Η ανορεξική Θεοδώρα προσπαθεί να ξεφύγει από το θάνατο

3 Φεβρουαρίου 2015

Η Θεοδώρα πέρασε πολλές δυσκολίες με τη νευρική ανορεξία. Προσπαθεί όμως να το ξεπεράσει και ονειρεύεται ένα καλύτερο μέλλον.

Πολλές φορές σκέφτηκα να αυτοκτονήσω. Υπάρχουν πολλές στιγμές που δεν αντέχεις, ειδικά όταν θεωρείς ότι μπορεί να είσαι πηγή δυστυχίας. Οι ανορεξικοί είναι άτομα που νιώθουν στέρηση αγάπης και κατανόησης. Δεν φτάνεις τόσο εύκολα στο να κάνεις τόσο κακό στον εαυτό σου. Από το περιβάλλον ξεκινάνε όλα. Όταν αποκτάς ένα πρόβλημα είτε υγείας είτε οικονομικό, τότε γίνεται το μεγάλο ξεκαθάρισμα. Ποιοι είναι αυτοί που παραμένουν μαζί σου και ποιοι φεύγουν.

Γιατί κάποιος σταματάει να τρώει; Τι είναι η νευρική ανορεξία; Είναι μια ασθένεια που δίνει ελπίδες και υποσχέσεις αλλά σου στερεί τα πάντα; Πώς επιστρέφει κάποιος στην φωτεινή πλευρά της ζωής. Η Θεοδώρα Πουλή δεν ήταν ποτέ η κοπέλα που την ένοιαζε η εξωτερική της εμφάνιση. Βρέθηκε όμως αντιμέτωπη με την νευρική ανορεξία, χωρίς καν να το καταλάβει. Ήταν μια αφορμή για να τραβήξει την προσοχή των άλλων, ίσως για να αισθανθεί ότι την αγαπούν, όμως αποδείχτηκε ένα τεράστιο μάθημα ζωής. Συναντηθήκαμε σε μια καφετέρια στην γειτονιά της, το Περιστέρι, ενώ ο αέρας δεν σταματούσε να φυσάει. Όταν ανταλλάξαμε τις πρώτες κουβέντες δεν θα ξεχάσω το φοβισμένο βλέμμα της που μου προκάλεσε την απορία: «Σκέφτομαι, πώς θα φύγω μετά, δεν θα μπορώ να περπατήσω με τόσο δυνατό αέρα και ήθελα σήμερα να πάω για κρέπα», μου είπε. Η Θεοδώρα κατάφερε μέσα από πολλές δυσκολίες να παλέψει με την νευρική ανορεξία, να συνειδητοποιήσει τι είναι αυτό που αξίζει στην ζωή και να ανακαλύψει ξανά τον εαυτό της.

«Η ανορεξία ήρθε στην ζωή μου χωρίς ακόμα και εγώ να καταλάβω. Ξεκίνησε ως πρόβλημα υγείας και επεκτάθηκε εξαιτίας ενός  βαθύτατου ψυχολογικού background. Είχα ένα πρόβλημα με τον θυρεοειδή και μού έδωσαν μια μεγαλύτερη ποσότητα σε χάπια από όσο έπρεπε, με αποτέλεσμα να χάσω περισσότερα κιλά από το φυσιολογικό. Άρχισε να μου μειώνεται η όρεξη για φαγητό, για παράδειγμα, αντί για δύο μπιφτέκια έτρωγα ένα. Τίποτα ακραίο όμως μέχρι τότε. Κάπου στην πρώτη Λυκείου, αν και δεν ήμουν άτομο που του έδιναν πολύ σημασία για το αν θα φάω, άρχισα να χάνω περισσότερα κιλά. Από εκείνο το σημείο υπήρξε επιδείνωση. Όλοι τότε άρχισαν να ανησυχούν. Μου έλεγαν να φάω με το ζόρι, ότι θα πεθάνω και όλο αυτό οδηγήθηκε στο να συνδέσω το φαγητό με τον καυγά και τις φωνές. Τότε σιχάθηκα πλήρως το φαί. Έβλεπα το ρολόι όταν ερχόταν η ώρα του φαγητού και με έπιανε πανικός, είχε αρχίσει να μετατρέπεται σε εφιάλτη. Οι άλλοι νόμιζαν ότι το κάνω από βίτσιο. Έφτασα στο σημείο να μην με νοιάζει αν πεθάνω. Ας τα πάρουμε όμως από την αρχή.

Η αδερφή μου πέθανε ένα χρόνο πριν γεννηθώ (1990) από λευχαιμία και ήταν μόνο 6 ετών. Η μητέρα μου δεν την πένθησε καθόλου, κάνοντας μια υποσυνείδητη ταύτιση με εμένα, δίνοντάς μου ακόμα και το ίδιο όνομα. Ο αδερφός μου, που είναι μεγαλύτερος κατά 15 χρόνια, είχε βιώσει τον θάνατο της αδερφής μου για αυτό και έπεσαν όλοι πάνω του για να μην πάθει ψυχολογικά. Εγώ, λοιπόν, ήμουν η δυνατή, αφού δεν το έζησα. Η μητέρα μου, ό,τι δεν μπορούσε να πει στους άλλους, τα έβγαζε σε μένα. Για παράδειγμα, μου έλεγε τις θεραπείες που έκανε (η αδερφή μου), το τι έζησε στο νοσοκομείο, τι περνούσαν, αν τις έπεσαν τα μαλλιά. Το Πάσχα της αγόραζε λαμπάδα, πήγαινε στο νεκροταφείο τα Χριστούγεννα και στόλιζε Χριστουγεννιάτικο δέντρο, ενώ με είχε πάρει και εμένα μαζί όταν ήμουν τριών χρονών. Για να καταλάβεις, ήμουν η καλύτερη ακροάτρια στην μεταξύ τους σχέση και την ήξερα καλύτερα από τον καθένα, χωρίς να την έχω γνωρίσει. Όταν αυτά τα λες σε ένα παιδί 5 ετών, υποσυνείδητα περνάει στην προσωπικότητά του. Δεν σου κρύβω ότι πολλές φορές αναρωτήθηκα αν η οικογένεια μου θα με ήθελε ακόμα, αν τυχόν γινόταν, να επέστρεφε η αδερφή μου. Έτσι ξεκίνησα να αναπτύσσω μια τάση, ότι πρέπει να μπω στο νοσοκομείο για να καταφέρω και εγώ να αποκτήσω την σχέση που είχε η μητέρα μου με την αδερφή μου. Ως παιδί δεν είχα αρρωστήσει ποτέ και όταν άρχισα να χάνω το κιλά το εξέλαβα ως θείο δώρο, ήταν σαν η ανορεξία να μου έκλεινε το μάτι. Σκεφτόμουν, θα μπορούσα τότε και εγώ να δημιουργήσω μια τρυφερή σχέση; Έτσι, αν και την πρώτη φορά που μπήκα στο νοσοκομείο έβαλα τα κλάματα, ίσως ήταν μια ευκαιρία για να ζήσω αυτό που ήθελα.

Η οικογένεια μου όμως και τότε με κατηγορούσε και με γέμιζε με ενοχές γιατί θεωρούσαν ότι η λευχαιμία είναι μια ασθένεια που δεν την επιλέγεις, ενώ η ανορεξία ήταν το αντίθετο. Στην συνέχεια νοσηλεύτηκα σε παθολογικά και ψυχιατρικά τμήματα. Όταν ήμουν στο «Παίδων» είχα ρίξει ένα άγριο τσακωμό με την μητέρα μου και το έσκασα από το νοσοκομείο, με αποτέλεσμα να βρεθώ στο ψυχιατρικό. Μέσα στο νοσοκομείο λειτουργούν εκβιαστικά και δεν σε βοηθάνε καθόλου να αγαπήσεις το φαγητό. Σου λένε ‘θα σου βάλουμε σωληνάκι’, ‘δεν θα δεις ξανά τους δικούς σου ποτέ πάλι’ και άλλα πολλά. Η αποκοπή από την οικογένεια όμως λειτούργησε για μένα πολύ καλύτερα. Είχα να μιλήσω μαζί τους πάνω από τρεις μήνες και το αξιοσημείωτο είναι ότι ενώ στην αρχή δεν τα ήθελα καθόλου τα νοσοκομεία, μετά δεν μπορούσα με τίποτα να γυρίσω στο σπίτι μου. Άρχισα να ξαναβρίσκω τον εαυτό μου, να πιστεύω ότι πλέον ζω για μένα και όχι για τους άλλους. Μέσα εκεί είδα άτομα με παρόμοια προβλήματα, αυτό μου ανέβαζε την αυτοπεποίθηση, κάτι που στο σπίτι δεν το είχα ποτέ, αφού ‘μεγάλωνα’ τους υπόλοιπους. Βρήκα άτομα που φοβηθήκαμε μαζί, μοιραστήκαμε μυστικά, κλάψαμε παρέα, στήριζε ο ένας τον άλλο σε δύσκολες μέρες. Ένιωσα να με καταλαβαίνουν, να με αγαπούν για αυτό που είμαι.

Η συνέχεια ήταν λίγο σαν φαύλος κύκλος. Έβγαινα από το νοσοκομείο, επέστρεφα σε ένα αρρωστημένο περιβάλλον, πάλι δεν ήθελα να τρώω και ξανά στα νοσοκομεία. Τότε αποφασίζω να δώσω πανελλήνιες και κατάφερα να περάσω στην Ψυχολογία, στο Πάντειο Πανεπιστήμιο. Θυμάμαι ήμουν 27 κιλά, έτρεχα να προλάβω να δίνω τα μαθήματα πριν με κλείσουν πάλι μέσα στα νοσοκομεία. Αλλά και μέσα στην Ψυχιατρική κλινική του Ευαγγελισμού που ήμουν, συνέχιζα να διαβάζω. Έπαιρνα άδειες για να συμμετάσχω στις εξεταστικές και το κορυφαίο ήταν ότι, παρόλο που οι εικόνες που έβλεπα καθημερινά ήταν πολύ σκληρές, κατάφερα μέσα εκεί να γράψω ακόμα και την πτυχιακή μου. Δεν έζησα φοιτητική ζωή, αλλά υπήρχαν συμφοιτητές μου που με βοήθησαν με σημειώσεις ή με το να με ενημερώνουν για ημερομηνίες και έτσι κατάφερα να πάρω το πτυχίο.

Πολλές φορές σκέφτηκα να αυτοκτονήσω. Υπάρχουν πολλές στιγμές που δεν αντέχεις, ειδικά όταν θεωρείς ότι μπορεί να είσαι πηγή δυστυχίας. Οι ανορεξικοί είναι άτομα που νιώθουν στέρηση αγάπης και κατανόησης. Δεν φτάνεις τόσο εύκολα στο να κάνεις τόσο κακό στον εαυτό σου. Από το περιβάλλον ξεκινάνε όλα.  Όταν αποκτάς ένα πρόβλημα είτε υγείας είτε οικονομικό, τότε γίνεται το μεγάλο ξεκαθάρισμα. Ποιοι είναι αυτοί που παραμένουν μαζί σου και ποιοι φεύγουν.

Σήμερα η σχέση μου με τους γονείς μου είναι στα χειρότερα επίπεδα. Ο πατέρας μου έχει φύγει εδώ και αρκετά χρόνια, ήταν πάντα παρών-απών, έχοντας επιλέξει μια λογική, ‘μην με ενοχλείς, δεν σε ενοχλώ’. Έτσι τον βόλευε. Δεν αντέχεις μετά από κάποιο σημείο. Είχε προηγηθεί και η ασθένεια της αδερφής μου. Μια αρρώστια όταν εισβάλλει σε μια οικογένεια, είτε θα την διαλύσει είτε θα την ενώσει. Εμάς, λοιπόν, μας διέλυσε. Με την  μητέρα μου έτσι και αλλιώς είχαμε αντιστροφή ρόλου, για αυτό και η σχέση μας ήταν προβληματική και αρρωστημένη. Έκτοτε, προσπαθώ να την κρατάω σε απόσταση.

Το ζήτημα είναι ότι μετά από όλα αυτά πρέπει ο καθένας που μπορεί να αντιμετωπίζει παρόμοια θέματα να πιστέψει στον εαυτό του. Να ανακαλύψει ένα βασικό λόγο επιβίωσης και να μην αφήνει τα χρόνια του να πηγαίνουν χαμένα. Να μην αφήνεις να σε κάνουν ό,τι θέλουν ή να σου φέρονται σαν ζώο. Να είσαι ανεξάρτητος και να μην στηρίζεσαι στις ανάγκες των άλλων. Για αυτό και στην πορεία ανακάλυψα ότι δεν έχεις τίποτα άλλο στην ζωή σου, παρά να φροντίσεις τον εαυτό σου. Ακόμα και να προσπαθήσεις να τραβήξεις την προσοχή των άλλων, κάποια στιγμή θα κουραστούν και θα σε αφήσουν.

Η ευτυχία είναι τόσο μεγάλη λέξη. Διαφέρει η ευτυχία ανάμεσα στους ανθρώπους. Για μένα μπορεί να είναι μια μέρα που θα φάω την αγαπημένη μου κρέπα (λατρεύει τις κρέπες γιατί ήταν το πρώτο φαγητό που της άρεσε η γεύση του, αφήνοντας πίσω  τα φαγητά των νοσοκομείων, όπως λέει), χωρίς να φοβάμαι αλλά για σένα αυτό να είναι κάτι ασήμαντο.

Πλέον μπορώ να φάω κανονικά, αλλά με συγκεκριμένες ποσότητες, προκειμένου να μην αντιδράσει ο οργανισμός. Αυτό που θα ήθελα να κάνω από εδώ και πέρα είναι να ασχοληθώ με την ψυχολογία, να βρεθώ σε ένα ορφανοτροφείο και να βοηθάω παιδιά.

 

Επίσης, αυτό που θα ήθελα να πω στους ανθρώπους που πάσχουν από ανορεξία είναι να μην δίνουν σημασία στο ρατσισμό και  στην ψευτοσυμπόνια που σου δείχνουν στο δρόμο. Η ανορεξία δεν είναι ‘απλά έχασα κάποια κιλά’, είναι κάτι πολύ βαθύτερο. Μην εστιάζετε εκεί, είναι κάτι άλλο πέρα από αυτό. Η ανορεξία δεν είναι μόνο η εικόνα ή το φαΐ που δεν τρως, αλλά πίσω από αυτήν υπάρχει ένας άνθρωπος που κάποτε είχε όνειρα και είναι χρήσιμος. Πράγματι, σου καταστρέφει την ζωή. Αν όμως καταφέρεις να επιβιώσεις, επιστρέφεις πολύ δυνατός, συνειδητοποιημένος, βλέπεις την ζωή με άλλο μάτι και αποκτάς μια άλλη κοσμοθεωρία. Είναι καλό να το θυμίζουμε αυτό στους ανορεξικούς ανθρώπους. Το πιο σημαντικό είναι να μάθεις τι θες, τι σου αξίζει και τι πραγματικά είσαι και όχι τι θέλουν οι άλλοι να είσαι».

Κάπου εδώ η συζήτηση με την Θεοδώρα  ολοκληρώνεται, αφού αισθάνεται κόπωση. Την αποχαιρετώ και παρακολουθώ με αμηχανία την προσπάθεια που καταβάλλει για να σηκωθεί από την καρέκλα και την δυσκολία να ανοίξει την πόρτα για να φύγει. Η επόμενη κίνησή της όμως μου δημιουργεί χαμόγελο, όταν την βλέπω να βάζει αθόρυβα στην τσέπη της τα μπισκοτάκια από το καφέ που είχα παραγγείλει. Πιθανόν να τα χρησιμοποιήσει στην αγαπημένη της κρέπα, σκέφτηκα.

Το βιβλίο της Θεοδώρας Πουλή «Ο Ξενιστής μου, η Ανορεξία», κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Λιβάνη.

Κείμενο: Γιάννης Πανταζόπουλος, j.pantazopoulos@yahoo.gr
Φωτογραφίες: Elizabeth Rovit

Πηγή πληροφοριών - www.grekamag.gr/ lifo.gr

 

 

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ! :
ΡΩΤΗΣΤΕ ΤΟΥΣ ΕΙΔΙΚΟΥΣ
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ