Kρίση πανικού και αγοραφοβία: Τι πρέπει να προσέχετε

9 Φεβρουαρίου 2015

Γράφει η Τιτίκα Μητσοπούλου Ψυχολόγος, Msc Κοινωνικής Ψυχιατρικής – Παιδοψυχιατρικής, Υποψήφια Δρ. Ιατρικής Σχολής Παν/μιο Ιωαννίνων     

Οι Διαταραχές Άγχους επιβαρύνουν μεγάλο μέρος του γενικού πληθυσμού, με οικονομικό και κοινωνικό κόστος συγκρίσιμο με την σχιζοφρένεια, την κατάθλιψη και παρόμοιο με τις καρδιαγγειακές παθήσεις. Η Αθήνα είναι ανάμεσα στις πόλεις που εμφανίζονται παγκοσμίως με την μεγαλύτερη συχνότητα. Πάνω από τους μισούς ασθενείς με Διαταραχές Άγχους, πάσχει από Διαταραχή Πανικού με ή χωρίς Αγοραφοβία. Αυτή η αρρώστια προκαλεί σοβαρή αναπηρία στον πάσχοντα και χωρίς την κατάλληλη θεραπεία έχει μικρά περιθώρια βελτίωσης σε βάθος χρόνου.

Η απροσδόκητη και καταιγιστική εμφάνιση πλειάδας σωματικών συμπτωμάτων άγχους στην κρίση πανικού, οδηγούν πρωτίστως σε αναζήτηση γενικής ιατρικής βοήθειας. Πρόσφατη μελέτη αναφέρει ότι οι άνθρωποι με κρίσεις πανικού μπορεί να έχουν επισκεφτεί έως και 10 ή περισσότερους γιατρούς, προτού λάβουν την διάγνωση, αλλά ακόμα και τότε – μόνο ο ένας στους τέσσερεις που έχει τη διαταραχή θα λάβει την ενδεδειγμένη θεραπεία. 

Η Διαταραχή Πανικού εμφανίζεται σε 1 στους 75 ανθρώπους. Λαμβάνοντας υπόψη τα επιδημιολογικά δεδομένα υπολογίζεται ότι περισσότεροι από 350.000 Έλληνες θα νοσήσουν από τη διαταραχή και η πλειοψηφία τους θα είναι γυναίκες. Η έναρξή της τοποθετείται συνήθως στην εφηβεία ή στην αρχή της ενήλικης ζωής και αν και οι αιτίες δεν είναι ξεκάθαρες φαίνεται να υπάρχει κάποια σχέση με στρεσσογόνα γεγονότα και σημαντικές αλλαγές – ακόμα και ευχάριστες – όπως γάμος, αποφοίτηση, γέννηση 1ου παιδιού. Άλλες φορές κρίσεις πανικού εμφανίζονται σε περιόδους χαλάρωσης, που ακολουθούν μεγάλα χρονικά διαστήματα αυξημένης πίεσης (πχ. σε διακοπές μετά από αυξημένες επαγγελματικές υποχρεώσεις).

Η κρίση πανικού δεν είναι επικίνδυνη, αλλά είναι μια τρομακτική εμπειρία, εξαιτίας των έντονων και δυσάρεστων σωματικών αλλαγών που συμβαίνουν κατά τη διάρκειά της, όπως ταχυπαλμία, δυσκολία στην αναπνοή, καθώς και των φοβογόνων σκέψεων που συνυπάρχουν, όπως χάνω τον έλεγχο, τρελαίνομαι, πεθαίνω. Οι άνθρωποι με Διαταραχή Πανικού αναπτύσσουν συνήθως φοβίες, που δεν αφορούν συγκεκριμένα αντικείμενα ή καταστάσεις, αλλά τον φόβο μήπως φοβηθούν – μήπως δηλαδή ξαναπάθουν μια κρίση πανικού αν βρεθούν σε μέρη ή καταστάσεις όπου στο παρελθόν βίωσαν συμπτώματα άγχους ή και μία κρίση πανικού. Αρχικά μπορεί να αποφεύγουν τις καταστάσεις αυτές και στη συνέχεια παρόμοιες. Η γενίκευση των αποφυγών μπορεί να προκαλέσει Αγοραφοβία, που είναι μία από τις πιο συχνές συνοδές διαγνώσεις της Διαταραχής Πανικού.

Στην Αγοραφοβία ο άνθρωπος φοβάται να βρεθεί σε μέρη ή καταστάσεις όπου η διαφυγή είναι δύσκολη ή δεν θα βρεθεί κάποιος να τον βοηθήσει αν αναπτύξει συμπτώματα πανικού. Προτιμά επίσης να μην κάνει πράγματα μόνος πχ. να μην βγαίνει έξω μόνος, αλλά να έχει μαζί του κάποιον συνοδό (συγγενή ή φίλο) με τον οποίο αισθάνεται περισσότερο ασφαλής. Σε ακραίες περιπτώσεις Αγοραφοβίας ο φόβος είναι τόσο δυνατός ώστε να κλείσει τον πάσχοντα μέσα στο σπίτι.

Οι σποραδικές κρίσεις πανικού (1-2 προσβολές μέσα στα χρόνια)  μάλλον δεν συντρέχουν λόγους ανησυχίας. Όμως οι επαναλαμβανόμενες κρίσεις πανικού, που συνοδεύονται από επίμονη ανησυχία μήπως ξανασυμβούν, καθώς και σημαντικές αλλαγές στη συμπεριφορά εξαιτίας του φόβου επερχόμενης κρίσης, χρήζουν άμεσης προσοχής, γιατί μπορούν να συνιστούν την έναρξη της Διαταραχής Πανικού.

Ακόμα και αν δεν συνοδεύεται από φοβίες η Διαταραχή Πανικού μπορεί να αλλοιώσει σημαντικά την ποιότητα ζωής του πάσχοντα. Πρόσφατη μελέτη υποδεικνύει ότι οι άνθρωποι που νοσούν σε σχέση με όσους δεν υποφέρουν είναι πιο επιρρεπείς στη χρήση αλκοόλ ή στην κατάχρηση άλλων φαρμακευτικών σκευασμάτων όπως ηρεμιστικών, περνούν περισσότερο χρόνο στα επείγοντα των νοσοκομείων, περνούν λιγότερο χρόνο σε ευχάριστες δραστηριότητες όπως χόμπι, φυσική άσκηση, τείνουν να είναι οικονομικά εξαρτημένοι από άλλους ανθρώπους, αναφέρουν ότι νιώθουν συναισθηματικά και σωματικά λιγότερο υγιείς, κάνουν περισσότερες εξετάσεις και ιατρικούς ελέγχους, λείπουν συχνότερα από την εργασία τους ή/και είναι λιγότερο αποδοτικοί στη δουλειά τους και έχουν επίσης μεγαλύτερες πιθανότητες να αναπτύξουν κατάθλιψη ή/και να επιχειρήσουν να αυτοκτονήσουν.

Από την άλλη υπάρχουν έρευνες που υποδεικνύουν ότι οι πρώτο-εμφανιζόμενες κρίσεις πανικού μπορούν να αντιμετωπιστούν αποτελεσματικά, μέσω της ενημέρωσης των πασχόντων για την φύση του προβλήματος, καθώς και της παρότρυνσης να επιστρέψουν στο σημείο όπου βίωσαν την 1η κρίση πανικού. Τέτοιες οδηγίες φαίνεται να προλαμβάνουν και να λειτουργούν αποτρεπτικά στην εκδήλωση Διαταραχής Πανικού και Αγοραφοβίας. Σε περίπτωση όμως που η διαταραχή εγκατασταθεί ο πάσχοντας πρέπει να ζητήσει θεραπεία, και σύντομα να βιώσει τα πρώτα σημάδια βελτίωσης. Η Συμπεριφορική – Γνωσιακή Θεραπεία, η φαρμακοθεραπεία και η μικτή (ψυχολογική και φαρμακευτική θεραπεία) είναι οι ενδεδειγμένες για τη Διαταραχή Πανικού και την Αγοραφοβία. Σε περίπτωση πάντως που ο πάσχοντας ακολουθήσει μόνο φαρμακευτική αγωγή, η πιθανότητα υποτροπής όταν διακοπούν τα φάρμακα είναι μεγάλη, οπότε καλό θα ήταν αυτό να συμβεί με παράλληλη ψυχοθεραπευτική κάλυψη.

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ! :
ΡΩΤΗΣΤΕ ΤΟΥΣ ΕΙΔΙΚΟΥΣ
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ