Τι χαρακτήρας θα γίνει το παιδί σου;

3 Φεβρουαρίου 2015

Η έννοια της αυτοεκτίμησης στα παιδιά και στους εφήβους έχει υπάρξει αντικείμενο μελέτης πολλών ερευνητών. Η υψηλή αυτοε­κτίμηση των παιδιών αποτελεί συνήθως ζητούμενο για τους γο­νείς, οι οποίοι συχνά προβληματίζονται αναφορικά με το δικό τους ρόλο ως προς τη διαμόρφωσή της.

Πρώτα απ’ όλα όμως, ας προσπαθήσουμε να αποσαφηνίσουμε τον όρο «αυτοεκτίμηση» (self-esteem). Συνήθως, μιλάμε για υψη­λή ή χαμηλή αυτοεκτίμηση η οποία χαρακτηρίζει ένα άτομο. Το ά­τομο με υψηλή αυτοεκτίμηση είναι εκείνο που εκτιμά τον εαυτό του και την εσωτερική του αξία. Πιο συγκεκριμένα, το άτομο αυτό έ­χει θετική στάση απέναντι στον εαυτό του, τον αξιολογεί θετικά σε σχέση με τους άλλους, είναι πεπεισμένο για τις ικανότητές του, αντιμετωπίζει τον εαυτό του ως ικανό, θεωρεί ότι έχει τον έλεγχο της ζωής του και ότι μπορεί να κάνει αυτό που πραγματικά θέλει. Αντιθέτως, το άτομο με χαμηλή αυτοεκτίμηση υποτιμά τον εαυτό του, δεν πιστεύει στις ικανότητες και τις δυνατότητές του, διακα­τέχεται από ένα αίσθημα ανημπόριας και συχνά κατάθλιψης (Mecca, Smelser & Vasconcellos, 1989).

Η αυτοεκτίμηση έχει δύο πλευρές: την αίσθηση προσωπικής αξίας και επάρκειας (self-efficacy) ή την πίστη ενός ατόμου στην ικανότητά του να σκέφτεται και να δρα και μια αίσθηση προσω­πικής αξίας (αυτοσεβασμού) ή μια θετική στάση στο δικαίωμα ενός ατόμου να ζει και να είναι χαρούμενο. Με άλλα λόγια, αυτοεκτί­μηση είναι η διαθεσιμότητα κάποιου να βιώνει τον εαυτό του ως επαρκή, να αντιμετωπίζει τις προκλήσεις της ζωής και να θεωρεί ότι είναι άξιος ευτυχίας (Branden, 1990). Επίσης, η αυτοεκτίμηση αποτελεί τη συναισθηματική πλευρά της αυτογνωσίας, σε αντίθε­ση με την αυτοαντίληψη, η οποία αναφέρεται στη γνωστική πλευ­ρά της. Η αυτοεκτίμηση αναφέρεται σε συναισθήματα αυτοαπο­δοχής και αυτοσεβασμού και επηρεάζεται από τις προσωπικές φι­λοδοξίες και τις υποκειμενικές αξιολογήσεις αφενός και αφετέρου από τις αξιολογήσεις των «σημαντικών άλλων» 

Η οικογένεια αποτελεί σημαντικό και καθοριστικό παράγοντα στην ανάπτυξη και τη διαμόρφωση της αυτοεκτίμησης ενός ατό­μου. Τα πρώτα χρόνια της ζωής του παιδιού είναι ιδιαίτερα σημα­ντικά, διότι τότε μπαίνουν τα θεμέλια για τη δημιουργία υψηλής ή χαμηλής αυτοεκτίμησης. Οι γονείς με τη συμπεριφορά τους αλλά και οι ίδιοι ως πρότυπο μπορεί να διαπαιδαγωγήσουν τα παιδιά να έχουν υψηλή αυτοεκτίμηση και να πιστεύουν στον εαυτό τους και στις ικανότητές τους ή, αντιστρόφως, μπορεί να διαπλάσουν παι­διά με χαμηλή αυτοεκτίμηση, που υποτιμούν και απαξιώνουν τον εαυτό τους και πιστεύουν ότι δεν μπορούν να τα καταφέρουν.

Η σχέση διαφορετικών γονικών πρακτικών και αυτοεκτίμησης των παιδιών έχει αποτελέσει αντικείμενο πολλών μελετών (Baum- rind, 1991 b, Buri, 1989, Vander Zanden, 1993). Σε σχετική πρόσφα­τη μελέτη (Herz & Gullone, 1999), παρατηρήθηκε ότι η συμπεριφο­ρά των γονέων που χαρακτηρίζεται από υψηλά επίπεδα υπερπρο­στασίας και χαμηλά επίπεδα αποδοχής συνδέεται αρνητικά με την αυτοεκτίμηση των εφήβων. Παρόμοια αποτελέσματα αναδείχθη- καν και από την παλαιότερη διαχρονική μελέτη του Bachman (1982), ο οποίος βρήκε ότι η τιμωρητικότητα των γονέων συνδέεται αρνη­τικά και σε μεγάλο βαθμό με την αυτοεκτίμηση των εφήβων.

Η ανταπόκριση των γονέων, η αποδοχή και η επιδοκιμασία που παρέχουν στους εφήβους συνδέεται με υψηλή αυτοεκτίμηση (Buri, 1987, McClun & Merrell, 1998). Η γονική στοργή, η αποδο­χή και ο σεβασμός, καθώς και ο δημοκρατικός τρόπος διαπαιδα γώγησης συσχετίζονται θετικά με την αυτοεκτίμηση των εφήβων (Chen & Kaplan, 2001).

'Οπως φάνηκε παραπάνω από την εξέταση των επιμέρους γονι­κών τύπων, οι γονείς που διαμορφώνουν παιδιά με υψηλή αυτοεκτίμηση είναι οι δημοκρατικοί, οι δίκαιοι. Η λανθασμένη πεποίθηση των προηγού­μενων χρόνων ότι η ανεκτικότητα και η επιείκεια διαπλάθει πρόσω πικότητες με υψηλή αυτοεκτίμηση και ισχυρή αυτοπεποίθηση, ακό μα και αν, έως και σήμερα, δυστυχώς βρίσκει αρκετούς υποστηρικτές μεταξύ των γονέων, δεν υιοθετείται από ψυχολόγους και ερευνητές.

Οι ανεκτικοί-επιεικείς γονείς με γνώμονα το ρητό/ άποψη «όλα για το παιδί» θεωρούν ότι κατορθώνουν με αυτό τον τρόπο να διαμορφώ­σουν παιδιά με ισχυρές προσωπικότητες, που ξέρουν τι θέλουν και, πάνω απ’ όλα, παιδιά με υψηλή αυτοεκτίμηση, που έχουν εμπιστο­σύνη στον εαυτό τους και στις δυνάμεις τους. Έχοντας πιθανόν υπο­φέρει από τον αυταρχισμό των γονέων της εποχής τους οι ίδιοι, τον οποίο θεωρούν -και πολύ σωστά- καταστροφικό για την αυτοεκτίμη­ση ενός παιδιού, υιοθετούν εντελώς αντίθετες απόψεις και εφαρμόζουν αντιδιαμετρικά αντίθετες πρακτικές σχετικά με το μεγάλωμα των παιδιών τους, οι οποίες χαρακτηρίζονται από υπερβολική ανεκτικό­τητα και επιείκεια. Όπως αναφέρθηκε και προηγουμένως όμως, και είναι χαρακτηριστικό, οι υπερβολικές παραχωρήσεις και η συνεπακόλουθη έλλειψη ορίων δημιουργούν στα παιδιά ανασφάλεια και έλλει­ψη σιγουριάς και επομένως έλλειψη εμπιστοσύνης στον εαυτό τους και στις ικανότητές τους και, τέλος, χαμηλή αυτοεκτίμηση.

Η υπερβολική δοτικότητα των ανεκτικών γονέων, το γεγονός ότι σπεύδουν να ικανοποιήσουν τις επιθυμίες, τα θέλω των παιδιών τους ή πολλές φορές ακόμα και να προλάβουν αυτές τις ανάγκες και τις επιθυμίες δημιουργεί στα παιδιά μια διαστρεβλωμένη, μια επίπλαστη εικόνα για τον κόσμο και τις ανθρώπινες σχέσεις. Τα παι­διά αυτά νομίζουν ότι ο κόσμος είναι «κομμένος και ραμμένος στα μέτρα τους» και γενικεύοντας τη στάση των γονέων τους, περιμέ­νουν και συχνά απαιτούν και από τους άλλους ανθρώπους με τους οποίους συναναστρέφονται να υποτάσσονται και να υποκλίνονται στις ανάγκες και τις επιθυμίες τους. Έτσι γίνονται δύστροπα, απαι­τητικά και εγωκεντρικά, εφόσον θεωρούν ότι ο εαυτός τους είναι το κέντρο του κόσμου. Ασφαλώς, οι απογοητεύσεις έρχονται γρήγο­ρα και απότομα, οι ματαιώσεις που βιώνουν είναι έντονες, με απο­τέλεσμα τα παιδιά αυτά συνήθως να αντιμετωπίζουν σημαντικές δυσκολίες προσαρμογής σε χώρους εκτός οικογενειακού περιβάλλο­ντος. Η κοινωνικοποίησή τους γίνεται μια δύσκολη και επίπονη δια­δικασία, ιδιαίτερα όπως εκδιπλώνεται στο χώρο του σχολείου, στον οποίο καλούνται να ακολουθήσουν γενικούς κανόνες και να μοιρα­στούν πράγματα με τα άλλα παιδιά. Τα όρια τότε μπαίνουν από­τομα και με επώδυνο θα λέγαμε -αλλά σαφώς αναγκαίο- τρόπο.

Άλλο χαρακτηριστικό των παιδιών που προέρχονται από ανε- κτικούς-επιεικείς γονείς είναι ότι δε μαθαίνουν από τους γονείς να καλλιεργούν τις ικανότητές τους, δεν αφήνονται από τους γονείς να δοκιμάσουν τη χαρά της προσπάθειας και τους καρπούς της, δεν αναπτύσσουν πρωτοβουλίες, δε γαλουχούνται έτσι ώστε να γίνουν αυτοδύναμα και ανεξάρτητα.

Οπωσδήποτε, μέσα στα πλαίσια της οικογένειας, στο προστα- τευμένο οικογενειακό περιβάλλον, τα παιδιά αυτά παραπλανούν. Παρατηρώντας τα κάποιος, θα διαπιστώσει ότι συμπεριφέρονται δεσποτικά, κυριαρχικά και ίσως εικάσει ότι πρόκειται για παιδιά με υπερβολική αυτοεκτίμηση και αυτοπεποίθηση. Παρ’ όλα αυτά, σε ένα διαφορετικό περιβάλλον, εκτός σπιτιού και χωρίς την παρου­σία των γονέων, τα παιδιά αυτά συνήθως παρουσιάζονται ως άβου­λα, αδύναμα, «χαμένα» πολλές φορές. Η εικόνα μιας φαινομενικά ισχυρής και δυναμικής προσωπικότητας που είχαν προηγουμένως επιδείξει καταλύεται μονομιάς.

Τα παιδιά αυταρχικών γονέων διακρίνονται επίσης από χαμηλή αυτοεκτίμηση. Εφόσον οι γονείς τους αξιολογούν το αποτέλεσμα και όχι την προσπάθεια, τα παιδιά μαθαίνουν να αυτοαξιολογούνται με βάση την επίδοσή τους σε οποιοδήποτε τομέα. Όταν το αποτέ­λεσμα είναι αρνητικό, μη επιθυμητό, με συνέπεια τα παιδιά να απα- ξιώνονται από τους αυταρχικούς γονείς τους, απαξιώνουν και τα ί­δια τον εαυτό τους. Από την άλλη, όταν το αποτέλεσμα είναι το επιθυμητό, δεν αυξάνεται η αυτοπεποίθηση στα παιδιά (αν υπο­θέσουμε ότι πρόκειται για μια κυμαινόμενη διάσταση), διότι οι αυ­ταρχικοί γονείς συνήθως δεν αφήνουν τα παιδιά τους να γιορτάσουν, να χαρούν την επιτυχία, θεωρώντας ότι είναι απλούς υποχρέωσή τους «να κάνουν σωστά τη δουλειά τους, να κάνουν αυτό που πρέ­πει». 'Ετσι, η αποτυχία και οι ματαιώσεις, αλλά και η επιτυχία από την άλλη δε γίνονται για τα παιδιά μια παιδευτική διαδικα­σία μέσα από την οποία μαθαίνουν να αυτοπροσδιορίζονται και να αυτοεπιβεβαιώνονται, να γίνονται αυτόνομα αναλαμβάνοντας πρω­τοβουλίες και κάνοντας επιλογές που άλλοτε τα δικαιώνουν και άλ­λοτε όχι.

Τα παιδιά δημοκρατικών γονέων, από την άλλη, που μεγαλώ­νουν σε ένα κλίμα ελευθερίας με όρια μαθαίνουν να αξιολογούν με το σωστό μέτρο τις ικανότητές τους, αναλαμβάνουν πρωτοβουλίες, γνωρίζουν τη χαρά της προσπάθειας, χαίρονται σε κάθε καινούρ­γιο βήμα για την εξερεύνηση του ((άγνωστου» κόσμου, που απο­τολμούν πάντα με τη διακριτική καθοδήγηση και τη συμπαρά­σταση των γονέων τους. Τα παιδιά αυτά ανταμείβονται από την ί­δια τους την προσπάθεια και διδάσκονται από τα αποτελέσματα κάθε εγχειρήματος τους. Διακρίνονται από υψηλή αυτοεκτίμηση γιατί ξέρουν -ή τουλάχιστον προσπαθούν να μάθουν- τον εαυτό τους, τις αδυναμίες και τις δυνατότητές τους, τα ελαττώματα και τα προ- τερήματά τους και -πάνω απ’ όλα- μαθαίνουν να σέβονται τον εαυ­τό τους όμοια με το συνάνθρωπό τους. Ο αυτοσεβασμός που δια­κρίνει τα παιδιά δημοκρατικών γονέων είναι σύμφυτος με την υψη­λή αυτοεκτίμηση που διακρίνει αυτά τα παιδιά. Μέσα από τη δια­παιδαγώγηση που δέχονται από τους γονείς τους, τα παιδιά οδη­γούνται σε συνειδητοποίηση και αποδοχή του εαυτού τους και αυ­ξάνεται .η αυτογνωσία τους.

Οι δημοκρατικοί γονείς στέκονται δίπλα στα παιδιά, όχι από πάνω. Σέβονται τη μοναδικότητα του παιδιού τους, το δέχονται ό­πως είναι και όχι όπως θα ήθελαν να είναι. Η καθοδήγηση που του παρέχουν είναι ένα είδος διακριτικής συμβουλευτικής που εφαρμό­ζουν ώστε να βοηθήσουν το παιδί να εκδιπλώσει με θετικό τρόπο τις δυνάμεις και τις ικανότητές του.

ΤΥΠΟΙ ΓΟΝΕΩΝ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΕΠΑΡΚΕΙΑ ΠΑΙΔΙΩΝ ΚΑΙ ΕΦΗΒΩΝ

Έχουν διεξαχθεί αρκετές μελέτες σχετικά με τις κοινωνικές δεξιό­τητες των παιδιών που μεγαλώνουν με γονείς που ανήκουν σε δια­φορετικούς τύπους γονέων. Η σύγκριση μεταξύ διαφόρων ομάδων παιδιών που ανήκαν σε διαφορετικά αναπτυξιακά στάδια και σε αυ­τό τον τομέα υποδεικνύει ότι τα παιδιά δημοκρατικών γονέων υπερ­τερούν έναντι των άλλων ομάδων παιδιών.

Τα παιδιά δημοκρατικών γονέων ξέρουν να μοιράζονται, σέβο­νται τους κανόνες της ομάδας -στο σπίτι, στο σχολείο ή στο παι­χνίδι- και τους ακολουθούν, περιμένουν τη σειρά τους, μπορούν να περιμένουν να αποκτήσουν κάτι δίχως να ζητούν πεισματικά και ανυπόμονα άμεση ανταπόκριση και ικανοποίηση των αιτημάτων τους, σέβονται τους συνομηλίκους τους (αλλά και τα μικρότερα και τα μεγαλύτερα παιδιά), έχουν φίλους και διακατέχονται από επι- κοινωνιακές δεξιότητες. Οι φιλίες που δημιουργούν αυτά τα παι­διά είναι ποιοτικά καλύτερες και σταθερότερες στο πέρασμα του χρόνου, αφενός γιατί αξιολογούν σημαντικά τη φιλία και αφετέρου γιατί δεν είναι εγωκεντρικά, δεν επικεντρώνονται στον εαυτό τους.

Εκτός από τις φιλίες με τους συνομηλίκους τους, τα παιδιά δη­μοκρατικών γονέων αποδεικνύονται πιο επαρκή κοινωνικά και ως προς τις σχέσεις τους με τους ενήλικες. Τα παιδιά αυτά τοποθε­τούνται σωστά απέναντι στους ενήλικες, τους σέβονται, δεν τους φοβούνται. Είναι παιδιά θαρραλέα, που ξέρουν να διεκδικούν και να εκφέρουν την άποψή τους, γνωρίζοντας τόσο τα δικαιώματα όσο και τις υποχρεώσεις τους.

Συνήθως, προϋποθέτουμε ότι οι τύποι γονέων προϋπάρχουν της εκδήλωσης διαφόρων συμπεριφορών των παιδιών και πάνω σε αυτό το μοντέλο βασίζονται οι περισσότερες μελέτες. Ωστόσο, κάποιες έρευνες που έχουν γίνει για τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν τα παιδιά στις σχέσεις τους με τους συνομηλίκους τους υποδεικνύουν ότι οι δυσκολίες αυτές μπορεί να προέρχονται από τις μορφές αλλη­λεπίδρασης που οι γονείς υιοθετούν στη σχέση με τα παιδιά τους και τις οποίες τα παιδιά μαθαίνουν από αυτούς. 

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ! :
ΡΩΤΗΣΤΕ ΤΟΥΣ ΕΙΔΙΚΟΥΣ
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ