7 αφροδίσια νοσήματα και τα συμπτώματά τους

12 Φεβρουαρίου 2015

Ένας σύντομος οδηγός για τη διάγνωση, τη θεραπεία και την πρόληψη των σεξουαλικώς μεταδιδόμενων (αφροδισίων) νοσημάτων και συναφών καταστάσεων

Γράφει ο Dr. Ιωάννης Ζούμπος, FEBU - Χειρουργός Ουρολόγος - Ανδρολόγος  

Τα τελευταία χρόνια έχει διαδοθεί ιδιαίτερα η σύναψη ευκαιριακών σεξουαλικών σχέσεων και ως εκ τούτου υπάρχει έξαρση των νοσημάτων που σχετίζονται με τις σεξουαλικές πρακτικές των ατόμων ή μεταδίδονται με τη σεξουαλική επαφή (Σεξουαλικώς Μεταδιδόμενα Νοσήματα, ΣΜΝ). Αναλύονται τα συνηθέστερα από αυτά και παρατίθενται μέτρα πρόληψης που ο καθένας και καθεμιά οφείλει να γνωρίζει και να τηρεί.
 
Ουρηθρίτιδα

Η μετάδοση μικροβιακών στελεχών μέσω της ουρήθρας είναι δυνατόν να προκαλέσει φλεγμονή της ουρήθρας, που καλείται ουρηθρίτιδα ή – παλαιότερα - βλεννόρροια/λευκόρροια. Χαρακτηριστικά συμπτώματα αυτής της κατάστασης είναι η εμφάνιση εκκρίματος από την ουρήθρα, συνήθως κίτρινου βλεννοπυώδους ή διαυγούς κολλώδους, που συνοδεύεται από συχνουρία και πόνο ή κάψιμο κατά την ούρηση. Τα μικρόβια που συνήθως ενέχονται είναι τα: Neisseria gonnorhoeae (γονόκοκκος), Chlamydia trachomatis (χλαμύδια τραχώματος), ureaplasma urealyticum (ουρεάπλασμα), στελέχη mycoplasma (μυκόπλασμα) και το μικρόβιο trichomonas vaginalis (τριχομονάδα). Η διάγνωση τίθεται από την κλινική εικόνα και ειδικές μικροβιολογικές εξετάσεις στο ουρηθρικό έκκριμα, το αρχικό δείγμα ούρησης ή το σπέρμα. Η θεραπεία πρέπει να ξεκινά άμεσα και συνίσταται στη χορήγηση κατάλληλων αντιβιοτικών για διάστημα 1-2 εβδομάδων ή και περισσότερο. Συνιστάται έλεγχος και ενδεχομένως θεραπεία και της σεξουαλικής συντρόφου.

Επιδιδυμίτιδα

Πρόκειται για κατάσταση που συνήθως επιπλέκει μια προηγηθείσα ουρηθρίτιδα ή προστατίτιδα κατά συνέχεια ιστού. Συνίσταται σε προσβολή της επιδιδυμίδας, οργάνου που βρίσκεται πίσω από τον όρχη, και συνηθέστατα και του όρχη. Τα συμπτώματα είναι συνήθως έντονα και περιλαμβάνουν έντονο πόνο και οίδημα (πρήξιμο) του ενός όρχη, υψηλό πυρετό με ρίγος και συχνουρία ή δυσχέρεια στην ούρηση. Εκτός από τα μικρόβια που αναφέρθηκαν στην ουρηθρίτιδα, στην αιτιολογία της επιδιδυμίτιδας θα πρέπει να προστεθούν και εντεροβακτηριακά στελέχη, όπως τα: Escherichia coli (κολοβακτήριο), Enterococcus (εντερόκοκκος) κ.α. Τα εντεροβακτηριακά μικροβιακά στελέχη είναι μικρόβια της χλωρίδας του εντέρου και – ιδίως σε νέους άνδρες- είναι δυνατόν να μολύνουν το ουροποιητικό σύστημα κατά τη διείσδυση του πέους στον πρωκτό (πρωκτικό σεξ). Η θεραπεία απαιτεί αντιβίωση σε συνδυασμό με αντιφλεγμονώδη, ενίοτε και νοσηλεία για ενδοφλέβια χορήγηση αντιβιοτικών. Η έγκαιρη διάγνωση της επιδιδυμίτιδας και η αποτελεσματική θεραπεία της είναι ιδιαίτερα σημαντικές για την αναπαραγωγική υγεία του άνδρα. Παραμελημένες ή πολύ έντονες φλεγμονές της επιδιδυμίδας είναι δυνατόν να φράξουν την εκφορητική οδό του σπέρματος προκαλώντας ολιγοσπερμία ή ακόμη και αζωοσπερμία.

Έρπης γεννητικών οργάνων

Ο γεννητικός έρπης είναι μια ανίατη και υποτροπιάζουσα λοιμώδης νόσος που προκαλείται από τον ιό του γεννητικού έρπητα και συγκεκριμένα τους ορότυπους 1 και 2. Χαρακτηρίζεται από σταδιακή εγκατάσταση συρρεόντων επώδυνων ή κνησμωδών εξανθημάτων στην περιοχή των γεννητικών οργάνων, τα οποία γρήγορα εξελκώνονται και παραμένουν σε αυτήν την κατάσταση για 4-15 ημέρες, μέχρι να καλυφθούν από κρούστα και επουλωθούν. Ειδικά κατά την πρώτη προσβολή υπάρχουν και έντονα συστηματικά συμπτώματα, όπως πυρετός, μυαλγίες, καταβολή και πονοκέφαλος. Στις επαναπροσβολές τα συμπτώματα είναι συνήθως ηπιότερα, διαρκούν λιγότερο και εστιάζονται στην περιοχή των γεννητικών οργάνων. Η θεραπεία συνίσταται στη συστηματική συνήθως χορήγηση αντιικών φαρμάκων για διάστημα 7-10 ημερών με κύριο στόχο τη μείωση της έντασης των συμπτωμάτων, τη μείωση της μεταδοτικότητας του ιού και την επιτάχυνση της ίασης του εξανθήματος. Σε άτομα που εμφανίζουν πολύ συχνές υποτροπές προτείνεται θεραπεία συντήρησης. Είναι ιδιαίτερα σημαντικό οι πάσχοντες να γνωρίζουν τις επιπτώσεις της πάθησής τους στους σεξουαλικούς τους συντρόφους.

Οξυτενή κονδυλώματα

Πρόκειται για εξωφυτικά μορφώματα που βλαστάνουν στη γεννητική και περιγεννητική χώρα. Συχνότερα προσβάλλεται η βάλανος του πέους και η ακροποσθία.
Το άτομο συνήθως παρατηρεί την εμφάνιση μικρών “ελιών” πάνω στο πέος, σε σημεία που δεν υπήρχαν προηγουμένως. Σπάνια οι αλλοιώσεις φλεγμαίνουν ή προκαλούν πόνο. Άλλες θέσεις όπου μπορεί να βλαστήσουν κονδυλώματα είναι το όσχεο, η κατώτερη κοιλιά, το εσωτερικό των μηρών και ο πρωκτός με τη γύρω περιοχή.
Τα κονδυλώματα οφείλονται στον ιό του ανθρωπίνου θηλώματος (human papilloma virus, HPV) τύποι 6 και 11. Ο ιός μεταδίδεται κατά τη σεξουαλική επαφή με ερωτικό σύντροφο προσβεβλημένο από τον ιό. Ο λανθάνων χρόνος από την επαφή με τον ιό μέχρι την εκδήλωση της νόσου κυμαίνεται από 1 έως 6 μήνες. Η συστηματική χρήση προφυλακτικού μειώνει σημαντικά τον κίνδυνο.Μικρές αλλοιώσεις είναι δυνατόν να υποστραφούν από μόνες τους σε μερικές εβδομάδες ή μήνες. Ωστόσο, για την αποφυγή μετάδοσης της νόσου στους εκάστοτε συντρόφους συνιστάται η άμεση αντιμετώπιση των κονδυλωμάτων.
Η χρήση τοπικών φαρμακευτικών σκευασμάτων είναι αποτελεσματική όταν οι βλάβες είναι αρχόμενες. Κυρίως χρησιμοποιείαι η ποδοφυλοτοξίνη, υπό μορφή κρέμας ή βάματος.
Η ασφαλέστερη μέθοδος θεραπείας είναι ο ηλεκτροκαυτηριασμός (διαθερμοπηξία). Το αποτέλεσμα είναι άμεσο και τα ποσοστά υποτροπής μικρά, γύρω στο 20%. Άλλες μέθοδοι είναι η κρυοπηξία, η φωτοπηξία με laser CO2 καθώς και η χειρουργική εκτομή, όταν η βλάβη είναι μεγάλη ή ύποπτη για κακοήθεια.

Μυκητιασική βαλανοποσθίτιδα

Ο άνδρας παρατηρεί διάχυτη ερυθρότητα της βαλάνου και του δέρματος που την καλύπτει (ακροποσθία). Υπάρχει έντονος κνησμός, ελαφρύ οίδημα της περιοχής και λευκωπό επίχρισμα το οποίο αποκολλάται. Η κατάσταση συνήθως οφείλεται στο μύκητα Candida albicans και μεταδίδεται από επαφή του πέους με τον προσβεβλημένο γυναικείο κόλπο. Η θεραπεία πρέπει να είναι άμεση και ικανής διάρκειας ώστε να αποφευχθούν υποτροπές. Συνήθως χορηγούνται τοπικά αντιμυκητιασικά σκευάσματα, ενώ σε ανθεκτικές ή υποτροπιάζουσες καταστάσεις και αντιμυκητιασικά από το στόμα. Συνιστάται οπωσδήποτε έλεγχος της συντρόφου.

Σύφιλη

Οφείλεται στο treponema pallidum (ωχρά σπειροχαίτη) και είναι νόσος παλαιά. Σε ότι αφορά την Ευρώπη γνωρίζει έξαρση σποραδικά σε μεγάλες πόλεις και ιδίως στην Ανατολική Ευρώπη μετά από μακρά περίοδο όπου είχε σχεδόν εκλείψει. Χαρακτηριστικό της πρωτογενούς σύφιλης είναι η εμφάνιση ενός ανώδυνου, σκληρού έλκους στην περιοχή των γεννητικών οργάνων με συνοδό λεμφαδενοπάθεια. Μερικές εβδομάδες αργότερα αναπτύσσεται γενικευμένο συμμετρικό εξάνθημα και πυρετός. Αρκετά χρόνια μετά μπορούν να προσβληθούν το δέρμα, οστά, μύες, βλεννογόνοι, η καρδιά και το νευρικό σύστημα (τριτογενής σύφιλη). Να σημειωθεί ότι ένα άτομο μπορεί να είναι ασυμπτωματικό για αρκετό καιρό (έως και ένα έτος). Η διάγνωση τίθεται με κλινική εξέταση και ορολογικές εξετάσεις (VDRL, RPR, FTA-ABS, TP-PA κ.α). Η θεραπεία συνίσταται στην παρεντερική χορήγηση αντιβιοτικών (πενικιλίνη G)

Λοιμώδη νοσήματα

Με το σεξ το άτομο μπορεί να προσβληθεί από λοιμώδη νοσήματα, τα σημαντικότερα από τα οποία είναι το Σύνδρομο Επίκτητης Ανοσο-ανεπάρκειας (AIDS) και η ηπατίτιδα (Α και Β). Τα νοσήματα αυτά οφείλονται σε ιούς και θα πρέπει να ελέγχονται σε κάθε άτομο που προσέρχεται για έλεγχο ΣΜΝ. Ο έλεγχος γίνεται με ορολογική εξέταση του αίματος.

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ! :
ΡΩΤΗΣΤΕ ΤΟΥΣ ΕΙΔΙΚΟΥΣ
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ