"Κρίμα που είναι πόρνη" από το Εθνικό Θέατρο!

19 Ιανουαρίου 2015

«Και κατεσκεύασε Κύριος ο Θεός την πλευράν, την οποίαν έλαβεν από του Αδάμ, εις γυναίκα και έφερεν αυτήν προς τον Αδάμ. Και είπεν ο Αδάμ, Τούτο είναι τώρα οστούν εκ των οστέων μου και σαρξ εκ της σαρκός μου· αύτη θέλει ονομασθή ανδρίς, διότι εκ του ανδρός αύτη ελήφθη. […] και θέλουσιν είσθαι οι δύο εις σάρκα μίαν. Ήσαν δε και οι δύο γυμνοί, ο Αδάμ και η γυνή αυτού, και δεν ησχύνοντο» (Γένεσις, κεφ. 2).

Την τολμηρή αναγεννησιακή τραγωδία «Κρίμα που είναι πόρνη» του, ελαφρώς μεταγενέστερου του Σαίξπηρ και εκ των σημαντικότερων δραματουργών της ιακωβιανής περιόδου, Τζον Φορντ ανεβάζει για λογαριασμό του Εθνικού Θεάτρου ο Δημήτρης Λιγνάδης στη σκηνή του θεάτρου Χώρα. Το έργο μετράει ελάχιστες σκηνικές παρουσιάσεις,* όχι τυχαία. Η τραγική ιστορία του απαγορευμένου έρωτα μεταξύ δύο νέων σε μια επαρχιακή πόλη της Ιταλίας που καταλήγει στο θάνατό τους θα μπορούσε να είναι ένα δεύτερο «Ρωμαίος κι Ιουλιέτα» -τα δάνεια είναι εμφανή άλλωστε- αν δεν αφορούσε μία ιστορία αιμομιξίας.

Τα ερωτευμένα αδέρφια του Φορντ, ο Τζιοβάννι και η Ανναμπέλλα, εκ των πραγμάτων βάζουν τρικλοποδιές στους εν δυνάμει σκηνοθέτες και θεατές. Γιατί εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με μια ιστορία αγάπης ηλικίας τετρακοσίων χρονών, και άρα με κοινωνικά δεδομένα ή συμβάσεις που (ενδεχομένως) έχουν πια ξεπεραστεί. Εδώ υπάρχει, και δεν μπορεί να παραβλεφθεί, ο ηθικός παράγοντας που απορρέει από τον βιολογικό, και άρα αδιαμφισβήτητο, νόμο. Κι όμως αυτούς τους «καταραμένους» ήρωες ο Φορντ τους φέρνει στο προσκήνιο ως μία ανάσα πραγματικής αγάπης, μια παρένθεση καθαρότητας μέσα σε ένα σάπιο περίγυρο, όπου επικρατούν η ατιμία, η κοινωνική αδικία, η εκμετάλλευση του αδυνάτου, η υποκρισία. Βάζει, έτσι, τους θεατές σε μια αμφίρροπη -και γι’ αυτό ερεθιστική- συνθήκη, αυτή της αμφιταλάντευσης μεταξύ της ταύτισης και της απόρριψης της ερωτικής ιστορίας, ή ακόμη περισσότερο -αναλόγως και της σκηνοθετικής θέσης- στη θέση της συμπόρευσης με μια σχέση που κανονικά θα έπρεπε να απορρίπτουν. Παράλληλα, απαιτεί από τον σκηνοθέτη την αποφασιστική του παρουσία.

Στην παράσταση τώρα: ο Δημήτρης Λιγνάδης χρησιμοποίησε το έργο ως μία ηθική παραβολή και το τοποθέτησε στο πλαίσιο μιας τελετουργικής αναπαράστασης. Στην κατά Λιγνάδη εκδοχή, το ποίμνιο μιας εκκλησίας ενδύεται τους ρόλους της ιστορίας σε μια καθιερωμένη ετήσια τελετή που έχει στόχο τη διδαχή και τη λύτρωση από την αμαρτία. Η σκηνοθετική απόφαση εμπόδισε τη συνεχή ταύτιση με τα επί σκηνής δρώμενα, καθώς άφησε να φανούν οι ραφές μεταξύ σκηνής και κειμένου: το έργο χωρίστηκε σε κεφάλαια/επεισόδια κατά την επιθυμία του επικού θεάτρου, δεν έλειψαν κάποια σπασίματα της σύμβασης, ενώ κι οι ρόλοι δεν αποδόθηκαν όλοι αβίαστα: κάποιοι από αυτούς ήταν επιτηδευμένα «κακώς» παιγμένοι – άλλωστε, σε ένα πλήθος ερασιτεχνών/μυστών, δεν γίνεται όλοι να έχουν φυσικό ταλέντο. (Η απόφαση αυτή γέννησε μερικές εξαίσιες ιδέες, όπως η σκηνή μεταξύ των δύο αντίζηλων του Τζιοβάννι που ξιφομάχησαν κραδαίνοντας… τα βιβλία τους [Θύμιος Κούκιος, Ιερώνυμος Καλετσάνος].) Από την άλλη, η σκηνοθετική θέση εμπλούτισε το έργο με μια διπλή οπτική, την αναπαράσταση μιας «παλιάς» ιστορίας, μέσα από τη σύσταση μιας νέας πραγματικότητας. Και ήταν αυτή η νέα πραγματικότητα μια ολοκληρωμένη πρόταση με αισθητική πληρότητα και συνέπεια.

Ο Λιγνάδης πήρε θέση στην ηθική μάχη που συντελείται ανάμεσα στους εραστές και το περιβάλλον τους, από την οποία οι πρώτοι εμφανίζονται περισσότερο ως μάρτυρες παρά ως παραβάτες. (Η δραματουργία, που θέλει τον Τζιοβάννι να ξεριζώνει την καρδιά της αγαπημένης του, εξυπηρέτησε μάλιστα αυτή τη θέση.) Με σκηνική γλαφυρότητα ανέδειξε τη δύναμη του ερωτικού ενστίκτου και του σαρκικού σμιξίματος, όχι ως σωματικής ανάγκης αλλά ως της μόνης οδού για την αληθινή, τη σχεδόν θεολογική ένωση (ενδεικτική σε ένα ευρύτερο των εραστών πεδίο, η σκηνή της γιορτής που ξεκινάει σαν ομαδικό θρησκευτικό τραγούδι/gospel και τείνει να καταλήξει σε ομαδικό όργιο) – και διόλου τυχαία δεν ανέβασε επί της σκηνής σχετικά αποσπάσματα από τον «Μέγα Ανατολικό», ακόμη και από την Παλαιά Διαθήκη, όπου περιγράφεται η δημιουργία της Εύας ως κομμάτι της σάρκας του Αδάμ.

Επιπροσθέτως, υπήρχε επί σκηνής μία συνεχής υπόμνηση της υποκρισίας και της καταδυνάστευσης της Εκκλησίας, καθώς η πλοκή ειδώθηκε μέσα σε εκκλησιαστικό περιβάλλον· το ποίμνιο δεν θύμισε τυχαία λαϊκό δικαστήριο, ενσαρκώνοντας τους κατήγορους των δύο εραστών, που όμως φέρουν οι ίδιοι σωρό άλλων αμαρτιών. Οι δύο εραστές με τη σειρά τους αποδόθηκαν με παθιασμένη πειστικότητα σκηνοθετικά και υποκριτικά (Δημήτρης Πασσάς, Μαρία Κίτσου) κι έτσι ο Τζιοβάννι και η Ανναμπέλλα τους έμοιαζαν περισσότερο να είναι μη ρόλοι, άνθρωποι που καταδιώκονται από τους συνεκκλησιαζόμενούς τους παρά δραματικά πρόσωπα μέσα σε μια αναπαραστατική τελετή.

Άλλωστε, και το φινάλε κάτι τέτοιο αφήνει να αιωρηθεί. Η ηθική τάξη επικρατεί, η παραβολή τελειώνει, ο Γέροντας (Μηνάς Χατζησάββας) κάνει το τελικό διδακτικό κλείσιμο, οι «ηθοποιοί» απεκδύονται τους ρόλους τους, εκτός από τα δυο αδέρφια που θα παραμείνουν ως έχουν μέχρι το κλείσιμο της πραγματικής παράστασης: ο Τζιοβάννι στον τάφο του και η Ανναμπέλλα ψηλά σαν Εσταυρωμένη με ένα κενό στη θέση της καρδιάς.

* Πρωτοπαρουσιάστηκε στο ΚΘΒΕ το 1986 σε σκηνοθεσία του Γιάννη Χουβαρδά και την επόμενη περίοδο στο Ανοιχτό Θέατρο από τον Γιώργο Μιχαηλίδη· δέκα χρόνια αργότερα ο Γιάννης Κακλέας το ανέβασε στον Τεχνοχώρο του (1997). Σχετικά πρόσφατα το είδαμε στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών από τον βρετανικό θίασο Cheek by Jowl.

Info: Η παράσταση «Κρίμα που είναι πόρνη» παρουσιάζεται στο Θέατρο Χώρα του Εθνικού Θεάτρου μέχρι την 1 Φεβρουαρίου

elculture.gr

 

 

 

 

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ! :
ΡΩΤΗΣΤΕ ΤΟΥΣ ΕΙΔΙΚΟΥΣ
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ
Τα Ζώδια σήμερα
Αστρολογία
14:29 Τα Ζώδια σήμερα