Χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια: Συμπτώματα και θεραπεία

10 Φεβρουαρίου 2015

Τι είναι η χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια;

Η Χρόνια Αποφρακτική Πνευμονοπαθεια (ΧΑΠ) είναι ένας γενικός όρος που περιλαμβάνει τη χρόνια βρογχίτιδα και το εμφύσημα. Στη χρόνια βρογχίτιδα υπάρχει φλεγμονή των αεραγωγών (βρόγχων), ενώ στο εμφύσημα καταστροφή των μικρών αεραγωγών και των κυψελίδων των πνευμόνων. Οι δύο αυτές νοσηρές καταστάσεις είναι δυνατόν να προκαλέσουν απόφραξη (στένωση) των αεραγωγών και πολύ συχνά συνυπάρχουν. Ο όρος ΧΑΠ χρησιμοποιείται για να περιγράψει την απόφραξη των αεραγωγών που οφείλεται στη χρόνια βρογχίτιδα, το εμφύσημα ή και τα δύο.

Πόσο συχνή είναι η ΧΑΠ;

Η ΧΑΠ είναι συχνή παγκοσμίως. Προσβάλει κυρίως άτομα άνω των 40 ετών και γίνεται πιο συχνή με την πάροδο της ηλικίας. Η μέση ηλικία που διαγιγνώσκεται συνήθως είναι γύρω στα 67 έτη, ενώ είναι πιο συχνή στους άνδρες απ΄ ότι στις γυναίκες. Η ΧΑΠ είναι υπεύθυνη για περισσότερες χαμένες ώρες εργασίας από κάθε άλλη νόσο, ενώ οι παροξύνσεις της αποτελούν τις πιο συχνές αιτίες εισαγωγής στο νοσοκομείο (1 στις 8 εισαγωγές οφείλεται στη ΧΑΠ).

Τι προκαλεί τη ΧΑΠ;

Το κάπνισμα είναι η αιτία στη μεγάλη πλειοψηφία των περιπτώσεων. Περίπου το 40-50% των διά βίου καπνιστών θα εμφανίσουν ΧΑΠ, σε σύγκριση με το 10% των ατόμων που δεν έχουν καπνίσει ποτέ. Η μόλυνση της ατμόσφαιρας και η μόλυνση του αέρα στον εργασιακό χώρο είναι δυνατόν να προκαλέσουν σε μερικές περιπτώσεις ΧΑΠ, ιδιαίτερα όταν αυτές οι καταστάσεις συνδυάζονται με το κάπνισμα. Σε ένα μικρό ποσοστό (1%) η ΧΑΠ οφείλεται σε γενετική ανεπάρκεια μιας πρωτεΐνης, της α1-αντιθρυψίνης. Πάντως τα άτομα που δεν έχουν καπνίσει ποτέ σπάνια αναπτύσσουν ΧΑΠ. Το παθητικό κάπνισμα παραμένει μια δυνητική αιτία.

Ποια είναι τα συμπτώματα της ΧΑΠ;

Ο βήχας που είναι συνήθως το πρώτο σύμπτωμα συνδυάζεται με απόχρεμψη και γίνεται σταδιακά πιο επίμονος (χρόνιος).

Η δύσπνοια και ο συριγμός αρχικά στην κόπωση, προοδευτικά επιδεινώνονται εφ’ όσον το άτομο συνεχίζει να καπνίζει.

Οι λοιμώξεις του αναπνευστικού είναι πιο συχνές στα άτομα με ΧΑΠ με αποτέλεσμα την επιδείνωση των συμπτωμάτων. Η επιδείνωση αυτή καλείται παρόξυνση και συνήθως οφείλεται σε λοίμωξη από βακτήρια ή ιούς.

Τι εξετάσεις χρειάζονται για τη διάγνωση;

Το ιστορικό των συμπτωμάτων και η φυσική εξέταση του θώρακα βοηθούν το γιατρό να πιθανολογήσει την ύπαρξη ΧΑΠ. Απαιτούνται όμως και άλλες εξετάσεις προκειμένου να επιβεβαιωθεί η διάγνωση.

Σπιρομέτρηση: Η εξέταση αυτή εκτιμά τους πνευμονικούς όγκους μετρώντας πόση ποσότητα αέρα μπορεί να φυσήξει ο εξεταζόμενος σε ένα μηχάνημα (σπιρόμετρο). Δύο παράμετροι είναι σημαντικές: η ποσότητα του αέρα που εκπνέεται στο 1ο δευτερόλεπτο (FEV1) και η συνολική ποσότητα του αέρα που εκπνέεται με μία εκπνοή (FVC). Τα αποτελέσματα της σπιρομέτρησης εκτιμώνται σε σχέση με την ηλικία, το ύψος και του φύλο του εξεταζόμενου.

Η ΧΑΠ διαιρείται σε ήπια , μέτρια, σοβαρή και πολύ σοβαρή ανάλογα με το βαθμό της απόφραξης όπως αυτή μετράται με την FEV1. Πολλά άτομα με ήπια μορφή της νόσου δεν διαγιγνώσκονται έγκαιρα  με τη σπιρομέτρηση επειδή στα αρχικά στάδια ανέχονται το βήχα ή την ήπια δύσπνοια και δεν επισκέπτονται το γιατρό τους, παρά μόνον όταν τα συμπτώματα επιδεινωθούν.

Ποια είναι η εξέλιξη της νόσου;

Από τη στιγμή που τα συμπτώματα της ΧΑΠ ξεκινήσουν και εφ΄όσον δε διακοπεί το κάπνισμα, το άτομο γίνεται όλο και πιο δυσπνοϊκό. Οι λοιμώξεις του αναπνευστικού γίνονται πιο συχνές και συνοδεύονται από παροξύνσεις. Η αναπνευστική ανεπάρκεια αποτελεί το τελικό στάδιο της ΧΑΠ. Στη περίπτωση αυτή οι πνεύμονες έχουν υποστεί τέτοια βλάβη ώστε τα επίπεδα του οξυγόνου στο αίμα είναι χαμηλά. Περίπου 300.000 θάνατοι σημειώνονται στην Ευρώπη κάθε χρόνο που οφείλονται στα τελικά στάδια της νόσου.

Ποια είναι η θεραπεία της ΧΑΠ;

Η διακοπή του καπνίσματος στους καπνιστές αποτελεί τη πρώτη και πιο σημαντική θεραπεία. Η κατάλληλη φαρμακευτική θεραπεία βοηθά τον πάσχοντα να αισθάνεται καλύτερα και πιθανώς να ζήσει περισσότερο. Τα φάρμακα χρησιμοποιούνται προκειμένου να ανοίξουν τους αεραγωγούς και να βελτιώσουν τη ροή του αέρα και του Ο2  στο σώμα. Τα φάρμακα αυτά διαιρούνται γενικά σε 2 κατηγορίες: φάρμακα συντήρησης και φάρμακα διάσωσης. Τα φάρμακα συντήρησης είναι αυτά που λαμβάνονται σε καθημερινή βάση, ανεξάρτητα αν ο ασθενής έχει ή δεν έχει συμπτώματα και βοηθούν στον έλεγχο της νόσου. Τα φάρμακα διάσωσης λαμβάνονται στις παροξύνσεις ή για άμεση ανακούφιση από τα συμπτώματα. Οι πιο συχνά χρησιμοποιούμενες ουσίες είναι τα βρογχοδιασταλτικά ( λαμβάνονται συνήθως μέσω συσκευών εισπνοής ), τα κορτικοειδή (είτε μέσω συσκευών εισπνοής είτε από το στόμα) και τα αντιβιοτικά (για την αντιμετώπιση των βακτηριακών λοιμώξεων).

Τι πρέπει να κάνει ο ασθενής για να βοηθηθεί;

• Αντιγριππικό εμβόλιο κάθε φθινόπωρο

• Εμβόλιο κατά του πνευμονιόκοκκου (ένα βακτήριο που προκαλεί σοβαρές αναπνευστικές λοιμώξεις)

• Τακτική άσκηση και φυσική δραστηριότητα

• Απώλεια βάρους σε περίπτωση παχυσαρκίας

Γράφει ο Κωνσταντίνος Κατής, Πνευμονολόγος(

 

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ! :
ΡΩΤΗΣΤΕ ΤΟΥΣ ΕΙΔΙΚΟΥΣ
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ