωσιμότητα και ζημία εντός Αγγλίας - κάτι το οποίο δεν συμβαίνει με τα δημοσιεύματα της «δ».

2. Οι δικηγόροι του κ. Μιωνή ισχυρίστηκαν ότι, «με σκοπό να κοιμάται καλά το βράδυ», ο πελάτης τους δέχθηκε, τον Νοέμβριο του 2013, να εισέλθει σε συμβιβασμό με την εφημερίδα με τη δημοσίευση της φωτογραφίας του και ενός άρθρου «του οποίου το περιεχόμενο εγγυήθηκε ότι θα ήταν αληθινό και ακριβές». Η εφημερίδα αναλάμβανε την υποχρέωση να μην επαναλάβει τα ίδια δημοσιεύματα και να μην κάνει αναφορές στον ενάγοντα και στα μέλη της άμεσης οικογένειάς του. 

Ο ενάγων πιστεύει ότι η «δ» παραβίασε τη συμφωνία συμβιβασμού με τη δημοσίευση δύο άρθρων: το πρώτο, τον Ιανουάριο του 2014, με ρεπορτάζ για τον σύμβουλο στο Μαξίμου Σταύρο Παπασταύρου, «που ήταν ο αναπληρωτής διευθύνων σύμβουλος και συντονιστής εταιριών που διαχειρίζονταν εκατοντάδες εκατομμύρια» και έκανε «ασυνήθιστες τραπεζικές κινήσεις 5.397.000 ευρώ που [είχε δηλώσει ότι] αντιπροσώπευαν προσωρινή βοήθεια σε πρόσωπο του κοινού και επαγγελματικού κύκλου του». Ο κ. Μιωνής θεωρεί ότι οι έμμεσες αναφορές του άρθρου παραπέμπουν στον ίδιο. 

Το δεύτερο άρθρο, του Ιουνίου του 2014, αναφέρεται στην εταιρία Blue Riviera, στον επιχειρηματία Δημ. Τζιώτη και στην άσκηση δίωξης (έπειτα από έρευνα της Οικονομικής Αστυνομίας) για την κατάθεση πλαστής εγγυητικής επιστολής 3.950.000 ευρώ, με σκοπό την εκταμίευση κονδυλίων του ΕΣΠΑ από το υπουργείο Ανάπτυξης. Η «δ» είχε αναφέρει ότι η Blue Riviera είχε ιδρυθεί «με την κατάθεση μετρητών 100.000 ευρώ από έναν επιχειρηματία προς υποστήριξη των δραστηριοτήτων του αδελφού του, των οικονομικών συμβούλων του, καθώς και του κ. Τζιώτη». Αναφερόταν, επίσης, ότι ο αδελφός του επιχειρηματία ήταν έκτοτε πρόεδρος της Blue Riviera, ότι υπήρχαν καταθέσεις στη «λίστα Λαγκάρντ» και παρόμοιες δραστηριότητες στην Αντίπαρο. Και αυτό το άρθρο, κατά τον κ. Μιωνή, παραπέμπει στον ίδιο. 

Από την πλευρά της, η «δ» τόνισε ότι, στο πρώτο άρθρο, η υπόθεση του κ. Παπασταύρου αποτελούσε τρέχουσα ειδησεογραφική κάλυψη (πιθανή υποψηφιότητά του στην Ευρωβουλή), ότι η σημείωση για «πρόσωπο του κύκλου του» ήταν σκόπιμα αόριστη (και όχι ονομαστική στον κ. Μιωνή) και ότι, έτσι κι αλλιώς, τα αναγραφόμενα ήταν γνωστά από την Εξεταστική Επιτροπή της Βουλής. Ως προς το δεύτερο άρθρο, το δίκαιο της «δ» θεμελιώνεται στο ότι, και πάλι, δεν υπάρχουν αναφορές στον ενάγοντα, παρά μόνον περιγραφή της υπόθεσης και των συνδεόμενων στοιχείων, ενώ προηγουμένως η Οικονομική Αστυνομία είχε δείξει τη βαρύτητα της υπόθεσης κι άλλες εφημερίδες είχαν ονοματίσει τον κ. Μιωνή. Αμφισβητήθηκε εξάλλου η αξιοπιστία μαρτύρων του κ. Μιωνή, καθώς προκύπτει ότι δεν είχαν γνώση της υπόθεσης ή των άρθρων και ότι διατηρούσαν προσωπικό συμφέρον σε σχέση με την εταιρία CMA. 


3. Μεγάλο μέρος της αντιπαράθεσης των διαδίκων καλύφθηκε από τα ερωτήματα αν ο κ. Μιωνής ερευνάται από τις ελληνικές Αρχές και αν είχε τόπο μόνιμης κατοικίας την Ελλάδα. Βάσει της νομοθεσίας, όλοι οι μόνιμοι κάτοικοι πρέπει να πληρώνουν φόρους στην Ελλάδα κι αυτό είναι ένα από τα κεντρικά σημεία που εξετάζονται από τους οικονομικούς εισαγγελείς και το ΣΔΟΕ για όλους τους αναφερομένους στη «λίστα Λαγκάρντ». 

Η πλευρά Μιωνή υπογράμμισε ότι ο επιχειρηματίας δεν κατοικεί στην Ελλάδα από το 1988. Κατάθεση Ελληνίδας δικηγόρου του κ. Μιωνή αναφέρει ότι, σύμφωνα με όσα της παρουσίασε ο πελάτης της, υπάρχουν μόνο λίγα «συμπτωματικά» στοιχεία (μικρή ακίνητη περιουσία, μικρό αυτοκίνητο κ.λπ., αλλά όχι τραπεζικοί λογαριασμοί και ισχυρές ενδείξεις) και ότι δεν αποδεικνύεται μόνιμη κατοικία. Επίσης, τονίστηκε ότι ο κ. Μιωνής δεν ερευνάται από τις Αρχές και ότι δεν παρουσίασε παραπλανητικά στοιχεία για τη δήλωση και το άρθρο συμβιβασμού που δημοσιεύτηκε στη «δ» πέρυσι και είχε εγγυηθεί ως αληθινό.

 

Η προκαταρκτική


Ωστόσο, τα στοιχεία που κατέθεσε η «δ» στο δικαστήριο του Λονδίνου δείχνουν το αντίθετο. Ο κ. Μιωνής είναι, αποδεδειγμένα, μεταξύ των προσώπων για τα οποία έχει διαταχθεί, από τον Οκτώβριο του 2012, προκαταρκτική εξέταση για τη διαπίστωση διάπραξης (ή μη) των αυτεπάγγελτα διωκόμενων οικονομικών εγκλημάτων της φοροδιαφυγής και του «ξεπλύματος» χρημάτων. Ως προς το επίμαχο σημείο εγκατάστασης του κ. Μιωνή, τα έγγραφα που κατέθεσε η «δ» υποδεικνύουν ότι είχε μόνιμη κατοικία στην Ελλάδα, υπέχοντας την υποχρέωση πληρωμής φόρων. Σε εταιρικά έγγραφα της CMA (θυγατρική Λουξεμβούργου), ο ίδιος ο κ. Μιωνής δηλώνει κάτοικος Αθηνών (Πασχαλιάς 17, Παλαιό Ψυχικό), ενώ ακόμα κι ένας εκ των δικών του μαρτύρων τον «καίει», αναφέροντας ότι τον γνωρίζει «από τότε που εργάζονταν στο ίδιο κτίριο στην Αθήνα» και, προφανώς, κατοικούσαν στην Ελλάδα. 

 

dimokratianews.gr 

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ! :
ΡΩΤΗΣΤΕ ΤΟΥΣ ΕΙΔΙΚΟΥΣ
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ