Βασίλης Ζούλιας: Ο μετρ της μόδας εξομολογείται

31 Δεκεμβρίου 2014

Ενας από τους κορυφαίους Ελληνες σχεδιαστές μόδας ανοίγει την καρδιά του στο «thema people». Στη μεγάλη περιπέτεια της ζωής του ο Βασίλης Ζούλιας γνώρισε     καλά τη λαμπερή πλευρά της επιτυχίας αλλά και τον δυσοίωνο, αυτοκαταστροφικό ίσκιο των ναρκωτικών. Ξέκοψε, σώθηκε και μπορεί πάλι να ονειρεύεται - ακόμη και το να γίνει δήμαρχος Αθηναίων

Το σπίτι του, ένα από τα πλέον καλόγουστα διαμερίσματα της Αθήνας, είναι όπως ακριβώς θα το φανταζόταν κάποιος που γνωρίζει τον Βασίλη Ζούλια: Εξαιρετικά καλόγουστο, όπου κυριαρχούν οι παλ αποχρώσεις του σιελ και έπιπλα τεχνοτροπίας Louis XV, τα οποία αποπνέουν κλασική, άφθαρτη φινέτσα. Τιμώντας το εορταστικό πνεύμα των ημερών, ένα χριστουγεννιάτικο δέντρο δεσπόζει στο σαλόνι, ενώ το φόντο στους τοίχους του διαδρόμου συντίθεται από κάδρα με εικόνες εμπνευσμένες από τον κόσμο της μόδας. Σε περίοπτες θέσεις υπάρχουν επίσης το λογότυπο και η υπογραφή του Βασίλη Ζούλια, το μαντίλι που σχεδίασε για εκείνον ο Κωνσταντίνος Κακανιάς, όπως και κάποιες ιδιόχειρες αφιερώσεις από διακεκριμένους ανθρώπους της τέχνης και της μόδας. 

 



«Η ζωή μού επιφύλαξε ένα απρόσμενα συναρπαστικό ταξίδι», εξομολογείται ο ίδιος στο «thema people», κάνοντας απολογισμό όχι μόνο της χρονιάς, αλλά και της καριέρας του. «Η καταγωγή μου είναι από τη Μήλο, αλλά εγώ μεγάλωσα στην Αθήνα και συγκεκριμένα στη λεωφόρο Αλεξάνδρας. Είμαι παιδί χωρισμένων γονιών, καθώς η μητέρα μου και ο πατέρας μου τράβηξαν διαφορετικούς δρόμους όταν εγώ ήμουν ακόμη μικρός. 
Ο πατέρας μου ήταν οδηγός ταξί και η μητέρα μου, η οποία έκανε διάφορες δουλειές για να τα φέρνει βόλτα, διέθετε ένα πολύ ιδιαίτερο γούστο, παρόλο που η οικονομική της ευχέρεια ήταν πολύ περιορισμένη. Οι πρώτες εικόνες που είχα από μόδα ήταν οι κυρίες που ερχόντουσαν για να παίξουν κουμ καν με τις θείες μου. Τις θυμάμαι να φορούν μαύρα φορέματα και τεράστια μαργαριταρένια κολιέ». 

Η αγάπη του Βασίλη Ζούλια για τη μόδα μοιάζει να είναι καταγεγραμμένη στο DNA του. Από πολύ μικρός είχε λατρεία στα καλοραμμένα ανδρικά κοστούμια και παρά το άγουρο της ηλικίας του έμαθε να ξεχωρίζει το αληθινό στυλ στα ενδύματα. Οταν έγινε 15 ετών, είχε κιόλας βρει δουλειά. Κάποια μέρα χάζευε επίμονα τη βιτρίνα του οίκου Parthenis, γεγονός που τράβηξε την προσοχή του φημισμένου Ελληνα σχεδιαστή, ο οποίος κάλεσε τον άγνωστο έφηβο στο γραφείο του, μέσα στο κατάστημα και λίγο αργότερα τού πρότεινε συνεργασία. Μια σχεδόν πανομοιότυπη σκηνή εκτυλίχθηκε λίγα χρόνια αργότερα, όταν ο Βασίλης Ζούλιας διασταυρώθηκε με τον θρυλικό Βilly Bo



«Δουλεύοντας στον Billy Βο τη χρυσή εποχή της μόδας, αντιλήφθηκα τι σημαίνει εμπορική επιτυχία αλλά και λατρεία του κόσμου. Υπήρχαν τέτοια έσοδα ώστε να μεταφέρονται καθημερινά χρήματα στην τράπεζα μέσα σε κούτες. Μου έχει μείνει ανεξίτηλη στη μνήμη μου η εικόνα με πάμπολλα κορίτσια που σπρώχνονταν έξω από το κατάστημα για να δουν τον Billy Bo και να μιλήσουν για λίγο μαζί του. Τέτοια αποθέωση, αντίστοιχη με αυτήν που απολαμβάνει ένας ποπ σταρ, δεν γνώρισε ποτέ ξανά Ελληνας σχεδιαστής μόδας».

Μόδα και ναρκωτικά

Την εποχή που ο Βασίλης Ζούλιας εργαζόταν στον oίκο Billy Bo εντοπίστηκε από το ραντάρ της Λάουρα Ντε Νίγκρις, υπεύθυνης μόδας του εμβληματικού περιοδικού «Γυναίκα». Εκείνη του πρότεινε να ασχοληθεί με το styling και έτσι, σε ηλικία μόλις 20 ετών, ο Ζούλιας βρέθηκε να συνεργάζεται με την αφρόκρεμα του χώρου, συμμετέχοντας σε φωτογραφίσεις editorial μόδας που γίνονταν τότε σε μυθικούς προορισμούς, όπως Παρίσι, Μαρόκο, Βραζιλία - και το όνειρο είχε αρχίσει να γίνεται πραγματικότητα. 

Συγχρόνως, όμως, αρχίζει και ο εφιάλτης, καθώς ενώ η επαγγελματική του ζωή είναι πλημμυρισμένη από στρας και γκλάμουρ, στον προσωπικό του βίο αρχίζει να βαδίζει στον σκοτεινό και επικίνδυνο δρόμο των ναρκωτικών: «Ας μην έχουμε παρωπίδες», λέει διευκρινίζοντας ότι «στα ναρκωτικά δεν με έριξε ο κόσμος της μόδας. Ουσιαστικά γεννιόμαστε με μια προδιάθεση και κάποιες καταστάσεις μάς ωθούν σε συγκεκριμένες εμπειρίες. Εχω ζήσει μια πολύ ριψοκίνδυνη ζωή. Οταν κάνεις χρήση από τα 15 έως τα 29 σου χρόνια -όταν και σταμάτησα- αυτό τα λέει όλα. Θέλησα να “καθαρίσω” όταν ένιωσα ότι πλέον είχα πιάσει πάτο. Το μυαλό, το σώμα και η ψυχή μου είχαν αρρωστήσει και δεν το άντεχα. Τα πρωινά ντυνόμουν όμορφα και ήμουν συνεπής στη δουλειά μου και το βράδυ αρρώσταινα. Αυτό ήταν κάτι που δεν το ήθελα πια».

«Οταν ήμουν 25 ετών πήδηξα στο κενό από τα δικαστήρια της οδού Ευελπίδων όταν κρίθηκα ένοχος και καταδικάστηκα. Επρεπε να πάω φυλακή για μικροποσότητα ναρκωτικών που είχα αγοράσει για προσωπική χρήση. Τελικά, όμως, με την απόπειρα αυτοκτονίας που έκανα, 
άλλαξε η στάση του δικαστικού σώματος απέναντι στους χρήστες»




Πρόσφατα, ορμώμενος από την επικαιρότητα, ο Βασίλης Ζούλιας ανάρτησε ένα σχόλιο στο Facebook συγκρίνοντας το δικό του παρελθόν με την περίπτωση του Νίκου Ρωμανού. Οπως λέει, «όταν ήμουν 25 ετών πήδηξα στο κενό από τα δικαστήρια της οδού Ευελπίδων όταν κρίθηκα ένοχος και καταδικάστηκα. Επρεπε να πάω φυλακή για μικροποσότητα ναρκωτικών που είχα αγοράσει για προσωπική χρήση. Τελικά, όμως, με την απόπειρα αυτοκτονίας που έκανα, άλλαξε η στάση του δικαστικού σώματος απέναντι στους χρήστες. Οταν βγήκα από το νοσοκομείο και επέστρεφα στο σπίτι, υπήρξαν άνθρωποι που με σταματούσαν στον δρόμο και μου έδιναν συγχαρητήρια. Κανένας δεν σκεπτόταν ότι εγώ απλώς φοβόμουν να ζήσω, καθώς γνώριζα ότι με περίμενε η κόλαση τόσο στον Κορυδαλλό όσο και έξω από αυτόν. Τον Ρωμανό τον νιώθω. Υπήρξα κι εγώ “ένας επαναστάτης με αιτία”. Μετά από 22 χρόνια συνεχίζω την επανάστασή μου σιωπηλά, δημιουργώντας».



Ο Βασίλης Ζούλιας κατάφερε να αλλάξει τη ζωή του ζητώντας βοήθεια και ακολουθώντας ένα πρόγραμμα απεξάρτησης δώδεκα σταδίων, τις συνεδρίες του οποίου παρακολουθεί έως σήμερα. «Από τότε που μπήκα κι εγώ σε πρόγραμμα απεξάρτησης, τους χρήστες ναρκωτικών στον δρόμο τους κοιτάζω στα μάτια, καθώς στο βλέμμα τους αντικατοπτρίζεται ο παλιός μου εαυτός. Πάντα έχω κάτι να τους πω και ένα χαρτί να τους δώσω για το τι έχω κάνει. Στην τσέπη μου υπάρχουν σημειώσεις με όλες τις απαραίτητες διευθύνσεις», αναφέρει. 

Η Ολγα στην πόρτα του

Ο Βασίλης Ζούλιας έχει μάθει να ακολουθεί την προδιαγεγραμμένη μοίρα του δημιουργώντας μοναδικά σχέδια μέσα από τις ίδιες του τις στάχτες. Για παράδειγμα, όταν χρεοκόπησε η εταιρεία του Σταύρου Τζιούφα, με την οποία συνεργάστηκε μετά τη μακρά πορεία του στα περιοδικά, ο Βασίλης πήρε την απόφαση να δημιουργήσει τον δικό του οίκο μόδας. Εναν οίκο που θα πήγαινε κόντρα στη γενικότερη εμμονή με τη μοντέρνα πρωτοπορία, μια στάση που έκανε τη διαφορά, προσέδωσε ταυτότητα στον Ζούλια και έκανε τη δουλειά του σημείο αναφοράς στον χώρο.  «Ηταν ουσιαστικά η στιγμή που πέρασα μπροστά. Κακά τα ψέματα», εξηγεί ο ίδιος. «Δεν πρόκειται να ξεφύγεις από τα υπέροχα πράγματα που σου επιφυλάσσει η ζωή. 

Οπως επίσης δεν μπορείς να ξεφύγεις και από τις δυσκολίες, τις οποίες προσωπικά θεωρώ μεταμφιεσμένα δώρα. Ενας οίκος, προκειμένου να κάνει επιτυχία, ο σχεδιαστής του οφείλει να πει στο κοινό του μια ενδιαφέρουσα ιστορία. Εγώ, π.χ., πρόβαλα με τη δουλειά μου την άποψη ότι το στυλ είναι σημαντικότερο από το να είσαι στη μόδα. Οταν είσαι στη μόδα, είσαι αυτομάτως ντεμοντέ, ενώ όταν έχεις στυλ, είσαι πάντα της μόδας». Ο Ζούλιας φέρεται ότι προτιμά να μην τρέχει εκείνος πίσω από τις τάσεις της μόδας. Αντιθέτως, οι τάσεις είναι εκείνες που έρχονται και τον βρίσκουν - περίπου με τον ίδιο απλό και ανεπιτήδευτο τρόπο που τον συναντούν καθημερινά δεκάδες γυναίκες οι οποίες εμπιστεύονται την εμφάνισή τους στα χέρια του.


Το σπίτι του είναι εξαιρετικά καλόγουστο, όπου κυριαρχούν οι παλ αποχρώσεις του σιέλ και τα έπιπλα τεχνοτροπίας Louis XV, τα οποία αποπνέουν κλασική, άφθαρτη φινέτσα

«Η κρίση μάς κάνει πιο δημιουργικούς. Οσοι αντέξαμε δείχνοντας συνέπεια και αγάπη σε αυτό που κάνουμε θα ζήσουμε καλύτερες ημέρες. Χαίρομαι που πριν από λίγο καιρό χτύπησε το κουδούνι του ατελιέ μου η υπουργός Τουρισμού Ολγα Κεφαλογιάννη. Ετσι απλά, χωρίς ραντεβού, προκειμένου να δοκιμάσει κάποιο φόρεμά μου. Μου άρεσε που μια όμορφη, δυναμική και τόσο επιτυχημένη γυναίκα έφτασε στον οίκο μου. Την ώρα της πρόβας τής πρότεινα να φορά ρούχα Ελλήνων δημιουργών έτσι ώστε η ελληνική μόδα να διαφημίζεται στα πέρατα της οικουμένης», σχολιάζει.



Από τις τζαμαρίες του διαμερίσματός του η θέα στην Ακρόπολη και τον Λυκαβηττό είναι μαγευτική - και αυτό δεν είναι τυχαίο: «Εχω λατρεία για την πόλη μου. Με στενοχωρούν όλα αυτά που γίνονται και κακοποιείται ή ασχημαίνει το κέντρο της πόλης. Γι’ αυτό ακριβώς δεν αποκλείω το να ασχοληθώ με την πολιτική . Ονειρεύομαι να επαναφέρω την Αθήνα στη θέση που της αξίζει. Γι’ αυτό και κάποια στιγμή μπορεί να με δείτε υποψήφιο δήμαρχο της Αθήνας», εξομολογείτα


Protothema.gr 

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ! :
ΡΩΤΗΣΤΕ ΤΟΥΣ ΕΙΔΙΚΟΥΣ
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ