Σεραφείμ Φυντανίδης: "Πέρασα υπέροχα, λεφτά δεν έκανα, ήμουν ηλίθια ρομαντικός"

26 Δεκεμβρίου 2014

Ο Σεραφείμ Φυντανίδης μιλάει κατά την διάρκεια της παρουσίασης του βιβλίου του με τίτλο «31 αξέχαστα χρόνια στο ξύλινο τιμόνι της Ελευθεροτυπίας και του Κυριακάτικου Ε» στον πολυχώρο της μουσικής βιβλιοθήκης «Λίλιαν Βουδούρη», Τετάρτη 12 Νοεμβρίου 2014 . Το βιβλίο προλόγισε ο δημοσιογράφος Παύλος Τσίμας (Δ) .ΑΠΕ-ΜΠΕ / ΑΠΕ-ΜΠΕ / ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΟΛΕΣΙΔΗΣ

 

Σχολιάζει την κρίση στον Τύπο και εξηγεί γιατί στον καιρό της υπερπληροφόρησης μπορούμε να οδηγηθούμε στην «αποπληροφόρηση». Εξηγεί γιατί τα παραδοσιακά μίντια καταρρέουν, αναφερόμενος και στην περίπτωση της Ελευθεροτυπίας. «Πιστεύω ότι θα επιβιώσουν πολύ λίγες, πολύ καλές εφημερίδες, αυτό που έλεγε ο Πίτερ Πρέστον, και δυστυχώς πάρα πολλές κακές», αναφέρει. Mιλά στον Στέλιο Κούλογλου. Στέλιος Κούλογλου: Πώς αισθάνεστε για το νέο εγχείρημα που ξεκινά σήμερα; Σ. Φυντανίδης: Με μεγάλη μου χαρά επανήλθα στις εφημερίδες. Εγώ είμαι εφημεριδάνθρωπος. Το καταπληκτικό ξέρεις ποιο είναι; Ξεκίνησα την καριέρα μου από το Έθνος, νεαρός, ήταν Τρίτη και 13 Νοεμβρίου. Τώρα ξανά ξεκινάω Σάββατο και 13. Για αυτό δεν ήμουν ποτέ προκλητικός. Λοιπόν είναι μια νέα προσπάθεια. Αυτή η εφημερίδα όταν βγήκε ως ημερήσια δεν πήγε καλά. Ο Αντώνης ο Δελλατόλας μου έχει πολλή εμπιστοσύνη. Έτσι, με φώναξε. Την αναμορφώνουμε τη χτίζουμε και με το καλό προσωπικό που υπάρχει εδώ. Μικρό βέβαια αλλά καλό. Ελπίζουμε να δώσουμε μια νέα ώθηση, εγώ βέβαια δεν ήμουν ποτέ κομματικός. Έχω βάλει και ένα συνθηματάκι: αριστερά σημαίνει διαρκής ευαισθησία. Μου το είχε πει ο Γιώργος ο Ιωάννου ο συγγραφέας που πέθανε πριν από μερικά χρόνια. Μ’ αρέσει πολύ αυτό το «αριστερά σημαίνει διαρκής ευαισθησία». Να είσαι, δηλαδή, αριστερός αλλά κριτικά αριστερός. Αλλιώς είσαι κομματικό όργανο. Δεν τα κάνουν όλοι σωστά ή είσαι εκεί αλλά… Όπως στην Ελευθεροτυπία γράφαμε κύριο άρθρο και πολλοί συντάκτες, όπως ο Βότσης… γράφανε εναντίον του κύριο άρθρου. Δεν μας πείραζε αυτό. Διάλογος. Ζύμωση. Κάτι τέτοιο θέλουν να κάνουν εδώ και επιλέξαμε για σύνθημα μας το «ελέγχουμε στηρίζουμε ανατρέπουμε». Ελέγχουμε κάθε μορφή εξουσίας, στηρίζουμε κάθε καλή πρόταση για το λαό και τον τόπο ανατρέπουμε κάθε τι που είναι κακό. Δεν μπορεί να ξεκινάς και να λες εδώ είναι όλα καλά, από εκεί όλα καλά. Ζούμε σε ένα διευρυμένο παγκόσμιο χωριό, που οι σταθερές που είχαμε έχουν τελειώσει. Δεν ξέρεις από πού θα σου ‘ρθουνε.

 

Ο Σεραφείμ Φυντανίδης (Κ) συνομιλεί με την Φάνη Πάλλη-Πετραλιά (Δ) και τον Διονύση Σαββόπουλο (Α) κατά την διάρκεια της παρουσίασης του βιβλίου του Σεραφείμ Φυντανίδη με τίτλο «31 αξέχαστα χρόνια στο ξύλινο τιμόνι της Ελευθεροτυπίας και του Κυριακάτικου Ε» στον πολυχώρο της μουσικής βιβλιοθήκης «Λίλιαν Βουδούρη», Τετάρτη 12 Νοεμβρίου 2014 . ΑΠΕ-ΜΠΕ / ΑΠΕ-ΜΠΕ / ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΟΛΕΣΙΔΗΣ Όταν ο Γιωργάκης ο Παπανδρέου είπε ότι θα κάνει δημοψήφισμα πέσανε τα χρηματιστήρια από το Σάο Πάολο μέχρι το Χόνγκ-Κογκ. Αυτό δε γινόταν πουθενά ποτέ. Για αυτό, αγαπητέ, όταν με ρωτάνε, γιατί έχω ζήσει μισό αιώνα από την πολιτική ζωή, πως βλέπω σήμερα την κατάσταση. Και επειδή μου αρέσει πολύ η ποίηση. Αναφέρομαι σε ένα στίχο του Βιζυηνού, γραμμένο πριν από 100 χρόνια στο ψυχιατρείο… μετεβλήθη εντός μου ο ρυθμός του κόσμου. Πριν από μερικά χρόνια είχαμε σταθερές, το ευρώ, η αριστερά, η δεξιά, το κέντρο. Τώρα δεν ξέρω ποιος είναι αριστερός και ποιος δεξιός. Εδώ βγαίνει ο Καμένος, ο σούπερ δεξιός να λέει πράγματα πιο αριστερά από το ΣΥΡΙΖΑ . Μετεβλήθη εντός μου ο ρυθμός του κόσμου ή όπως λέει ο Καρυωτάκης είμαστε κάτι ξεχαρβαλωμένες κιθάρες. Για αυτό με την εφημερίδα αυτή θα προσπαθήσω και εγώ. Να δούμε κριτικά και υποστηρικτικά, βέβαια, τη νέα κατάσταση γιατί το δόγμα διχάζει και η αμφιβολία ενώνει, αυτό είναι μεγάλη κουβέντα. Πάρε τις θρησκείες… Δόγμα: όλο πολέμους κάναν οι θρησκείες. Καθολικοί – διαμαρτυρόμενοι, σιίτες – σουνίτες, η μία η αλήθεια. Θέλω να περάσει και στην εφημερίδα αυτή η άποψη: είμαστε αριστεροί, κριτικά όμως. Δεν είναι όλα «μία είναι η αλήθεια». Είπαμε, τα μονολιθικά καθεστώτα κατέρρευσαν. Σ.Κ.: Η πορεία της παλιάς Ελευθεροτυπίας γιατί τελείωσε τόσο άδοξα; Σ.Φ.: Αυτό που κυκλοφορεί είναι ότι όταν η ιστορία επαναλαμβάνεται, επαναλαμβάνεται ως φάρσα. Δεν είναι η Ελευθεροτυπία που ήταν τότε, ούτε το καλό όνομα που είχε. Το γεγονός ότι έχει 850 απλήρωτους και βγάζει εφημερίδα δήθεν με τα κέρδη, ποιος θα τους πληρώσει; Ποια κέρδη; Με 6.500 φύλλα κυκλοφορία και χωρίς διαφήμιση μπαίνεις μέσα. Είναι δύσκολες εποχές για τον Τύπο. Κάποτε γνώρισα τον διευθυντή του Guardian, τον Πίτερ Πρέστον. Φυσιογνωμία του βρετανικού τύπου. Πριν από 12-13 χρόνια είχαμε κάνει κουβέντα, μου λέει: «άκουσε αγαπητέ μου, μη γελιέσαι. Σε μερικά χρόνια θα επιβιώσουν πολύ λίγες πολύ καλές εφημερίδες βδομαδιάτικες όμως και πάρα πολλές κακές». Κουτσομπολιά και τέτοια. «Οι ενδιάμεσες, οι ημερήσιες, δεν έχουν πολύ μέλλον. Όταν ξυπνάει το πρωί ο Βρετανός» ή κι ο Έλληνας, «την ώρα που παίρνει το πρωινό του, ακούει ή βλέπει τα τελευταία νέα που δεν τα ‘χουν οι εφημερίδες». Την νύχτα που δολοφονήθηκε ο Γρηγορόπουλος, την άλλη μέρα τα κυριακάτικα φύλλα δεν είχαν λέξη, είχαν τυπωθεί. Είναι πίσω. «Μπαίνει στο αυτοκίνητό του» λέει, «να πάει στη δουλειά του κι ακούει κι άλλες ειδήσεις. Πάει στο γραφείο, ανοίγει το διαδίκτυο τα διαβάζει όλα, γιατί να πάρει εφημερίδα;» Αυτό το βλέπεις και τώρα στην Ελλάδα. Πόσες εφημερίδες έχουν κλείσει και τι κυκλοφορίες έχουν. Εκείνο που με πονάει είναι όταν πηγαίνω στα περίπτερα, βλέπω αμέτρητα κουτσομπολίστικα και τηλεοπτικά περιοδικά και μόνο ένα πολιτικό που δεν πουλάει, 8.000-9.000 φύλλα, τα «Επίκαιρα». Το ’85 είχα δώσει μια συνέντευξη στη Republica ή στο Guardian, δεν θυμάμαι. Και έλεγα με καμάρι ότι είμαστε η μόνη ευρωπαϊκή χώρα που έχει μόνο πολιτικό τύπο. Πού να ‘ξερα τι θα γινότανε μετά. Αλλά αυτή είναι η πραγματικότητα. Και πρέπει το έντυπο να συνεργάζεται με το διαδίκτυο. Είναι διάδραση. Είναι μεγάλη εξέλιξη αυτό το πράγμα. Και επειδή όλες οι μόδες έρχονται καθυστερημένα και απότομα, έχουμε γεμίσει ανώνυμα blogs … χαμός γίνεται. Ε, λίγο-λίγο, θα καταλαγιάσει αυτό, αλλά θα περάσουν μερικά χρόνια. Σ.Κ.: Τι λάθη έγιναν απ’ τα ελληνικά μέσα ενημέρωσης και κατέρρευσαν; Σ.Φ.: Δεν έγιναν μόνο λάθη, ήταν και η εξέλιξη τέτοια. Ως το 1990 θριάμβευαν οι εφημερίδες. Δεν είχαν αντίπαλο. Ούτε τα κρατικά μέσα. Όταν έρχεται η μη κρατική ραδιοφωνία και τηλεόραση, αρχίζουν να χάνουν διαφήμιση και κοινό. Για μένα κορυφαία στιγμή ήταν η βραδιά 17-18/01/1991, όταν ξεκίνησε ο πρώτος πόλεμος του Κόλπου. Επειδή βλέπαμε τον πόλεμο, λέγαμε «πόλεμος έρχεται, θα πουλάμε, θα κάνουμε…» ξέρεις τώρα τη διαστροφή τη δημοσιογραφική. Αγαπητέ, εκείνο το βράδυ κατεβάσαμε τα μολύβια. Τον πόλεμο τον βλέπαμε απ’ το CNN. Αεροπλάνα, τανκς, πλοία. Ο Μπέρναρντ Σω μετέδιδε ζωντανά μέσα απ’ τη Βαγδάτη, τι να γράψουμε εμείς… Ούτε ένα φύλλο δεν πήραμε. Αν θυμάσαι, όλος ο κόσμος έβλεπε μέρα νύχτα το CNN. Εκεί καταλάβαμε ότι τελείωσε μια εποχή. Και λίγο μετά, ήταν 3 μέρες πριν από την Κυριακή των Βαΐων που με παίρνει ο Κίτσος ο Τεγόπουλος. Του Τεγόπουλου οι ιδέες ερχόντουσαν 2 τα ξημερώματα, 3 τα ξημερώματα… Μου λέει «δεν πάμε καλά, κάτι πρέπει να κάνουμε…». «Τι να κάνουμε Κίτσο μου;». «Να ξεκινήσουμε προσφορά». «Τι προσφορά;». «Θα βάλουμε το λεξικό μου», πολύ καλό λεξικό, «με κουπόνια». «Να βάλουμε Κίτσο, αλλά να περάσει το Πάσχα, γιατί πέφτει η κυκλοφορία». «Όχι! Τη Μ. Δευτέρα θα το ξεκινήσεις.» Ο Τεγόπουλος ό,τι έλεγε έπρεπε να ξεκινάει από χθες. Δεν περίμενε. Γι αυτό έκανε και λάθη. Βάλαμε αυτό, πήραμε φύλλα. Τι το θέλαμε; Αρχίσανε μετά όλοι: σπίτια, οικόπεδα, αυτοκίνητα, τσόντες, ό,τι θέλεις. Κουπόνια, βλέπεις τώρα τι γίνεται. Όταν το ‘πα κάποτε του Κίτσου, μου λέει «να σου πω κάτι; Μου λες να κάνουμε κάτι άλλο το οποίο θα αποδώσει σε 5-10 χρόνια. Εγώ έχω να πληρώσω 1350 ανθρώπους κάθε πότε του μηνός. Πού θα τα βρω; Θα περιμένω 10 χρόνια να αποδώσει η νέα επένδυση;». Και μην ξεχνάς και το άλλο: οι εκδότες γίνανε μέτοχοι στο Mega . Πιο πολλοί, οι περισσότεροι από αυτούς, ενδιαφερόντουσαν για το Mega, το νέο μέσο βέβαια, παρά για τις εφημερίδες τους. Λοιπόν, πρώτον άλλαξαν οι συνήθειες του κόσμου, μη ξεχνάς ότι παλαιότερα, οι πρωινές εφημερίδες ήταν πρώτες και οι απογευματινές λιγότερο. Γιατί κάθε πρωί ξύπναγε ο Έλληνας, πήγαινε στην ουρά του λεωφορείου, έπαιρνε και μια εφημερίδα. Όταν απέκτησε Ι.Χ. αυτοκίνητο δεν πήγαινε. Έπαιρνε την εφημερίδα μετά, το μεσημέρι. Όλα αλλάζουν. Και με την έλευση της τηλεόρασης και της ραδιοφωνίας, αλλάξαν πολλά πράγματα. Αλλά έσκασε η φούσκα τώρα. Ένας λαός 11 παρά κάτι εκατομμυρίων με μια γλώσσα που δεν μιλιέται πουθενά αλλού… γιατί να έχει τα περισσότερα κατά κεφαλή μίντια; Η Βρετανία, η Μέκκα του ποδοσφαίρου, δεν έχει ούτε μία αθλητική εφημερίδα. Εμείς έχουμε 10-12. Η Γαλλία έχει μόνο την ΕΚΙΠ. Η Γερμανία, παγκόσμια οικονομική δύναμη, έχει μόνο 3 οικονομικές εφημερίδες. Εμείς έχουμε 10. Ε, δεν γίνεται ρε παιδιά! Η Πορτογαλία, που περίπου έχει τον ίδιο πληθυσμό με μας, αλλά έχει και τη Βραζιλία 185 εκατομμύρια συν την Μοζαμβίκη και την Αγκόλα άλλα 40 εκατομμύρια, μου λένε έχει 4 κανάλια μόνο, 2 κρατικά, 2 ιδιωτικά. Εμείς, έθνος ανάδελφον, το παραξηλώσαμε. Τώρα όσον αφορά τις εφημερίδες, θυμάμαι αυτό που μου ‘πε ο Πίτερ Πρέστον: οι βδομαδιάτικες έχουν καλύτερη προοπτική, γιατί το Σαββατοκύριακο διαβάζει πιο πολύ ο κόσμος. Δεν τρέχει, ιδίως επί οικονομικής κρίσης που το μόνο που τον νοιάζει είναι πώς θα πληρώσει την εφορία και τα χρέη και τέτοια. Δεύτερον, κάνεις μια ανασκόπηση ψύχραιμη. Γιατί η υπερβολική πληροφόρηση καταντάει αποπληροφόρηση. Όταν του κοπανάς κάθε μέρα ειδήσεις, ειδήσεις, ειδήσεις, δεν του μένει τίποτα. Τον παλιό καιρό, που οι ειδήσεις ήταν σπάνιες, γίναν κάποια γεγονότα που τα θυμόμαστε ακόμα. «Καημένε Αθανασόπουλε, τι σου ‘μελε να πάθεις από κακούργα πεθερά…» Ένα έγκλημα που έγινε το 1931 το θυμόμαστε ακόμα. Από τότε έχουν γίνει χειρότερα. Αλλά όταν κάθε μέρα έχεις πάρα πολλά, δεν σου μένει τίποτα. Το βδομαδιάτικο φύλλο όμως, μπορεί να κάνει μια θεώρηση της βδομάδας που πέρασε, να τα δει όλα ψύχραιμα, όχι κατ’ ανάγκη να είναι τελευταίες ειδήσεις, να εξηγήσει. Έλεγε ένας καθηγητής του πανεπιστήμιου της Νέας Υόρκης που είχα γνωρίσει, ότι ο δημοσιογράφος πρέπει την είδηση να την κάνει γνώση, κι αν μπορεί να την κάνει και σοφία. Δεν είναι μόνο το ότι έγινε αυτό ή εκείνο, είναι γιατί έγινε, γιατί δεν έγινε, πώς έγινε, τι θα γινόταν. Αυτό πια έχει αξία. Αλλά στο ημερήσιο φύλλο αυτά περνάνε γρήγορα. Το Σάββατο και η Κυριακή έχουν πιο πολύ από αυτό. Και οφείλω να πω ότι την Κυριακή έχουμε καλές εφημερίδες: το Βήμα, η Καθημερινή, κάτι άλλες. Και πουλάνε κιόλα. Συν τις προσφορές βέβαια. Σ.Κ.: Η κατάρρευση της παλιάς Ελευθεροτυπίας είχε και τους δικούς της νόμους. Τη δική της πορεία. Σ.Φ.: Κατά την άποψή μου, η Ελευθεροτυπία ήταν το αντίτυπο της εποχής της μεταπολίτευσης. Ό,τι έγινε και με την αντιπολίτευση έγινε και με την Ελευθεροτυπία. Κατέρρευσε η εποχή της μεταπολίτευσης, κατέρρευσε και η Ελευθεροτυπία. Πάντα, αφήνω τα λάθη που γίναν… Γιατί και ο Τεγόπουλος είχε απογοητευτεί για δικούς του λόγους, και οικογενειακούς ακόμα, κι έλεγε «après moi le deluge…δεν φρόντισα για τίποτα, μετά από μένα η καταστροφή». «Σεραφείμ, αν πας κάτω απ’ το χώμα, δεν έχεις προβλήματα». Έτσι μου έλεγε. Δεν θέλω να πω περισσότερα, γιατί ό,τι και να πω, θα πουν ότι τα λέω από κακία ή από ζήλια. Εγώ αγάπησα αυτό που έκανα εκεί επί 31 χρόνια, πέρασα υπέροχα, λεφτά δεν έκανα, ήμουν ηλίθια ρομαντικός, αλλά είχε τέσσερις μεγάλες χαρές: δωρεάν βιβλία, δίσκους, ταξίδια και γνωριμίες με αξιοσημείωτους ανθρώπους. Αφήνω τους πολιτικούς, εντάξει και μερικούς. Για μένα οι πιο σπουδαίοι ήταν ο Αντώνης ο Σαμαράκης, ο Μάνος ο Χατζιδάκις, ο Διονύσης ο Σαββόπουλος, ο Τίτος Πατρίκιος, άνθρωποι έξω από την πολιτική αυτή. Και μερικούς που δεν είναι διάσημοι, αλλά είναι πολύ καλοί φίλοι μου. Και πάντοτε έλεγα στους νέους δημοσιογράφους ότι για να γίνεις δημοσιογράφος – ξέρεις, έχω διδάξει 21 χρόνια στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, στη Σχολή Επικοινωνίας και ΜΜΕ… χαμένα χρόνια είναι… Τους έλεγα, λοιπόν, αυτό που μου έλεγαν οι Εγγλέζοι και το πίστευα κι εγώ, ότι για να γίνεις καλός δημοσιογράφος: πρώτον, να θες να γίνεις και να μην σκέφτεσαι ωράρια. Και την ώρα που κοιμάσαι κάνεις ρεπορτάζ. Δεύτερον, να διαβάζεις λογοτεχνία, ποίηση, να ακούς καλή μουσική, να διαβάζεις ιστορία και να μάθεις μια ξένη γλώσσα. Αυτό τους έλεγα πάντα εγώ. Μου ‘λεγε δε ο Πίτερ Πρέστον, του Guardian, που δεν συμπαθούσε τις σχολές δημοσιογραφίας, τα ίδια πράγματα. Λέω, «πώς παίρνετε ταλέντα, όμως;». «Από κει που παίρνει η Άρσεναλ, απ’ τις μικρές ομάδες», μου λέει. Γι αυτό οι μικρές εφημεριδούλες, επαρχία ξέρω γω, γεννούν ταλέντα. Έχω πάρει συντάκτες εγώ, που διαπρέπουν σήμερα, από μικρές εφημεριδούλες. Αν δεν μπεις κάπου, πώς θα σε ξέρουν; Τώρα για το μέλλον του τύπου, πιστεύω ότι θα επιβιώσουν πολύ λίγες, πολύ καλές εφημερίδες, αυτό που έλεγε ο Πίτερ Πρέστον, και δυστυχώς πάρα πολλές κακές.

 

Πηγή: www.lifo.gr

 

 

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ! :
ΡΩΤΗΣΤΕ ΤΟΥΣ ΕΙΔΙΚΟΥΣ
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ